Για τον αναρχικό διεθνισμό

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όπως ορθά το έχουν θέσει κάποιοι σύντροφοι: Εμείς οι αναρχικοί είμαστε διεθνιστές μέχρι να φτάσουμε στην καταστροφή των εθνών. Ακόμη κι αν το πρώτο βήμα είναι να μην τα αναγνωρίσουμε ή τα αποδεχτούμε, η καταστροφή τους είναι μέρος του σχεδίου της καταστροφής του Κράτους.

Η Αναρχία είχε και πάντα έχει μια δεθνιστική στάση. Γνωρίζουμε καλά πως θα πρέπει να λαμβάνουε υπ’όψη τις τοπικές συνθήκες, ο διεθνισμός όμως είναι ένα χαρακτηριστικό που δε διαχωρίζεται απ’ τη σκέψη η οποία προσπαθεί να εκμηδενίσει κάθε είδος Κράτους κι Εξουσίας, αντιτίθεται σε κάθε μορφή «ανάπτυξης» και προωθεί μια στάση ζωής σε διαρκή εξέγερση συνολικά ενάντα στο υπάρχον.

Η ανταλλαγή ιδεών και σκέψεων μεταξύ συντρόφων από διαφορετικά μήκη και πλάτη του πλανήτη, υπήρξε θεμελιώδης για την οικοδόμηση μιας διεθνιστικής αναρχικής προοπτικής, που απορρίπτει τους περιορισμούς συνόρων κι εθνοτήτων, διαδίδοντας για παράδειγμα τους αγώνες που διεξάγουν σύντροφοι σε δαφορετικές συνθήκες.  Η άμεση δράση καιι το σαμποτάζ έχουν επίσης επιτρέψει, ξεκινώντας από την ίδια την πρακτική,  το χτίσιμο διεθνών συνδέσμων μεταξύ αναρχικών από διαφορετικά μέρη.  Το ίδιο ισχύει και για την άμεση και προσωπική υποστήριξη μεταξύ συντρόφων από διαφορετικά μέρη,  μια υποστήριξη η οποία έχει σταθερά φωνή στον αγώνα και τα κοινά εγχειρήματα που καθημερινά δημιουργούνται.   Μεταφράσεις ανακοινώσεων, διάλογοι μεταξη συντρόφων,  δράσεις αλληλεγγύης, μπροσούρες για τη διάδοση των υποθέσεων των συντρόφων, στήριξη διάφορων εγχειρημάτων, έντυπα για ανταλλαγή σκέψεων, ιδεών και κριτικών, σαμποτάζ, στήριξη συντρόφων στην παρανομία,  η ύφανση αδελφικών σχέσεων μεταξύ συντρόφων, είναι μερικά παραδείγματα τρόπων με τους οποίους το (α/α) κίνημα έχει κάνει πράξη το διεθνισμό που το χαρακτηρίζει.

Από το κίνημα αληλεγγύης στους Σάκκο και Βαντσέτι, όταν πραγματοποιούνταν σαμποτάζ , μεταξύ άλλων από τους αναρχκούς κύκλους που βρίσκονταν κοντά στην εφημερίδα Culmine, ως τις δράσεις σαμποτάζ σε αλληλεγγύη με τις απεργίες πείνας των συντρόφων στην Ελλάδα, από τον συντονισμό και υποστήριξη μεταξύ συντρόφων των Η.Π.Α. και του Μεξικό για την οργάνωση και προπαγάνδιση των εξεγερσιακών αλλαγών του 1910 – περιλαμβανόμενης της υποστήριξης σε συντρόφους έγκλειστους ή στην παρανομία,  ως τις μπροσούρες αλληλεγγύης στους συντρόφους του 5Ε-Μ στο Μεξικό, ο αναρχισμός έχεi δείξει ξεκάθαρα πως δεν υπάρχουν σύνορα για την αλληλεγγύη και τον συντονισμό, δηλαδή για τον ίδιο τον αγώνα.  Από συντρόφους στη Νορβηγία ή τη Φινλανδία – χώρες με ισχυρά εδραιωμένη κοινωνική ειρήνη, μέχρι συντρόφους στην Τουρκία, τη Συρία ή τις αραβικές χώρες που χρόνια τώρα βρίσκονται σε μια κατάσταση μαινόμενου πολέμου,  οι αναρχικοί δε θα δημιουργήσουμε κοινωνικούς ή εθνικούς διαχωρισμούς, ούτε θα αναπαράξουμε αυτούς που το καπιταλιστικό σύστημα δημιούργησε για να διαιρεί. Δεν θα αντιμετωπίσουμε τους συντρόφους μας σα μικροαστούς εξαιτίας του ότι γεννήθηκαν σ’ ένα διαφορετικό απ’ το δικό μας τόπο, όπως και δε θα κάνουμε διάκριση (πόσο μάλλον θετική!!) απέναντι σε άλλους που γεννήθηκαν σε συνθήκες μεγαλύτερης καταστροφής και δαφθοράς απ’ ότι  εμείς.

Είναι σαφές πως κάθε μέρος έχει τα δικά του χαρακτηριστικά, που με κάποιο τρόπο καθορίζουν τις συνθήκες του αγώνα,  και πως το εξεγερσιακό σχέδιο οφείλει να προσαρμοστεί σε αυτά τα χαρακτηριστικά, ακόμη όμως και ως τέτοιος, ο αναρχικός αγώνας δεν ανταποκρίνεται απλά στις τοπικές ιδιαιτερότητες του αγώνα.  Το αντίθετο:  Ο αγώνας προσπαθεί να είναι η παγκόσμια πραγματικότητα της επίθεσης ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο.  Ως τέτοιος, βρίσκεται πολύ μακριά από τον αριστερίστικο ρεαλισμό, αυτόν το ρεαλισμό που υποκινεί την παθητικότητα, την αναμονή, το ρεφορμισμό,  και σκοτώνει τα όνειρα και τις επθυμίες για μια ποιοτική ζωή, μιλώντας για το τί είναι εφικτό και τί «πρέπει να γίνει», βασισμένος στην πραγματικότητα που ζούμε.

Τελειώνοντας, θεωρούμε πως θα πρέπει να διαμορφώσουμε τις θέσεις μας ξεκινώντας από το τί βώνουμε τοπικά – γι’ αυτό και η ομάδα συντρόφων που συμμετέχουμε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο από τη στιγμή που ξεκίνησε να εκδίδεται αυτή η εφημερίδα, ξεκαθαρίζουμε τα ζητήματα ξεκινώντας από αυτά που βρίσκονται μπροστα στα μάτια μας (κι αυτό, γκρεμίζει το μεγάλο ψέμα που λέει πως υπάρχε κάποιο είδος «Ευρωπαιοποίησης» ή ευρωπαϊκής προέλευσης εξαγωγών, στο Μεξικό).   Την ίδια στιγμή όμως, αρνούμαστε να θυσιάσουμε τα όνειρά μας στο βωμό του πολιτικού ρεαλισμού, και πιστεύουμε επίσης ότι οι συνεισφορές από συντρόφους του εξωτερικού όπως και η διεθνής αλληλεγγύη δε θα εγκαταλειφθούν, γιατί είναι πάνω απ’ όλα ένα από τα θεμέλια της  Αναρχίας, στην προσπάθειά της να καταστρέψει κάθε περιορισμό.

Είμαστε ιντιβιντουαλιστές, καθώς πiστεύουμε στους εαυτούς μας και δρούμε με συνέπεια, κi επίσης μοιραζόμαστε σχεδιασμούς και προοπτικές με πολλούς ακόμη συντρόφους. Μαθαίνουμε από το παρελθόν και τις εμπειρίες μας αλλά και από τα αντίστοιχα συντρόφων του εξωτερικού που μας «εμπλουτίζουν».  Με κάθε τρόπο, αρνούμαστε να κυλήσουμε στην ιδεολογικοποίηση.

Αν οι σύντροφοι στο Μεξικό έχουν κατά καιρούς υιοθετήσει τα ακρωνύμια της Σ.Π.Φ. και της F.A.I.  για να αναλάβουν την ευθύνη των πράξεων σαμποτάζ, δε νομίζουμε πως το κάναν λογω μιας ολικής έλλειψης δικής του ανάλυσης, ούτε  σε μιια προσπάθεια λογοκλοπής.  Παρ’ όλο που ασκούμε κριτική στα ακρωνύμια των αναλήψεων και ό,τι κοινώς αποκαλείται «νεομηδενισμός»,  δεν μπορούμε να αρνηθούμε πως αυτοί και άλλοι σύντροφοι προώθησαν στην πράξη την παρουσία του ζώντος αναρχικού διεθνισμού, παίρνοντας μέρος στην επίθεση ενάντια στην εξουσία, σύμφωνα με τα προτάγματα και τις αντιλήψεις τους.

Αντίστοιχα υπάρχουν στις μέρες μας εκδοτικά εγχειρήματα σε συγγένεια με το εξεγερσιακό σχέδιο που δε συμφωνεί με τα ακρωνύμια. Τα εγχειρήματα αυτά προσπαθούν να αποτελούν συνδέσμους μεταξύ αναρχικών απ’ όλο τον κόσμο· υπάρχει όμως επίσης η πράξη, αδιαχώριστη απ’ τη θεωρία, να δηλώνει ξεκάθαρα πως η αναρχία ποτέ δεν μπορεί να υποβιβαστεί σε μια εναλλακτική στερούμενη μιας επιθετικής προς την εξουσία αντίληψης, ούτε σ’ ένα τοπικιστικό λόγο στηριγμένο σε αίολα επιχειρήματα, στερούμενα επομένως κάθε πιθανότητας για πραγματική κι όχι κατά φαντασία αντιπαράθεση.

Αν είμαστε ιντιβιντουαλιστές, δεν εξιδανικεύουμε τίποτα «δικό μας ή αλλότριο»  και δεν αντιπροσωπεύουμε παρά τους εαυτούς μας. Το κοινωνικό προϊόν παραμονεύει και η ζωή μας αποτελεί το αυθεντικό πεδίο μάχης.

Νegacion. Μεξικό, Μάρτης 2015.

 

**5E : https://325.nostate.net/2014/03/18/5e-letter-from-amelie-mexico/

Πολιτική τοποθέτηση αναρχικών/αντιεξουσιαστών για τα γεγονότα του πολυτεχνείου 2017

Από το πρώτο κάλεσμα της κατάληψης του Πολυτεχνείου [1] για ενίσχυση έως και τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, τα γεγονότα του φετινού Νοέμβρη έχουν πυροδοτήσει μια σειρά πολιτικών κειμένων και θέσεων από ένα ευρύτατο ιδεολογικό φάσμα επιχειρώντας το καθένα από την πλευρά του να κάνει την ανάλυση του όσον αφορά τη κατάληψη του Πολυτεχνείου και κυρίως το πρωτοφανές σπάσιμο της. Εμείς από την μεριά μας συμμετείχαμε από την πρώτη στιγμή στα γεγονότα και μάλιστα από τη θέση των δρώντων πολιτικών υποκειμένων και όχι των παρατηρητών. Έτσι κάποιοι από εμάς βρεθήκαμε στη συνέλευση που καλέστηκε από την κατάληψη πολυτεχνείου για να παρέμβουμε, κάποιοι βρεθήκαμε στον δρόμο την μέρα του σπασίματος της κατάληψης – όχι γιατί το στηρίζαμε αλλά για να είμαστε παρόντες σε αυτή τη στιγμή ενδοκινηματικής σύγκρουσης και να πράξουμε ανάλογα αν χρειαστεί – ενώ συνολικά σταθήκαμε και στεκόμαστε απέναντι και από τις δύο εκατέρωθεν αντιμαχόμενες αντιλήψεις.

Αυτές τις μέρες αποδείχτηκε για ακόμη μια φορά ότι δύο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό. Έτσι, διανύοντας το 44ο έτος από την εξέγερση του πολυτεχνείου, που δυστυχώς έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό την αξία του σαν ιστορικό σημείο αναφοράς, είναι αξιοσημείωτο ότι η συγκεκριμένη επέτειος ξαναβρέθηκε στο προσκήνιο εξαιτίας δύο πολιτικά διαφορετικών επιλογών. Τα γεγονότα της 16/11 αποτελούν ένα σημείο έκρηξης των πολιτικών (και όχι μόνο) αντιφάσεων που αναπτύσσονται σταθερά στο εσωτερικό του α/α χώρου και συνεπώς έχουν βάθος, αιτίες και παράγοντες που πρέπει να αναλυθούν προκειμένου να επανακτηθεί ο αναγκαίος προσανατολισμός για να ξεπεραστεί μία περίοδος όπου εντός του κινήματος επικρατούν οι πολιτικοί ανταγωνισμοί. Ταυτόχρονα έχουμε την πεποίθηση πως τα γεγονότα αυτών των δύο ημερών, έτσι όπως έχουν αποτυπωθεί μέχρι στιγμής, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η πλειοψηφία των πολιτικών κειμένων που καταθέτουν το τι συνέβη ακριβώς είναι χρωματισμένα από τη μία ή από την άλλη πλευρά μη καταφέρνοντας να αποδώσουν μια επαρκή εικόνα είτε με υπεκφυγές και ανακρίβειες, είτε ακόμη και με συνολικά ψευδείς πληροφορίες. Θα προσπαθήσουμε λοιπόν η καταγραφή των γεγονότων να είναι αντικειμενική, προερχόμενη από συντρόφους και συντρόφισσες, οι οποίοι/ες παρότι είχαν σοβαρές έως και κάθετες διαφωνίες σε σχέση και με τις δύο πλευρές, παρευρέθηκαν σε όσες διεργασίες ήταν δυνατό και επιχείρησαν μέσω διαλεκτικής να επηρεάσουν τις εξελίξεις.
Από το Πολυτεχνείο του ’73 στο Πολυτεχνείο του ’95

Ξεκινώντας από το ιστορικό συμβάν θεωρούμε ότι η 17/11 του ’73 και τα γεγονότα που τη στιγμάτισαν και την καθιέρωσαν ως μια εξεγερτική επέτειο δεν ήρθαν ως κεραυνός εν αιθρία ούτε κατέλυσαν από μόνα τους, ως δια μαγείας, το δικτατορικό καθεστώς. Αποτέλεσαν την κορύφωση του αντιδικτατορικού αγώνα ενός κομματιού της κοινωνίας και παρότι η σπίθα άναψε από φοιτητές, μαθητές και νέους, πλαισιώθηκε στην πορεία από ένα πλήθος κόσμου με πολύμορφα και διαταξικά χαρακτηριστικά. Ο κεντρικός άξονας ήταν η πτώση της χούντας και το κύριο αίτημα ήταν η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Όπως όλες οι εξεγέρσεις όμως, έτσι κι αυτή ξεπέρασε τις προσδοκίες των υποκειμένων που πραγματοποίησαν και τροφοδότησαν την τριήμερη κατάληψη. Η εξέλιξη του εγχειρήματος και τα επιθετικά χαρακτηριστικά της κατάληψης, έφεραν τη συσπείρωση, την εκτόξευση της αλληλεγγύης και τη μαζικότητα. Η παρουσία εξεγερτικών πρακτικών ήταν μεγάλης σημασίας, καθότι έλαβε χώρα εν μέσω ολοκληρωτισμού και μιας ακραίας καθεστωτικής, και όχι μόνο, προπαγάνδας περί ταραξιών, πρακτόρων και προβοκατόρων ανάλογα την ιδεολογική αφετηρία της πλευράς που την εξαπέλυε.

Εν τέλει παρότι δε μπορεί να υπάρξει απόλυτη ιδεολογική ταύτιση του Πολυτεχνείου με την αναρχική ιδεολογία και τα προτάγματα της, η (αν και μικρή) συμμετοχή αναρχικών το ’73 παραμένει ιστορικά υπαρκτή. Η μετέπειτα δυναμική παρουσία του α/α κινήματος σε όλες τις επετείους με καταλήψεις, μαζικές συγκρούσεις και πληθώρα δράσεων αλλά κυρίως τα χαρακτηριστικά αυτοοργάνωσης κατά τη διάρκεια του τότε τριημέρου, η εξεγερσιακή διάθεση και πράξη, δημιούργησαν τους δικούς τους δεσμούς με τον αναρχικό χώρο πέρα από τους μεσσιανισμούς και την θυματοποίηση της αριστερής οπτικής.

Από εκείνη τη χρονιά και έκτοτε η 17/11 αποτελεί, μεταξύ άλλων, ημερομηνία ορόσημο της κοινωνικής σύγκρουσης, ενώ κάποιες χρονιές υπάρχουν ακόμα και νεκροί στις μάχες που μαίνονται στους δρόμους της Αθήνας και όλων των μεγάλων πόλεων. Τον Νοέμβρη του ΄95 πραγματοποιείται κατάληψη αναρχικών στο Πολυτεχνείο με ανοιχτό κάλεσμα στο οποίο ανταποκρίνονται 800 και πλέον αναρχικοί. Τα χαρακτηριστικά της κατάληψης είναι αμιγώς αντικρατικά και αντιεξουσιαστικά, ο ελληνικός τύπος “ωρύεται” με το κάψιμο της σημαίας και τις γενικευμένες συγκρούσεις και σαν γεγονός παίρνει κεντρική θέση στο δημόσιο λόγο. Η κατάληψη έρχεται να κορυφώσει μια περίοδο έντονων συγκρουσιακών γεγονότων, μαθητικών και εργατικών κινητοποιήσεων (τις οποίες πλαισιώνουν πολλοί αναρχικοί) ενώ την περίοδο που λαμβάνει χώρα εξελίσσεται η απεργία πείνας των Καλαρέμα – Μαρίνου. Ταυτόχρονα η εξαπόλυση έντονης κατασταλτικής βίας, τα κρατικά και παρακρατικά πογκρόμ αλλά και η δυναμική εξέγερση στις φυλακές του Κορυδαλλού που λειτουργεί συσπειρωτικά για το κίνημα, θα αποτελέσουν όλα μαζί το εκρηκτικό και εξεγερσιακό σκηνικό που κορυφώνεται στην κατάληψη του ΄95.

Σχετικά με τη κατάληψη του Πολυτεχνείου στις 15/11/2017

Το πρωί της Τετάρτης 15 Νοέμβρη πραγματοποιείται κατάληψη στο Πολυτεχνείο και η πρώτη της ανακοίνωση εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το πλαίσιο και το πολιτικό της περιεχόμενο. Η εικόνα αποτυπώνεται ως εξής. Τα μέλη της κατάληψης βρίσκονται μέσα στον χώρο και πλήθος αριστερών οργανώσεων βρίσκεται σε κατάσταση αναμονής περιμετρικά. Τα πολιτικά υποκείμενα τα οποία αποτέλεσαν τη συνέλευση της κατάληψης δημιούργησαν ένα ετερόκλητο σώμα με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, ενώ πολλοί από αυτούς πιθανόν δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την διαμορφούμενη κοινωνική και κινηματική κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση κάποιοι από αυτούς είναι σύντροφοι με διαρκή παρουσία στον αναρχικό χώρο και σε αγώνες που έχει δώσει το κίνημα όπως το καταληψιακό, το ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων και η αλληλεγγύη στους μετανάστες κ.ά. Δυστυχώς η πολυμορφία του σώματος δεν είχε θετικό αποτέλεσμα, ενώ τα μέλη της συνέλευσης έπεσαν σε αντιφάσεις τόσο σε πολιτικό επίπεδο όσο και σε σχέση με πρακτικά ζητήματα – δείγμα ενδεχομένως της έλλειψης προεργασίας, απαραίτητης ζύμωσης αλλά και υπευθυνότητας που απαιτούν όχι μόνο το συγκεκριμένο εγχείρημα αλλά και οτιδήποτε με το οποίο καταπιανόμαστε πολιτικά. Τα αιτήματα που εκ των υστέρων μπήκαν και η απουσία σύνδεσής τους με την κατάληψη [2] καθώς και η μη πρόβλεψη ενός ελάχιστου σχεδίου – κάτι που αποδείχτηκε μετά από ερώτηση συντρόφου – για την ικανοποίησή τους, αποτελούν κι αυτά μια ένδειξη απουσίας πολιτικής υπευθυνότητας. Η απονευρωμένη κοινωνική κατάσταση, σε συνάρτηση με τη κατάσταση στο εσωτερικό του α/α χώρου δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ευνοϊκή για τη στόχευση ενός τέτοιου εγχειρήματος. Η συνθήκη αυτή όμως εξωραΐστηκε εύκολα από τη λογική των επαναλαμβανόμενων πειραμάτων, μια λογική αυτοεκπληρούμενης προφητείας, η οποία επανέρχεται ξανά και ξανά αρκούμενη στο ίδιο της το κάλεσμα και μόνον, χωρίς καμία ουσιαστική προεργασία, αλλά και προσέγγιση για την πραγματοποίησή της. Παρ’ όλες τις προθέσεις, ένα τέτοιο μοτίβο κενού ή ελλιπούς πολιτικού περιεχομένου είναι καταδικασμένο να αποτύχει, λειτουργώντας σε βάθος χρόνου ακόμα και ανασταλτικά ως προς το στόχο τους.

Όσον αφορά το πολιτικό περιεχόμενο, ήταν περιοριστικό και αυτοαναφορικό με απόγειο την εξίσωση κομματικών μηχανισμών με πολιτικές οργανώσεις, χωρίς καμία επιχειρηματολογία. Ο ιδιότυπος αυτός πολιτικός αποκλεισμός έρχεται σε αντίθεση με τη λογική της πολυμορφίας και της ζύμωσης. Η εικόνα των καταληψιών στον χώρο, με όρους επίδειξης ισχύος και πραγματοποιώντας face control, απέκλειε πρακτικά κι ας μην απαγόρευε, την είσοδο σε ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου που επιθυμούσε να μπει στον χώρο ή ακόμα και να πλαισιώσει το εγχείρημα. Η απαγόρευση με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εγείρει το ερώτημα του σε ποιόν τελικά απευθύνθηκε η κατάληψη του Πολυτεχνείου. Ακόμα και ο τρόπος λήψης της απόφασης προμήνυε τον εσωστρεφή και κλειστό χαρακτήρα του εγχειρήματος. Στη συνέχεια, η ανοιχτή συνέλευση ήρθε να επιβεβαιώσει την εντύπωση αυτή, καθώς όπως φάνηκε τελικά ήμασταν εκεί προκειμένου να επικυρώσουμε ή όχι την ατζέντα των καταληψιών και όχι να συνδιαμορφώσουμε όπως αρμόζει σε μια ανοιχτή διαδικασία.

Στη διαδικασία που είχε καλέσει η κατάληψη [3] το ίδιο βράδυ παρευρέθηκαν περίπου 100 σύντροφοι/ισες, μέρος των οποίων, με τις τοποθετήσεις τους εξέφρασαν τις πολιτικές τους διαφωνίες σχετικά με το εγχείρημα. Να σημειωθεί εδώ, πως παρά τις διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις η διαδικασία πλαισιώθηκε από διάφορες ατομικότητες και οι τοποθετήσεις καθότι προσωπικές, οι οποίες σε σημεία συνέκλιναν και σε άλλα διέφεραν, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν ενιαίο πολιτικό μέτωπο. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι παρά τα όσα υπονοούνται στο κείμενο της Τ.Α [4], όσοι από εμάς παρευρέθηκαν στη συνέλευση, ούτε συναίνεσαν στο σπάσιμο της κατάληψης την επόμενη μέρα, ούτε θεώρησαν ότι αποτελεί λογική συνέχεια της παρέμβασης τους στη συνέλευση. Τα μέλη της Τ.Α επέλεξαν να μην τοποθετηθούν στη συνέλευση της κατάληψης, αλλά να συγκαλέσουν την δική τους πολιτική διαδικασία, μακριά από το όποιο κινηματικό πεδίο, και μέσα από τη διαδικασία αυτή να καταλήξουν στην λύση της επιβολής. Ωστόσο, είναι δεδομένο ότι και η στάση των καταληψιών, οι προειλημμένες αποφάσεις των οποίων απέκλειαν οποιαδήποτε ουσιαστική συνδιαμόρφωση, δεν εμπεριείχε σε καμία περίπτωση εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην λύση του ζητήματος με διαλεκτικούς όρους. Έπειτα από αρκετές ώρες, κατά τις οποίες η διαδικασία στερούνταν εναλλακτικών προτάσεων διαχείρισης, εν τέλει έληξε χωρίς κάποια σοβαρή διαφοροποίηση και ενώ αποκρυσταλλώθηκε η εντύπωση πως τα χαρακτηριστικά της κατάληψης δεν ήταν προς συνδιαμόρφωση. Επιπροσθέτως, η αίσθηση πως τα υποκείμενα που αποτελούσαν το σώμα της κατάληψης δεν θα μπορούσαν να υποστηρίξουν με συνοχή και αίσθημα ευθύνης τόσο πολιτικά όσο και ενδεχομένως πρακτικά την κατάληψη ήταν μετά και την ανοιχτή διαδικασία ισχυρή σε όλους.

Σε αυτό το σημείο οφείλουμε να καταθέσουμε κάπως πιο συγκεκριμένα την άποψή μας για τη κατάληψη του Πολυτεχνείου και πως αυτή εξελίχθηκε. Αρχικά, να κάνουμε σαφές ότι, δεν θεωρούμε εξ’ ορισμού προβληματική την επιλογή της κατάληψης ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος. Για την ακρίβεια κάτω από άλλες συνθήκες πολύ πιθανόν να μας έβρισκε σύμφωνους ένα τέτοιο εγχείρημα. Αν για παράδειγμα είχε προηγηθεί μια κεντρική συνέλευση αναρχικών για να συζητηθεί η θέση μας, ως χώρος, απέναντι στη φιέστα του Πολυτεχνείου και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι πολιτικές συγκυρίες επιτάσσουν μια σειρά δράσεων, ανάμεσα τους και τη κατάληψη του Πολυτεχνείου, ούτως ώστε να προωθηθούν οι στόχοι μας και τα προτάγματα μας (όπως έχει συμβεί σε ανάλογες περιπτώσεις), τότε η στήριξη μας θα ήταν δεδομένη.

Αυτό που μας έφερε απέναντι λοιπόν από το συγκεκριμένο εγχείρημα δεν ήταν αυτή καθ’ αυτή η επιλογή της κατάληψης, αλλά ο τρόπος και οι όροι κάτω από τους οποίους πραγματοποιήθηκε. Πιο συγκεκριμένα, η διαδικασίας λήψης της απόφασης, αλλά και η απόπειρα των καταληψιών να φέρουν το σύνολο του κινήματος προ τετελεσμένων γεγονότων, κλείνοντας κάθε δίοδο συνδιαμόρφωσης, ήταν οι λόγοι που οδήγησαν κάποιους από εμάς να τοποθετηθούμε με σκληρή κριτική απέναντι στο σώμα της κατάληψης. Οι τοποθετήσεις μας κινήθηκαν, λίγο-πολύ, γύρω από έναν βασικό άξονα, ο οποίος ήταν ο επαναπροσδιορισμός των χαρακτηριστικών της κατάληψης. Δηλαδή – εφόσον οι καταληψίες δεν είχαν καμία διάθεση να λήξουν την κατάληψη – να αποτραπεί η είσοδος των κοινοβουλευτικών κομμάτων και να παραμείνει η κατάληψη στο κτήριο Γκίνη, ούτως ώστε να διαφυλάξει αυτή την απόφαση και να δημιουργηθεί η δική μας εστία προπαγάνδησης και αγώνα στο Πολυτεχνείο στο τριήμερο της 15-17 Νοέμβρη. Φυσικά αυτό είναι μόνο ένα θραύσμα από το τι συνολικά ειπώθηκε στη διαδικασία της συνέλευσης, καθώς είναι πρακτικά αδύνατο να μεταφέρουμε το σύνολο της σε ένα κείμενο τοποθέτησης. Εν ολίγοις η αντίθεση μας με την εν λόγω κατάληψη οδήγησε στη σύγκρουση (λεκτικά) με τους καταληψίες και προφανώς στη συνέχιση της κατάληψης καθώς όπως προείπαμε η παρουσία μας στη συνέλευση ήταν πρωτοβουλιακή χωρίς κάποια προαποφασισμένη συνεκτική θέση. Εν τέλει αυτό που θεωρήσαμε καίριας σημασίας, σε πρώτο χρόνο, ήταν η παρουσία μας στη συνέλευση της κατάληψης έτσι ώστε μέσα από την ανοιχτή διαδικασία να προβάλλουμε τις ενστάσεις μας αποσκοπώντας σε μια διαλεκτική εξισορρόπηση των αντίθετων θέσεων (αντιθέσεων).

Η “παρέμβαση” στη κατάληψη και το τέλος της

Το πρωί της Πέμπτης δημοσιεύεται το κάλεσμα της Ταξικής Αντεπίθεσης [5], το οποίο παρότι κι αυτό διαφωνεί με την κατάληψη, εντούτοις κινείται σε μια λογική πολιτικής απομόνωσης και συκοφάντησης προλειαίνοντας το έδαφος μιας κατασταλτικής επέμβασης. Με μια φρασεολογία που παραπέμπει στα σταλινικά πρότυπα προπαγάνδας, εξισώνουν τους καταληψίες με τους ακροδεξιούς, χουντικούς δολοφόνους της ΕΚΟΦ εντελώς ανυπόστατα, μιλώντας και πράττοντας βάσει μιας λογικής η οποία προστάζει πως όποιος διαφοροποιείται πολιτικά αποτελεί εχθρό του κινήματος και θα εκδιωχθεί από αυτό. Παρενθετικά, η απόπειρα εξαφάνισης των καταληψιών του πολυτεχνείου από την κινηματική πραγματικότητα («περίπου 15 άτομα, που καμία σχέση δεν έχουν με το ανταγωνιστικό κίνημα και τις διαδικασίες του»), δυστυχώς αξιοποιήθηκε σε ένα βαθμό από το κράτος όσον αφορά την εκκένωση της Gare. Τα συστημικά ΜΜΕ ανάπτυξαν τη θεωρία σύμφωνα με την οποία υπάρχουν δύο αναρχικοί χώροι – οι “ιδεολόγοι” και οι “μπαχαλάκηδες” – ενδύοντας την κατασταλτική επίθεση σαν προσπάθεια του κράτους “να καθαρίσει τον αναρχικό χώρο από μια εγκληματική συμμορία που λυμαίνεται τις δομές του”. Στις αναφορές της Τ.Α, είναι ξεκάθαρη η λογική της πολιτικής πρωτοπορίας που μπορεί να αποφασίζει ποιος ανήκει στο ανταγωνιστικό κίνημα και ποιος όχι, ποιος λειτουργεί προωθητικά και ποιος αποτελεί τροχοπέδη και συνεπώς πρέπει να κατασταλεί. Αξιοσημείωτο είναι ότι στο κείμενο της Τ.Α δεν βρίσκεται ούτε μια φράση σχετικά με την απονοηματοδότηση της εξέγερσης από τις αριστερές γκρούπες ή ακόμα περισσότερο με την νοηματοδότηση του πολυτεχνείου σαν φιέστα της αστικής δημοκρατίας από το επίσημο κράτος. Αποκορύφωμα είναι η υπόνοια για την αντιμετώπιση των καταληψιών «αν χρειαστεί», με τρόπους και πρακτικές που χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς ενάντια στους φασίστες. Έτσι η Τ.Α. υιοθετώντας μια στρεβλή αφήγηση των συμβάντων, καταλήγει να πράττει ανάλογα με τις υποτιθέμενες διαθέσεις της κοινής γνώμης. Συμπερασματικά λοιπόν, αυτό που περιφρουρήθηκε από την Τ.Α είναι στην ουσία η διατήρηση της κανονικότητας και ο εορτασμός του Πολυτεχνείου ως μια δημοκρατική φιέστα ενώ ταυτόχρονα η δράση της λειτούργησε ενισχυτικά στο κάλεσμα αριστερών και κομματικών μηχανισμών [6] ανοίγοντας τους κυριολεκτικά το δρόμο. Στο κάλεσμα της, ανταποκρίθηκαν ορισμένες αναρχικές συλλογικότητες και ατομικότητες καθώς και μέλη αριστερών οργανώσεων που συμμετείχαν ατομικά.

Στις τέσσερις το μεσημέρι ένα πλήθος τουλάχιστον 150 ατόμων επεμβαίνει στο κτήριο και ουσιαστικά εξασφαλίζει την είσοδο των αριστερών οργανώσεων στον χώρο του πολυτεχνείου μαζί με τις οποίες στην συνέχεια πραγματοποιεί συζήτηση σχετικά με τα γεγονότα. Εν τέλει, οι οργανωμένες περιφρουρήσεις των ΕΑΑΚ και κάποιων άλλων πολιτικών κομματιδίων εισέρχονται τελικά από τη Στουρνάρη, κάτω από αποδοκιμασίες μελών της κατάληψης αλλά και άλλων αναρχικών συντρόφων. Σημαντική λεπτομέρεια εδώ, είναι ότι τα μέλη του security team διατηρούν την τάξη στην πόρτα και μπαίνουν στη μέση σε κάποιες ελάχιστες αψιμαχίες που σημειώνονται. Μερικές ώρες αργότερα, πραγματοποιείται η συζήτηση που έχει καλέσει η Ταξική Αντεπίθεση με κοινή συμμετοχή τμήματος του α/α χώρου και αριστερών οργανώσεων και κομμάτων, κατά την οποία οι ομιλητές επιδίδονται σε αυτοαναφορικές συγχαρητήριες τοποθετήσεις, ενώ ταυτόχρονα αναρχικοί σύντροφοι τοποθετούνται είτε ατομικά είτε συλλογικά και κάποιοι από αυτούς αποχωρούν, μη επιθυμώντας οποιαδήποτε συνδιαλλαγή με αριστερούς.

*

Αναζητώντας τις βαθύτερες αιτίες των ενδοκινηματικών αντιφάσεων δεν γίνεται να μην σταθούμε και στο ζήτημα των υποκειμένων, τόσο αυτών που οριοθετούν πολιτικά τις δύο αντιμαχόμενες κινήσεις, όσο και των υποκειμένων στα οποία αυτές απευθύνονται. Το διαρκές κάλεσμα της εξέγερσης από την μία και η επίκληση του «λαού» και του κοινωνικού κινήματος – της αγωνιζόμενης δηλαδή έκφρασης του – από την άλλη, αλλάζουν τους όρους και τοποθετούν το ζήτημα, ως ζήτημα ταυτοτήτων. Πέρα όμως και από τις ταυτότητες, εμφανίζεται αναπόφευκτα η σημαντική και ουσιώδης διαφοροποίηση: η μια πλευρά αναγνωρίζει στο υποπρολεταριάτο τον κατάλληλο πυροκροτητή κοινωνικών εκρήξεων, ενώ η άλλη προσπαθεί να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας ανάμεσα στην αναρχία και σε κομματίδια της αριστεράς στα πλαίσια ενός υποτιθέμενου κοινού κινήματος, αποκρύπτοντας τις γνωστές ουσιώδεις πολιτικές διαφορές. Διαφορές οι οποίες δεν είναι λεπτομερειακού επιπέδου, αλλά δομικές και έχουν να κάνουν με τον επιδιωκόμενο τρόπο κοινωνικής οργάνωσης.

*

Στους λόγους για τους οποίους καταλήξαμε στα γεγονότα της 16/11, στο σπάσιμο δηλαδή της κατάληψης θα πρέπει να αναγνωρίσουμε και την αδυναμία εξεύρεσης κινηματικής λύσης. Αυτή η αδυναμία αποδίδεται αναμφίβολα στον κατακερματισμό του α/α χώρου – είναι χαρακτηριστικό ότι στην κατηγορία απέναντι στους καταληψίες, για ποιό λόγο δεν καλούσαν ανοιχτή διαδικασία για να προετοιμαστεί καλύτερα η κατάληψη, εκείνοι απάντησαν δικαίως ότι δεν θα παρευρίσκονταν κανένας. Παράλληλα, το μερίδιο της ευθύνης των συγκεκριμένων συντρόφων για αυτόν ακριβώς τον κατακερματισμό που στηλιτεύουν είναι δεδομένο, όπως αντίστοιχα για τον καθένα/καθεμία από εμάς που συμμετέχουν στον α/α χώρο. Συνεπώς, η ολοκληρωτική απουσία κεντρικών δομών που θα μπορούσαν να παίξουν οποιοδήποτε ρόλο ήταν καταλυτική με αποτέλεσμα το βάρος να πέσει στις πλάτες ατομικοτήτων που αποφάσισαν να συμμετάσχουν στην συνέλευση της κατάληψης και εκεί να δηλώσουν ξεκάθαρα την διαφωνία τους με τα περιεχόμενα και τις επιλογές των καταληψιών. Στον αντίποδα, η εξέλιξη των πραγμάτων θέτει και το ερώτημα που περιμένει απάντηση: μέχρι πού μπορεί μια πολιτική ομάδα/συλλογικότητα να παρεμβαίνει σε δράσεις και επιλογές άλλων πολιτικών ομαδοποιήσεων και αντίστροφα;

Η περίοδος σκληρής καταστολής των πρώτων μνημονιακών χρόνων και οι μέρες αφομοίωσης μέσω της αριστερής διαχείρισης της εξουσίας που την διαδέχτηκαν, οδήγησαν ένα κομμάτι αγωνιστών μακριά από τις κεντρικές διαδικασίες. Αντίστροφα η αναγωγή των Εξαρχείων στο κυρίαρχο πεδίο δράσης και οι πολιτικοί ηγεμονισμοί ανάμεσα σε διαφορετικές τάσεις, που οξύνονται τώρα που το ακροατήριο είναι μικρό, είναι δυσεπίλυτα προβλήματα που έχουν σαφέστατα άμεσα σύνδεση με τα γεγονότα που περιγράφονται. Από τα προηγούμενα δεδομένα προκύπτει και η τοποθέτηση όσων συνυπογράφουμε αυτό το κείμενο, ενώ δυστυχώς οι συνθήκες δεν ευνοούν την οικοδόμηση μιας συνολικής συνεκτικής αφήγησης που να ξεπερνάει τις δύο εκατέρωθεν πολιτικές στρατηγικές. Η συγγραφή αυτού του κειμένου, ωστόσο, δεν προκύπτει από κάποια αναγκαιότητα έκφρασης μιας συμφιλιωτικής αντίληψης, ενός κακώς εννοούμενο “όλοι μαζί”, αλλά σαν ανάγκη κατάδειξης και ξεπεράσματος των δύο συγκρουόμενων αντιλήψεων και των λογικών που εισάγουν στον α/α χώρο.

*

Είναι δεδομένο ότι η περίοδος που διανύουμε είναι κομβικής σημασίας για τις προοπτικές του α/α χώρου, των ομάδων και συνολικότερα των δομών που αυτός εμπεριέχει. Η αδυναμία να αρθρωθεί και να γειωθεί συνολικός αντικρατικός λόγος τα προηγούμενα χρόνια της κρίσης, να δομηθεί δηλαδή μια πολιτική και στρατηγική πρόταση για το πώς μπορεί να οργανωθεί η κοινωνία χωρίς εξουσία, ακόμα και όταν υπήρχαν κοινωνικές αναταραχές και συνεπώς μεγαλύτερη δυνατότητα κοινωνικής παρέμβασης, οδήγησε ένα πλήθος αγωνιστών/στριών στις εύκολες λύσεις: ένα τμήμα εμμένει στην αναζήτηση της εξέγερσης ως αυταπόδεικτη λύση και απάντηση σε όλα τα πολιτικά ερωτήματα, ενώ άλλα τμήματα καταφεύγουν στα μαρξιστικά και λενινιστικά εγχειρίδια, ως έτοιμη λύση. Ένα σύνολο παραγόντων, σε συνδυασμό με τις δικές μας ελλείψεις και ανεπάρκειες ταΐζουν την αποστασιοποίηση, τις λογικές ισχύος, πρωτοπορίας και εν τέλει εξουσίας στο εσωτερικό μας. Σκοπός και χρέος μας είναι να βρούμε αυτές ακριβώς τις απαραίτητες απαντήσεις, χωρίς δογματικές αγκυλώσεις, αλλά ούτε αξιακές και πολιτικές στρεβλώσεις, καθώς και τις δομές που θα τις υλοποιήσουν.

Δεν διεκδικούμε πρωτεία πολιτικής καθαρότητας, ούτε αξιώνουμε για τους ευατούς μας τον ρόλο του κριτή ανάμεσα στις αντιμαχόμενες δυνάμεις του κινήματος. Σκοπός μας δεν είναι να κουνήσουμε επιδεικτικά το δάχτυλο σε ανθρώπους και ομάδες που έπραξαν έξω από τα δικά μας πολιτικά κριτήρια σε ένα πλαίσιο σωστού και λάθους. Άλλωστε η ίδια η φύση του σωστού και του λάθους σε έναν πολιτικό αγώνα φέρει μια βαθιά υποκειμενικότητα και ως εκ τούτου μια ανάλυση σε αυτή την κατεύθυνση θα ήταν εκ προοιμίου άτοπη και άκαιρη. Η τοποθέτηση αυτή είναι για εμάς μια ευκαιρία να ανοίξει ένας πολιτικός διάλογος στο εσωτερικό του κινήματος και ει δυνατόν να βρεθούν κάποιες απαντήσεις/λύσεις στις χρόνιες παθογένειες που δυστυχώς χαρακτηρίζουν τον ριζοσπαστικό/ανατρεπτικό χώρο. Για μας ο δρόμος προς την διαλεκτική ενότητα (που καλώς ή κακώς είναι απαραίτητη εάν θέλουμε να αξιώνουμε χαρακτηριστικά κινήματος) περνάει μέσα από την οργάνωση και την θεωρητική εξέλιξη κάθε ατόμου, πολιτικής ομάδας και συλλογικότητας. Καταθέτουμε την άποψή μας λοιπόν εκθέτοντας και τους εαυτούς μας στην σφαίρα του διαλόγου αυτού που θεωρούμε απαραίτητο να ανοίξει. Σε μία εποχή που το αναρχικό κίνημα στην Ελλάδα φαίνεται να ακολουθεί την πορεία των ευρωπαικών κινημάτων στις δεκαετίες του 70′-80′ είναι χρέος μας να δώσουμε έναν παράλληλο και πολύπλευρο αγώνα, όχι μόνο ενάντια σε κράτος και εξουσία, αλλά και με τους ίδιους τους εαυτούς μας. Έναν αγώνα να ξεπεράσουμε αγκυλώσεις, εξουσιαστικές νοοτροπίες, δογματισμούς και λογικές ανάθεσης, έναν αγώνα για οργάνωση του χώρου μας στη κατεύθυνση ενός δυναμικού κινήματος, έναν αγώνα διάχυσης εκ νέου των προταγμάτων μας μακριά από στρεβλές αντανακλάσεις εξουσιαστικών ιδεολογημάτων. Έναν αγώνα για την αναρχία, με την αναρχία για πυξίδα.

Πρωτοβουλία αναρχικών/αντιεξουσιαστών

[1] https://athens.indymedia.org/post/1580023/
[2] https://athens.indymedia.org/post/1580020/
[3] https://athens.indymedia.org/post/1580051/
[4] https://athens.indymedia.org/post/1580424/
[5] https://athens.indymedia.org/post/1580079/
[6] http://www.alfavita.gr/arthron/koinonia/koini-dilosi-organoseon-ohi-ston-apokleismo-toy-polytehneioy-kai-sti-akyrosi-toy

Το κείμενο σε pdf 17Ν-2017

ΛΙΓΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΜΠΑΤΣΟΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΙΣ 29/6

 Εδώ και κάποιες μέρες δημοσιοποιήθηκε η πρόθεση των μπάτσων της π.ο.ασ.υ. για πραγματοποίηση εκδήλωσης στην πλατεία εξαρχείων, με θέμα “ανοιχτές κι ελεύθερες πόλεις” και αναφέρει πως είναι “ενάντια σε κάθε μορφή βίας και αυταρχισμού”.

 Η έκπληξή μας για την απόφαση τους αυτή, θα έπρεπε να είναι τόση όση και για το ότι ο ήλιος ανατέλλει το πρωί. Ως φυσική συνέχεια ενός κλίματος “δημοκρατικής λαϊκής αγανάκτησης” για τα φαινόμενα βίας στην περιοχή, καθώς και των καλεσμάτων του Τόσκα σε “φορείς και συλλογικότητες της περιοχής”, εδραιώνει επικοινωνιακά την “ηθική” νομιμοποίηση της διαρκούς -και με λυμμένα χέρια-παρουσίας μπάτσων στα εξάρχεια.

 Αποτελεί όμως κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό επικοινωνιακό παιχνίδι. Πέρα από λογικές μιας ιδιότυπης “φετιχοποίησης” των εξαρχείων από πλευράς μας, έχει σημασία να μπορέσουμε να ..δούμε με τα μάτια του εχθρού, προσπαθώντας να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε βαθύτερα. Φυσικά τα διαφορετικά σκεπτικά και αναλύσεις μας ως α/α, οδηγούν σε διαφορετικές ερμηνείες και εκτιμήσεις-άρα εν μέρει και διαφορετικές επιλογές δράσης, κάτι που έχει γίνει σαφές όλο αυτό το διάστημα. Υπάρχουν επιλογές που ανεξαρτήτως πρόθεσης δεν βοήθησαν να ξεκαθαριστεί μια και καλή η διαχωριστική γραμμή μεταξύ.. ημών και της ποικίλων μορφών αυλικών του σύριζα. Κι αυτό δε θα φαινόταν εύκολα παρά με τον καιρό, κάτι που τώρα πλέον γίνεται σε όλο και πιο πολύ κόσμο ορατό.

 Η εκδήλωση αυτή λοιπόν των ένστολων δολοφόνων, είτε ακυρωθεί απ το κράτος είτε όχι, ΔΕΝ πρέπει να γίνει. Όχι λόγω μιας ανυπομονησίας για ..μπάχαλα, όχι λόγω υπερεκτίμησης της σημασίας της ή των δυνατοτήτων μας, αλλά επειδή η θιγμένη μας αξιοπρέπεια αντιδρά.

 Αντιδρά επειδή έχουμε Μνήμη. Επειδή δεν ξεχνάμε τους δολοφονημένους από μπάτσους στα εξάρχεια αδερφούς μας Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο και Μιχάλη Καλτεζά. Δεν ξεχνάμε τις επιδρομές των μπάτσων και τα όργια καταστολής με κάθε κυβέρνηση. Δεν ξεχνάμε τους “φίλα προσκείμενους” συριζαίους και τη μάσκα αληλεγγύης τους που έκρυβε το άθλιο πραγματικό τους πρόσωπο για κάποιο κόσμο, ούτε και το ρόλο των κεκαλυμμένων παρατρεχάμενών τους.

 Αντιδρά επίσης, επειδή θέλουμε και θα έχουμε προοπτική. Προοπτική πολύμορφων δράσεων, για τη διάχυση του αναρχικού λόγου και πρακτικών. Για την εδραίωση του φυσικού δικαιώματος να ζούμε και να κινούμαστε ελεύθερα όπου όπως και όταν το επιθυμούμε εμείς και όχι οποιαδήποτε κρατική ή άλλη εξουσία.

 Έτσι λοιπόν απλώνουμε ένα χέρι αλληλεγγύης σε κάθε άτομο ή ομάδα, σε κάθε σύντροφο και συντρόφισσα, στα εξάρχεια ή οπουδήποτε που επιλέγει τη μάχη των οδοφραγμάτων στον καθημερινό κι αδιαπραγμάτευτο αγώνα μας ενάντια στο κράτος, τους μπάτσους και σε ό,τι πρεσβεύουν.

 ΕΞΩ ΟΙ ΜΠΑΤΣΟΙ ΑΠ ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ ΚΙ ΑΠ ΤΙΣ ΖΩΕΣ ΜΑΣ.

 A-politiko.

Καταστροφή και γλώσσα, του Alfredo Bonanno

[μεταφραση: aixmi]

αναδημοσίευση από: https://artbloggr.wordpress.com/2015/10/04/1058/

(…) Η δομή της κυριαρχίας, οι όροι της σύγκρουσης και η σύνθεση της εκμεταλλευόμενης τάξης έχουν αλλάξει σε τέτοιο βαθμό ώστε μια επιχείρηση όπως «η κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων» με τη μαρξιστική έννοια ή μια απελευθέρωση από τα κάτω με τtumblr_n1996knoae1sgw0cbo1_500ην αναρχική έννοια έχουν γίνει εντελώς αδιανόητες. Αυτές οι δύο προσπάθειες είναι αντιθετικές, αλλά μοιράζονται την ιδέα της κατάληψης των μέσων παραγωγής και της παράδοσής τους στα χέρια των αντιπροσώπων της εκμεταλλευόμενης τάξης που θα οργανώσει την απελευθερωμένη κοινωνία. Τότε τί απομένει;

Αυτό που απομένει είναι η καταστροφική επίθεση… και αυτό είναι ένα πολύ διφορούμενο σημείο… Τί σημαίνει καταστροφή; Τί σημαίνει να καταστρέφεις έναν πυλώνα, όταν εκατό χιλιάδες, ίσως ένα εκατομμύριο από αυτούς είναι ακόμα όρθιοι; Ποιά είναι η σημασία της;

Νομίζω πως θα πρέπει να σκεφτούμε για λίγο, να κάνουμε ένα βήμα πίσω. Καθένας από μας έχει φτιάξει μια θετική και μια αρνητική αντίληψη της πραγματικότητας μέσα του. Ζούμε σε ένα πλαίσιο που λαμβάνουμε σαν πραγματικό (εκτός αν αποδεχόμαστε την ιδέα της πεταλούδας και του ονείρου), πραγματικό και θετικό, δηλαδή, αντίστοιχο με μια εποικοδομητική διάσταση προμηθευμένη με χαρακτηριστικά που εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου, και που ορίζουμε την εξέλιξη αυτή σαν ιστορία. Από την ομίχλη ενός υποθετικού αρνητικού σκοταδισμού, μεσαίωνα, έχουμε φτάσει στο σύγχρονο πολιτισμό. Τώρα υπάρχει η πενικιλίνη, και οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν πλέον από την πανώλη ή ακόμη από την ελονοσία, τουλάχιστον εντός ορισμένων ορίων, δεδομένου ότι εξακολουθούν να υπάρχουν μέρη στον πλανήτη όπου οι άνθρωποι πεθαίνουν από αυτά τα πράγματα.

Έτσι, μέσα μας, δίνουμε μια θετική αξία στην εποικοδομητική διάσταση, δεδομένου ότι είμαστε ένας οργανισμός (ακόμη και από βιολογική άποψη) και φοβόμαστε το θάνατο σαν την ακραία ιδέα της καταστροφής. Νομίζουμε ότι η ζωή μας είναι μια συσσώρευση θετικών. Είμαστε μωρά, μεγαλώνουμε, γινόμαστε πιο δυνατοί, γινόμαστε ενήλικες, μετά ηλικιωμένοι, και μετά πεθαίνουμε. Το τελευταίο πάντα μετατίθεται στο μέλλον, αλλά κατά τη διάρκεια της ζωής μας θέλουμε μόνο να αποκτήσουμε… αναγνώριση (αλλά όχι ακίνητη περιουσία, δεδομένου ότι ως αναρχικοί και επαναστάτες δεν κατέχουμε ιδιοκτησία). Αλλά αυτό δεν είναι εκείνο που θέλουμε να κάνουμε. Από τη στιγμή που σκεφτόμαστε την ανάπτυξη και την απόκτηση ως θετικές, θεωρούμε την ποσότητα θετική. Με άλλα λόγια, αν ξέρουμε τρεις γλώσσες, θεωρούμε τους εαυτούς μας καλύτερους από κάποιον που ξέρει μόνο μία ή δύο. Δεν συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει μια λειτουργιστική υπόθεση, μια υλιστική υπόθεση, σε όλα αυτά. Υπάρχουν υπολείμματα της παλιάς αυτής διαδικασίας του 18ου αιώνα η οποία νόμιζε ότι με την επιδίωξη αυτού που είναι χρήσιμο στο επιμέρους άτομο αυξάνεται συνολικά εκείνο που είναι χρήσιμο στην ανθρωπότητα. Αυτή είναι η πιο αισχρή ιδέα που είχε πολλές αρνητικές συνέπειες. Τί συμβαίνει όταν θεωρούμε την ποσότητα, την καθημερινή ποσότητα, σαν την ποιότητα της ζωής μας;

Στην αγωνιώδη επιθυμία να έχουμε κάτι στην κατοχή μας, έχουμε χάσει κάτι ώστε να είμαστε κάποιοι, έχουμε χάσει την ποιότητα του να είμαστε κάποιοι, και δεν είμαστε πλέον σε θέση να διακρίνουμε αυτή την πραγματικότητά μας, αυτό το πράγμα για το οποίο αξίζει τον κόπο να ζει κανείς.

Εδώ βρίσκεται ο λόγος που φοβόμαστε την καταστροφή: Πρώτον, διότι μας θυμίζει το θάνατο. Δεύτερον, διότι μας θυμίζει την άρνηση της λειτουργικότητας. Εκείνος που καταστρέφει δεν είναι λειτουργικός σε τίποτα.

Δεν είναι, στην πραγματικότητα, αλήθεια — τουλάχιστον όχι εντελώς — ότι καταστρέφοντας έναν πυλώνα προκαλείται πραγματική ζημιά στα συμφέροντα της ENEL (η ιταλική ενεργειακή εταιρία). Δεν υπάρχει εξίσωση με την οποία «ένας λιγότερος πυλώνας» ισούται με «μια μεγαλύτερη ζημιά στην ENEL.» Μια απόλυτη σχέση αυτού του είδους δεν υπάρχει, και όποιος προσπαθεί να αποδείξει μια τέτοια εξίσωση λέει ανοησίες. Γιατί λοιπόν φοβόμαστε την καταστροφή; Φοβόμαστε κάτι μέσα μας, όχι κάτι έξω από μας. Μπορούμε να κατανοήσουμε την ποσότητα, την ανάπτυξη και την απόκτηση μέσω της λογικής. Μπορούμε να κατανοήσουμε την κριτική όλων αυτών μέσω της λογικής, που οδηγεί στην αδύναμη σκέψη που ανέφερα προηγουμένως, στην αβεβαιότητα, την αμφιβολία, κλπ. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την καταστροφή μέσω της λογικής, διότι το να κατανοήσουμε την ιδέα της καταστροφής στην πιο ριζοσπαστική της έννοια, καθένας από μας θα έπρεπε να έχει μια αίσθηση αποστροφής για την προσβεβλημένη αξιοπρέπειά μας, προκειμένου να κατανοήσουμε τη σημασία της καταστροφής, ο καθένας μας θα έπρεπε να εμπλακεί σε προσωπικό επίπεδο.

Δεν μπορούμε να καταστρέψουμε κάτι αν δεν είμαστε πρόθυμοι να καταστρέψουμε τον εαυτό μας τη στιγμή που καταστρέφουμε αυτό το πράγμα. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η ιδέα της συμμετοχής στην καταστροφική πράξη. Μπορούμε να διαχωρίσουμε την άπληστη, εποικοδομητική πράξη από τον εαυτό μας και να πούμε: «Κοιτάξτε, έχω ένα σπίτι και μια βιβλιοθήκη 10.000 τόμων», αλλά δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την ιδέα της καταστροφής από τους εαυτούς μας. Με άλλα λόγια, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα για να αναδείξουμε την άπληστη ιδέα, το σπίτι, τα βιβλία, τον πολιτισμό, την ανάπτυξη, τις τρεις γλώσσες που έχουμε μάθει, αλλά δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα για να διευκρινίσουμε το πρόβλημα της καταστροφής. Οι λέξεις μου δεν έχουν κανένα νόημα. Αυτός είναι ο λόγος που πέφτουν βροχή στα κεφάλια σας σαν να στερούνται νοήματος, διότι το να μιλάς για καταστροφή δεν έχει κανένα νόημα παρά μόνον μέσω μιας άλλου είδους γλώσσας. Αυτό το άλλο είδος γλώσσας… δεν αποτελείται απλώς από λέξεις, αλλά από αυτόν τον εξαιρετικά πολύπλοκο συνδυασμό που πραγματώνεται μεταξύ θεωρίας και πράξης. Η ολότητα του καθενός μας, της ανθρώπινης ύπαρξής μας, η βαθύτερη ουσία του σώματός μας και της σκέψης μας, είναι η συνύπαρξη θεωρίας και πράξης, όχι μόνο το ρίσκο, αλλά επίσης η επιθυμία, η ευχαρίστηση, η λαχτάρα να ζήσουμε τη ζωή μας ολοκληρωμένα, αυτό είναι μια διαφορετική γλώσσα. Και δεν είναι μια γλώσσα που μπορεί να ταξινομηθεί σε λέξεις…

…Η καταστροφή δεν είναι μια μεταφυσική ιδέα. H καταστροφή έγκειται στο να πας σε ένα μέρος και να καταστρέψεις κάτι, αλλά η διαδικασία που μπορεί να μας επιτρέψει να πραγματοποιήσουμε αυτή την ενέργεια είναι μια διαδικασία που πρέπει να μας εμπλέξει στο σύνολό μας, ως ολοκληρωμένες ανθρώπινες υπάρξεις, όπως οι άνδρες και οι γυναίκες είναι ικανοί να εκφράζουν τους εαυτούς τους με πληρότητα, όχι στο διαχωρισμό που θέλει να μας διακρίνει από αυτό που έχουμε αποκτήσει, από αυτό που γνωρίζουμε, από αυτό που κατέχουμε, όχι σε αυτό το διαχωρισμό, διότι η γλώσσα των λέξεων κυριαρχεί σε αυτό τον διαχωρισμό. Και αυτή είναι μια γλώσσα που υπαγορεύεται από την ορθολογικότητα αιώνων καταπίεσης, εν ολίγοις, την Καρτεσιανή γλώσσα εκείνων που κατασκευάζουν φυλακές, βασανιστήρια, ανακρίσεις· τη γλώσσα των ιερέων, των Φραγκισκανών, των Δομηνικανών που έστειλαν τον Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά στην Campo di Fiori. Όμως στην καταστροφή άλλη γλώσσα επικρατεί, στην καταστροφή άλλη γλώσσα είναι απαραίτητη.

Στην καταστροφή, η γλώσσα της γενναιοδωρίας, της απογύμνωσης, η γλώσσα του μύθου, του Διονύσου, ανθεί. Ο Διόνυσος είναι ο θεός της παραδοξότητας, ο θεός που έρχεται σαν κλέφτης μέσα στη νύχτα, που διεισδύει μέσα μας. Ο Διόνυσος είναι ο θεός των γυναικών, όχι των ανδρών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή η ιδέα της καταστροφής είναι πιο κατανοητή στις γυναίκες παρά στους άνδρες που είναι πολύ πιο φοβισμένοι από τις γυναίκες.

Γιατί η ιδέα της καταστροφής συνδέεται με το Διόνυσο, το θεό που ήρθε μέσα στη νύχτα σαν κλέφτης, ο θεός που δεν είχε μέρος λατρείας αλλά ήταν ένας ξένος παντού και παντού διείσδυε στη λατρεία άλλων θεών; Επειδή η λατρεία του Διονύσου βασίζεται κυρίως στην καταστροφή, μάλιστα, στο σκίσιμο σε κομμάτια (σπαραγμός) του εχθρού. Το θύμα είναι διαμελισμένο, συντριμμένο, σπασμένο, και αυτή είναι η αποτελεσματική σημασία της καταστροφής, στην οποία βλέπουμε τη διονυσιακή συμμετοχή στην πρωτογενή πράξη της ριζικής καταστροφής του εχθρού στη βαθύτερη ρίζα της. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με ποσοτική επίθεση.

Για πρώτη φορά, μπαίνουμε σε μια σειρά προβλημάτων που είναι διαφορετικά, που δεν έχουν καμία σχέση με την παραδοσιακή κριτική του κόμματος, του συνδικάτου, κλπ. Φυσικά, όταν μιλάμε για καταστροφή, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα επικίνδυνο ναρκοπέδιο στο οποίο υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις, η συζήτηση θα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ άπειρον. Αυτός είναι ο λόγος που θέλω να τελειώσω λέγοντας ότι η ιδέα της καταστροφής είναι εκφράσιμη μέσα από το σύνολο του προσώπου που την πραγματώνει με πράξεις, και τη στιγμή που την πραγματώνει στην πράξη, είναι μια θεωρία, η δυνατότητα να γίνει κατανοητή από τους άλλους. Σε αντίθεση με την εποικοδομητική ιδέα, η οποία μπορεί να διαχωριστεί από αυτόν που την πραγματοποιεί, που μπορεί έπειτα να είναι πολύ καλός στο να μιλάει για τα προβλήματα που σχετίζονται με την κατασκευή, και ούτω καθεξής.

…Θέλω να γίνω πλήρως κατανοητός στο ότι δεν υπάρχει μόνο η γλώσσα των λέξεων που όλοι μας γνωρίζουμε, αλλά επίσης άλλες δυνατότητες για επικοινωνία. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο καθένας από μας έχει τη δική του γλώσσα. Γι’ αυτό, όταν καταλάβουμε τι είναι η καταστροφή, όταν αντιληφθούμε ότι δεν πρόκειται μόνο για σπάσιμο υπολογιστών, όταν γινόμαστε γνώστες του ότι αυτό είναι μόνο η παιχνιδιάρικη άποψη του προβλήματος, αλλά ότι υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να μελετήσουμε, κάτι που εμπλέκει εμάς προσωπικά στις βαθύτερες ρίζες μας, και ότι αυτό έχει την αρχική του ώθηση σε εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας που αναφέρεται στην πληγωμένη αξιοπρέπεια που σίγουρα γνωρίζουμε, διότι αλλιώς δεν θα ήμασταν εδώ, δεν θα είμασταν καν ένας από τους συντρόφους, τότε κατέχουμε ήδη την καταστροφική γλώσσα, μπορούμε να αρχίσουμε να γινόμαστε καταστροφικοί.

Έχετε ποτέ αναρωτηθεί γιατί αηδιάζετε όταν βλέπετε ένα φασίστα; Είναι ένας άνθρωπος, όπως εσείς, όπως εγώ. Ή μάλλον, αφού οι φασίστες είναι μερικές φορές ακόμα και όμορφοι νέοι άνδρες και γυναίκες, γιατί σας κάνουν να αηδιάζετε; Γιατί η αστυνομία σας αηδιάζει; Επειδή είναι επικίνδυνοι; Γι’ αυτά που λένε; Όχι. Αυτό είναι κάτι που δεν είναι πλήρως κατανοητό. Όταν είμαι στη φυλακή, το χειρότερο πράγμα που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου είναι ο άνθρωπος με τη στολή. Γι’ αυτό κλείνω την πόρτα μου ώστε να αποφύγω να τους βλέπω, να αποφύγω να τους ακούω να μιλάνε. Μπορεί να λένε ακόμα έξυπνα πράγματα (πράγμα δύσκολο από μόνο του), αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να κατανοηθεί, κάτι που αηδιάζει.

Όταν μιλάμε για το πρόβλημα της καταστροφής, υπάρχει επίσης η αντίρρηση ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει διάκριση μεταξύ του βάνδαλου που σπάει τα πάντα και του επαναστάτη που επιτίθεται ύστερα από μια ακριβή διαδικασία συλλογισμού. Το πρόβλημα παραμένει και δεν είναι εύκολα εντοπίσιμο. Μια «αντικειμενική» διαφορά μεταξύ της καταστροφικής επαναστατικής πράξης και της πράξης βανδαλισμού δεν μπορεί να καθοριστεί, δίχως να υπεισέλθουμε σε ορισμένες πολύ μεγάλες δυσκολίες. Δεν μπορούμε να επιδιώξουμε μια «αντικειμενική» διαφορά που να μας καθησυχάζει μια για πάντα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι σπάζοντας το βαν της αστυνομίας και καταστρέφοντας τον πυλώνα είναι επαναστατικές πράξεις από μόνες τους, ενώ μαλώνοντας στα γήπεδα είναι χουλιγκανισμός. Η γενναιοδωρία δεν αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για το πώς ένας αποφασίζει τη διάκριση μεταξύ χουλιγκανισμού και επαναστατικής πράξης. Αν ήταν, για ακόμη μια φορά η λειτουργιστική υπόθεση θα ήταν εκεί, ο στόχος που θα είχε επιτευχθεί θα καταλάμβανε εξ’ ολοκλήρου το χώρο του συλλογισμού. Αν νομίζουμε ότι με την καταστροφή ενός πυλώνα της ENEL, χτυπάμε την καρδιά του κράτους, τότε είμαστε πραγματικά χαμένοι στο διάστημα, ακόμη και αν ήταν εκατοντάδες πυλώνες. Δεν είναι η μαθηματική λογική που μετράει.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η διαφορά που υπάρχει πρέπει να αναζητηθεί στην ατομική ωριμότητα των ανθρώπων που πραγματοποιούν αυτές τις πράξεις, στο τί αισθάνονται, τί επιθυμούν, και ακόμα τί είναι ικανοί να προβάλλουν πρακτικά, μετατρέποντας το όνειρο σε συγκεκριμένη δραστηριότητα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο χούλιγκαν βρίσκει κανείς, και αντιτάσσεται, μια περίεργη συσσώρευση συναισθημάτων. Υπάρχει η γενναιοδωρία της πράξης, η άγνοια, η ανικανότητα του βάνδαλου να αντιληφθεί τα στοιχεία που καθορίζουν την πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Αλλά υπάρχει επίσης μια αίσθηση εξέγερσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η εξέγερση βρίσκεται σε προτεραιότητα, δεδομένου ότι συχνά στο χούλιγκαν, επικρατεί το ένστικτο της αγέλης. Δεν είναι, στην ουσία, αλήθεια ότι εκείνοι που μαλώνουν μεταξύ τους στα γήπεδα εξεγείρονται ατομικά. Είναι σχεδόν πάντα συνταγμένοι μέσω διαδικασιών συγκέντρωσης, χρηματοδοτούμενες από διάφορους συλλόγους, συγκεντρωμένοι μέσω των δομών της ομάδας, συμβόλων, συνθημάτων, υπολειμμάτων παλαιών ιδεολογιών, κλπ.

Ο σύντροφος που δρα επιτιθέμενος σε μια δομή του εχθρού, ενώ δεν θέλει να κάνει χρήση της ταυτότητας ενός καθαρά «αντικειμενικού» σχεδίου, ξεκινά από διαφορετικά κίνητρα, από μια πιο σύνθετη κοινωνική ωρίμανση. Αν, στην ατομική σφαίρα, ο χούλιγκαν δεν ξέρει πώς να περνάει ευχάριστα την Κυριακή, ο σύντροφος, αντίθετα, εμπλέκει ολόκληρη την ύπαρξή του επιτιθέμενος σε ένα στόχο. Εισερχόμενος στην καταστροφική διάσταση έρχεται σε ρήξη με την επίμονη παράδοση της ποσοτικής διάστασης, την ανάπτυξη και τη θεσμοθέτηση της ζωής που έχει συνταχθεί από άλλους. Αυτή είναι η διαφορά.

Κατά τη γνώμη μου, το κλειδί της εξήγησης βρίσκεται στις συμπεριφορές που έχουν μια υποκειμενική σπουδαιότητα, δίχως τέτοιες συμπεριφορές να εγκαταλείπονται, έτσι, στον ατομισμό, στη στοιχειώδη κατάσταση των ξεχωριστών στοιχείων δίχως συνοχή μεταξύ τους. Και είναι προφανές ότι φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε ότι είναι δυνατόν ένα μεμονωμένο κίνητρο να είναι ένα σημείο καμπής. Και φοβόμαστε διότι για εκατόν πενήντα χρόνια μας έχει επισημανθεί ότι δεν είναι απαραίτητο να ξεκινήσουμε από το άτομο, αλλά από την τάξη, από αντικειμενική ανάλυση, από την ιστορία, από τους εσωτερικούς μηχανισμούς της ιστορίας, από αυτό το πράγμα που ονομάζεται διαλεκτικός υλισμός. Δεν έχουμε απελευθερωθεί ακόμα από την κληρονομιά αυτή.

1996

Σημειώσεις: Κάτω από τον τίτλο Distruzione e linguaggio, το κείμενο αυτό πάρθηκε από μια σειρά τεσσάρων αυτο-διαχειριζόμενων ομιλιών που έλαβαν χώρα στη Σχολή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου La Sapienza στη Ρώμη από της 23 Φεβρουαρίου μέχρι και της 25 Μαρτίου 1996. Η σειρά των ομιλιών είχε τίτλο «Κυριαρχία και Εξέγερση στη Μετα-Βιομηχανική Κοινωνία: Εσωκλεισμένοι και Αποκλεισμένοι». Η μεταγραφή εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή στα Ιταλικά στο βιβλίο Dominio e rivolta (Κυριαρχία και Εξέγερση) από την Edizione Anarchismo, Κατάνια, Ιταλία, Δεκέμβριος 2000. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή στα Αγγλικά στο πρώτο (και μοναδικό μέχρι σήμερα) θέμα του Outsiders, δημοσιευμένο από τις Vagabond Publications (Όκλαντ) τον Ιανουάριο του 2009. Στα Ελληνικά κυκλοφορεί στο βιβλίο Κυριαρχία και Εξέγερση στη Μετα-Βιομηχανική Κοινωνία: Εσωκλεισμένοι και Αποκλεισμένοι από το Ελευθεριακό Ινστιτούτο Κοινωνικών Μελετών, Ιωάννινα, 2008.

ΠΗΓΗ-Άλφα στερητικό

Εξεγερτική Αναρχία κι Επαναστατική Οργάνωση.

2835B76500000578-3064272-image-a-19_1430504363698

Τα τελευταία χρόνια στο εσωτερικό του αναρχικού κινήματος, έχουν υπάρχει πολλές συζητήσεις σχετικά με την εξεγερτική μέθοδο οργάνωσης για την επανάσταση. (1) Συχνά όμως, οι συζητήσεις αυτές δεν φτάνουν σε λεπτομέρεις που αφορούν τις οργανωτικές λεπτομέρειες που προωθούν οι εξεγερσιακοί αναρχικοί. Το κείμενο αυτό ευελπιστεί να ρίξει λίγο φως σε αυτές τις οργανωτικές μεθόδους και να χρησιμεύσει ως μια εισαγωγή σε αυτά τα προτάγματα αλλά και την τάση στα πλαίσια της επαναστατικής αναρχικής σκέψης.

Φορμαλιστική εναντίον άτυπης οργάνωσης.

Μία από τις μεγαλύτερες αντιπαραθέσεις σχετικά με την εξεγερτική μέθοδο, υπήρξε αυτή για την αναγκαιότητα της φορμαλιστικής ή της άτυπης οργάνωσης. Δε χρειάζεται να σκάψει κανείς βαθειά για να δει ότι τέτοιες αντιπαραθέσεις αποτελούν ένα ψευδδή διχασμό. Στο υστερόγραφο του τεύχους 2 της σουηδικής εφημερίδας “Dissident” με τον τίτλο “Εξέγερση και Αναρχία”, η ομάδα Μπάτκο εξηγεί: “είναι σημαντικό να μην παγιδευτούμε στο ψευδές δίλημμα μεταξύ φορμαλιστικής ή άτυπης οργάνωσης. Η μορφή εξαρτάται πάντα απο τις δυνατότητες της πρωτοβουλίας. Οι φορμαλιστικές δομές μπορούν να χρησιμοποιούνται κάποιες φορές αρκεί να μη χάνεται η πρωτοβουλία. (2) “Όχι αντιπαράθεση. Ερωτήσεις κι απαντήσεις.”

Ακόμη κι ο πάτέρας του σύγχρονου εξεγερτικού αναρχισμού ο Αλφρέντο Μαρία Μπονάννο, γράφει σε ένα απο τα δοκίμια του με τον τίτλο “από τις ταραχές στην εξέγερση” :

Φυσικά, υπάρχει ακόμη η δυνατότητα χρησιμοποίησης της οργάνωσης σύνθεσης, της προπαγάνδας, της αναρχικής εκπαίδευσης και της συζήτησης- όπως κάνουμε και τώρα δηλαδή- γιατί όπως είπαμε αυτό αποτελεί ένα ζήτημα προτάγματος σε κίνηση, απόπειρας κατανόησης πραγμάτων πάνω σε ένα καπιταλιστικό σχέδιο που βρίσκεται σε εξέλιξη. Ως αναρχικοί επανστάτες όμως, είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε κατά νου αυτήν τη γραμμή εξέλιξης και να προετοιμάζουμε τους εαυτούς μας απο ‘δω και στο εξής ώστε να μετασχηματίσουμε τις άλογες καταστάσεις των ταραχών σε μια μια εξεγερτική και επαναστατική πραγματικότητα.” (3)

Θα ήταν αρκετά βοηθητικό αν το σύγχρονο αναρχικό κίνημα έδινε βάση στο άνωθεν παράδειγμα. Το απόσπασμα ήταν από ένα λόγο που δώθηκε σε ένα επίσημο συνέδριο σχετικά με την εφημερίδα “Anarchismo” της οποίας ο Μπονάννο ήταν ο βασικός εκδότης. Η άτυπη οργάνωση δεν προωθήθηκε για να γίνει δόγμα που θα ακολουθείται με κάθε κόστος, όπως κάνουν οι αμετανόητηοι πιστοί κομμάτων ή συνδικάτων, αλλά ως μια ιστορική τάση που ο Μπονάννο προσπαθούσε να αναλύσει εν (τη) εξελίξει (της).

Εκ των υστέρων, μπορούμε τώρα να δούμε, όπως ανέφερε η ομάδα Μπάτκο, ότι το αν θα παρεμβούμε στις ταξικές μάχες χρησιμοποιώντας φορμαλιστικές ή άτυπες πρακτικές, είναι ένα ζήτημα επιλογής των κατάλληλων μέσων για την επίτευξη των επιθυμητών σκοπών.

Αυτενέργεια και αυτοδιεύθυνση.

Ποια είναι λοιπόν τα μέσα που προτείνουν οι εξεγερτικοί αναρχικοί για την οργάνωση της επανάστασης; Αυτή ή οικεία στους περισσότερους επαναστάτες αναρχικούς, αυτοοργάνωση.

Οι εξεγερτικοί αναρχικοί δίνουν πολύ μεγάλη σημασία στο ότι η χειραφέτηση των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων μαζών πρέπει να είναι έργο που προκύπτει απ την ίδια τη δική τους αυτόνομη δραστηριότητα. Αυτό ισχύει είτε αφορά άτομα, ομάδες αναρχικών επαναστατών, είτε μεγάλα μαζικά σώματα εκμεταλλευόμενων που μάχονται για την αυτονομία τους.

Ο λόγος για τον οποίο αυτό είναι σημαντικό, είναι επειδή αποτελεί μια βασική ομοιότητα που μοιράζονται οι εξεγερτικοί αναρχικοί με το υπόλοιπο του αναρχικού επαναστατικού κινήματος. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον με το δεδομένο ότι αποτελεί ιστορικά ένα μέσο που οι περισσότεροι αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές έχουν επιθυμήσει, αν επανεξεταστεί όπως θα δούμε αργότερα στη συζήτηση των προτάσεών τους για τη μαζική οργάνωση. Η αυτενέργεια των εργατών δεν είναι απλά η προτιμώμενη μέθοδος αγώνα, αλλά και ο πυρήνας της αυτοοργανωμένης κοινωνίας που οι αναρχικοί επιθυμούν να δημιουργήσουν μέσα από την κοινωνική επανάσταση:

Η αυτοδιεύθυνση του αγώνα προηγείται, και ακολουθούν η αυτοδιεύθυνση της εργασίας και της κοινωνίας… Η επανάσταση της εργασίας είναι επομένως η αυτοδιευθυνόμενη οργάνωση αυτών των πρώτων στοιχείων της μελλοντικής κοινωνίας, των παραγωγικών πυρήνων βάσης που θα αναπτυχθούν μέσα από την αυτονομία των μαζών.” (4)

Ενεργή μειοψηφία: Ειδική Αναρχική Οργάνωση Συγγένειας.

Η σύγχρονη εξεγερτική σκέψη, ξεπήδησε μέσα από τις ιστορικές συνθήκες της μεταπολεμικής Ιταλίας. Στο ιταλικό αναρχικό κίνημα εκείνης της εποχής υπήρχε ιδιαίτερα έντονη διαμάχη ανάμεσα σε αυτούς που πίστευαν στην εγκυρότητα της ειδικής αναρχικής “οργάνωσης σύνθεσης” γύρω από την Ιταλική Αναρχική Ομοσπονδία (FΑΙ) που κατηγορούταν ως “καθαροί”, και σε εκείνους που υπερασπίζονταν το μοντέλο μιας ειδικής αναρχικής “οργάνωσης τάσης” γύρω από τις Αναρχικές Ομάδες Προλεταριακής Δράσης (GAAP). Και οι δύο ομάδες οργανώθηκαν γύρω από ένα ειδικό αναρχικό πρόγραμμα, είτε πλουραλιστικό (FAI) είτε πλατφορμιστικό (GAAP). (5)

Έμοιαζε εκτός πραγματικότητας το να ξεπηδήσει ένας τρίτος τύπος ειδικής οργάνωσης, γύρω από τοπικές ομάδες βασισμένες στη συγγένεια. Συγγένεια σε αυτήν την περίπτωση δε σήμαινε ότι οι αναρχικοί απλά θα έπρεπε να οργανώνονται μαζί με τους φίλους τους, ή να μην οργανώνονται καθόλου όπως οι αντιοργανωτικοί ατομικιστές, αλλά βασιζόταν σε ξεκάθαρη γνώση του πού βρίσκονταν οι σύντροφοι, μέσα από πολιτική συζήτηση, ανάλυση και κυρίως μέσα από την εμπειρία του να δουλεύει ο ένας με τον άλλο στον αγώνα. Με λίγα λόγια, στο επίκεντρο ήταν το χτίσιμο ενότητας με άλλο κόσμο μέσω της πράξης. Οι επαναστάτες αναρχικοί κάθε τάσης θα έπρεπε να σκεφτούν να προσπαθήσουν να μάθουν από τα καλύτερα στοιχεία τέτοιων στρατηγικών. Αντίθετα με το να συμφωνούν με πολιτικά προγράμματα (μινιμαρισμένα, μεταβατικά ή μαξιμαρισμένα) και τις απαράβατες εντολές τους, οι επαναστάτες αναρχικοί θα έπρεπε να αγωνίζονται να διατηρήσουν μια αναλυτική και οργανωτική πρακτική βασισμένη σε και επεξεργασμένη μέσα από τη συμμετοχή στον κοινωνικό αγώνα:

Από την άλλη, η ομάδα συγγένειας έχει πολύ μεγάλες προοπτικές και αφορά άμεσα την πράξη, βασιζόμενη όχι στην ποσότητα των φορέων της αλλά στην ποιότητα που γεννά η δύναμη ενός αριθμού ατόμων που εργάζονται μαζί για ένα σχέδιο που επεξεργάζονται μαζί όσο προχωρούν. Από το να είναι μια ειδική δομή του αναρχικού κινήματος και συνολικά της γκάμας δραστηριοτήτων που αυτό αφορά -προπαγάνδα, άμεση δράση, ίσως μια εφημερίδα, εργασία σε μια άτυπη οργάνωση- μπορεί επίσης να επιζητά το σχηματισμό ενπός πυρήνα βάσης ή κάποιων άλλων μαζικών δομών κι έτσι να παρέμβει πιο αποτελεσματικά στον κοινωνικό αγώνα.” (6)

Αυτόνομοι πυρήνες βάσης: Αυτοδιευθυνόμενες Συμμαχίες για την Αυτονομία των εργατών.

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, η αυτενέργεια των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων είναι απίστευτα σημαντική για τους εξεγερτικούς αναρχικούς. Αυτό φαίνεται μέσα από την ιδεώδη μορφή μαζικής οργάνωσης που προτείνουν, τους αυτόνομους πυρήνες βάσης. “Βάση” είναι μια άλλη λέξη για το “λαϊκό/σε επίπεδο λαού”. “Πυρήνας” είναι μια άλλη λέξη για το “κύτταρο”. Οι αυτόνομοι πυρήνες βάσης είναι ουσιαστικά αυτοδιευθυνόμενα λαϊκά κύτταρα ή συμμαχίες, ανεξάρτητες από οποιοδήποτε κόμμα ή συνδικαλιστική ένωση. Είναι μαζικές οργανώσεις βασισμένες στην πλήρη αυτονομία των εργατών και την αυτοδιεύθυνση.

Οι εξεγερτικοί αναρχικοί εργάζονται μέσα σε κοινοτικούς, εργασιακούς ή άλλους μαζικούς αγώνες με ενδιάμεσους στόχους, ενθαρρύνοντας πάντα τους εργάτες να οργανώνονται αυτόνομα αν αυτό είναι δυνατό. Παραδείγματα τέτοιων οργναώσεων στην πράξη ήταν οι αυτοδιευθυνόμενοι σύνδεσμοι που πολέμησαν ενάντια στην κατασκευή μιας πυραυλικής βάσης των Η.Π.Α. Στο Κομίσο της Ιταλίας . (6) Το Αυτόνομο Κίνημα Βάσης (των εργαζομένων στιυς σιδηροδρόμους) στο Τορίνο, αναφέρεται συχνά επίσης.

Υπήρξε συχνά η υπόνοια ότι τέτοιες δομές μιμούνται τις μετωπικές οργανώσεις που φτιάχνουν πολλά λενινιστικά κόμματα, αποδεικνύοντας οτι οι εξεγερτικοί αναρχικοί έχουν μια πρακτική υποκατάστασης και πρωτοπορίας. Αντιθέτως, το κάλεσμα για τέτοιες αυτοδιευθυνόμενες οργανώσεις με χαρακτηριστικά άμεσης δράσης (επίθεση), διαρκούς σύγκρουσης (κριτική της αντιπροσώπευσης) και όχι μόνο, δείχνει να αντανακλά την στρατηγική και τις τακτικές που υποστηρίζουν κάποιοι σύγχρονοι επαναστάτες αναρχικοί που θεωρητικοποίησαν μια πρακτική “άμεσων σωματείων”. (7)

Έχει επίσης υπάρξει μια αποπροσαναντολισμένη αντίληψη ότι ο εξεγερτικός αναρχισμός είναι μια πολιτική θεωρία και μέθοδος για την πρακτική επίθεση και καταστροφή της υπάρχουσας Αριστεράς στις διάφορες σωματειακές και συνδικαλιστικές οργανώσεις. Ίσως να αρκούσε μια ματιά στο “Κριτική των συνδικαλιστικών μεθόδων” του Μπονάννο για να δει κανείς ότι αυτό δεν είναι η πλήρης αλήθεια:

Ένα σχέδιο αποδιοργάνωσης των των εργατικών ενώσεων θα απαιτούσε μια καταστρεπτική λογική… Θα ήταν διασπαστικό να δοθεί ενέργεια (την οποία δεν κατέχουμε) σε μια τέτοια προοπτική, και όχι ο σωστός τρόπος να ασχοληθούμε με το πρόβλημα των εργατικών οργανώσεων. Γρηγορότερα και καλύτερα αποτελέσματα θα επιτυγχάνονταν από την πραγματοποίηση μιας ριζοσπαστικής κριτικής των σωματείων και της επέκτασής της εξίσου στον επαναστατικό αναρχοσυνδικαλισμό. (8)

Οι εξεγερτικοί αναρχικοί δε μάχονται ενάντια στο να δουλεύει κανείς μέσα από τέτοιες δομές, αλλά για να φέρουν τη δική τους ριζοσπαστική αναρχική κριτική και ιδέες σε αυτές τις οργανώσεις, προκειμένου αυτές να ξεπεράσουν το ιστορικό τέλμα όπου οι περισσότερες αντίστοιχες οργανώσεις βρίσκονται. Εργάζονται για την οικοδόμηση ευρύτερων ταξικά δομών που δεν περιορίζονται στους αγώνες ενός εργασιακού χώρου ή μιας κοινότητας, αλλά είναι εκεί όπου οι άνθρωποι μάχονται για τα ζητήματα και τους αγώνες τους, όχι απλά αμυντικά. Ένα πιο σύγχρονο παράδειγμα τέτοιων οργανώσεων μπορούν να βρεθούν στο μοντέλο του“δικτύου αλληλεγγύης” που ξεπήδησε πρόσφατα όπου οι εργάτες πολέμησαν ενάντια στα αφεντικά και τους ιδιοκτήτες, συμμετείχαν όμως και σε αγώνες ενάντια στην αστυνομία και σε δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων. (9)

Βάζοντας τους νεκρούς να ξεκουραστούν.

Συμπερασματικά, οι αναρχικοί θα έπρεπε να αναγνωρίσουν ότι οι υπαρκτές διαφορές μεταξύ των εξεγερτικών αναρχικών και άλλων ρευμάτων του αναρχισμού δεν έχουν το μέγεθος σχίσματος όπως συχνά περιγράφεται σε κάποιους κύκλους. Αυτά φαίνεται να απορρέουν από την άγνοια του εξεγερσιακού πλάνου είτε από τους υποστηρικτές είτε από τους αντιπάλους του, βασιζόμενα σε ιστορική σύγκριση με γνωστά αντίστοιχα ιστορικά ρεύματα. Ελπίζουμε ότι αυτή η εισαγωγή στις εξεγερτικές οργανωτικές μεθόδους για την επανάσταση, βοηθά στην αποσαφήνιση του πού υπάρχουν ομοιότητες και πού διαφορές, καθώς και στο γκρέμισμα διδεδομένων μύθων. Αντί να ταλαντεύεται μέσα σε μια διαρκή διαμάχη πάνω στην οργανωτική μορφή, μακάρι το αναρχικό κίνημα στο σύνολό του να αρχίσει να επικεντρώνει περισσότερο στους (αντι-)πολιτικούς στόχους και οράματα πάνω στα οποία συζητούν σήμερα οι επαναστάτες όλων των τάσεων.

Σημειώσεις.

  1. – Crimethinc’s Say You Want An Insurrection?, Peter Gelderloos’ Insurrection vs. Organization, and Joe Black’s Anarchism, insurrections and insurrectionalism.

  2. – Dissident #2 Postcript.

  3. – A.M. Bonanno From Riot to Insurrection.

  4. – A.M. Bonanno Looking Forward to Self-management.

  5. – Coordinadora Informal Anarquista Vivir la Anarquía.

  6. – Insurrection #4.

  7. – Libcom.org Direct Unionism.

  8. – A.M. Bonanno Critique of Syndicalist Methods.

  9. – Libcom.org Solidarity Networks.

    Λινκ απο το οποίο μεταφράστηκε το κείμενο – https://libcom.org/library/insurrectionary-anarchy-revolutionary-organization

Επιστροφή στα βασικά: άτομο-κοινότητα-κοινωνία, κάποιες βασικές σημειώσεις.

10365757_567645886714931_4250189439103496166_n

Πόσο και πόσο μελάνι έχει ξοδευτεί από ατομικιστές αναρχικούς και όχι μόνο, στην ιστορία, για να τονιστούν και να αναπτυχθούν οι θέσεις περί θεμελιακότητας του ατόμου. Πόσες και πόσες κουβέντες έχουν γίνει, επίσημες, φιλικές, έντονες, αφοριστικές, υμνητικές, σε καταλήψεις, σχολές, παρέες, για να αναπτυχθούν οι σχετικές απόψεις, καθώς το άτομο -όχι απλά η μονάδα, όχι ο ιδιώτης αλλά το άτομο ως ον ξεχωριστό και μοναδικό- οφείλει μακριά από ακαδημαϊκής πρέλευσης και κατάληξης υπερβολές να κατακτήσει τη θέση που του αξίζει. Και πόσα -κι από τα δύο- πρέπει ακόμα να γίνουν...

Το ζήτημα του ατόμου, η σύλληψη, η έννοια, η ερμηνεία και ό,τι το αφορά, δε θα πάψουν ποτέ να απασχολούν τα μυαλά εκείνων, που ψάχνουν να δημιουργήσουν δρόμους ζωής και αγώνα, ατομικά και συλλογικά μονοπάτια ελευθερίας. Εκείνων που την ελευθερία αυτή δεν την αναζητούν σε δοκιμασμένα αποτυχημένες αλλά και προκαθορισμένες συνταγές που το παραγκωνίζουν χάριν της μάζας -και όχι χάρην της συλλογικότητας όπως αρέσκονται οι θιασώτες αυτών να πιστεύουν-, αλλά το βρίσκουν να μάχεται εναντίον της, στο λόγο ή και στην πράξη.

Δε θα πάψει ποτέ, παράλληλα, να αποτελεί κι ένα σημείο τριβής ανάμεσα σε τόσο διαφορετικές μεταξύ τους κοσμοθεωρίες, αντιλήψεις, στάσεις ζωής. Λογικό μάλλον…

Άλλωστε για κάποιους άτομο και μοναδικότητα είναι βάση της ελευθερίας, το απαραίτητο πρώτο βήμα που παράλληλα οφείλει να παύει να είναι πρώτο συντροφεύοντας τους/τις αγωνιζόμενους/ες σε κάθε βήμα τους. Για άλλους αποτελούν δυνητικά απειλή για την ελευθερία, καθώς τα θεωρούν ως άλλωθι ακατάσχετων ακαδημαϊσμών και ένδειξη φιλελεύθερων ή και μικροαστικών νοοτροπιών που στρέφονται ουσιαστικά εναντίον της επανάστασης. Για κάποιους τρίτους είναι το ίδιο το ζητούμενο και αποτελούν ενα διαρκή αυτοσκοπό που επισκιάζει κάθε τί πέρα απ’ αυτό.

Χωρίς λοιπόν να αποτελεί πρόθεση η επιστημονικοποιημένη ανάλυση, το ίδιο συμβαίνει και με την απλουστευμένη κι επιφανειακή ματιά. Ούτε στα επιτηδευμένα “δύσκολα” λόγια κατανοητά μεταξύ μιας κλειστής κάστας αυτοεπίλεκτων διανοούμενων βρίσκεται η αναρχία μας, ούτε και στα υπερλαϊκευμένα σε μορφή και περιεχόμενο λόγια όσων αυτοψαλιδίζονται τόσο που φτάνουν να ενσωματώσουν το ψαλίδισμα…

Στο κείμενο που ακολουθεί κατατίθενται θέσεις, απόψεις αλλά και ερωτήματα, με σκοπό να καταστούν πιο σαφείς και ξεκάθαρες κάποιες ερμηνείες και τα αναλυτικά εργαλεία τους. Αναλυτικά εργαλεία απαλλαγμένα από τακτικίστικες “αναγκαιότητες”, απο πολιτικάντικες εμμονές, κι από κάθε είδους παρελθοντικά βαρίδια σοβαροφάνειας. Για να μπορούμε να κάνουμε πιο αποτελεσματικές τις δράσεις μας, πιο υγιείς τις μεταξύ μας σχέσεις, πιο εύκολη τη συνεννόησή μας. Στην τελική για να μπορούμε να βρίσκουμε στη ζωή και τους αγώνες όλο και μεγαλύτερα κομμάτια μας, κι όχι μια φτηνή ρουτινιάρικη αντανάκλασή μας. Για να μπορούμε να είμαστε κύριοι/ες των ζωών μας και να τις ζούμε εδώ και τώρα, όχι προσμένοντας κάποιο προκαθορισμένο μέλλον, αλλά ούτε και αδιαφορώντας γι’ αυτό.

Περί ατόμου.

Για τον γράφοντα, άτομο δε σημαίνει απομόνωση και υπεροψία, όπως επίσης συλλογικότητα και κοινότητα δε σημαίνει μάζα και απώλεια των ιδιατεροτήτων μας αντίστοιχα. Ίσως για κάποιους είναι ψιλά γράμματα διακρίσεις όπως αυτές ή απλές παιδιάστικες προσωπικές αναζητήσεις χωρίς ουσία ή πρακτικό αντίκρυσμα. Είναι όμως έτσι? Μπορούμε να αγνοούμε θεμελιακής σημασίας κομμάτια της αναρχικής σκέψης ή και να τα προσπερνάμε με την υπεροψία της ημιμάθειας? Τι πραγματικά προσφέρει μια τέτοια στάση είτε σ’ εμάς και την πορεία μας στη ζωή είτε στους αγώνες που θέλουμε να λέμε ΄τι ως αναρχικοί/ες διεξάγουμε?

Μια αλυσίδα για να είναι δυνατή πρέπει να έχει γερούς τους κρίκους της. Και από την άλλη, ένας κρίκος μόνος του δεν φτιάχνει αλυσίδα…

Είναι πλούσια τα παραδείγματα στην καθημερινή ζωή κάποιου/ας, που αφορούν το ζήτημα, που προκαλούν προβληματισμό και σκέψη πάνω σε αυτό. Κι έχουν να κάνουν με ποικίλες πτυχές της καθημερινότητας, τόσες που ίσως να μην το είχαμε καν σκεφτεί κάποιες φορές. Παραδείγματα που δοκιμάζουν την πρακτική εφαρμογή των θέσεών μας ή στρώνουν το έδαφος για νέες. Στιγμιότυπα που οι περισσότεροι/ες έχουμε βιώσει ή συναντήσει. Η θεωρία άλλωστε παράγεται μέσα από τη ζωή αλλά και βοηθάει παράλληλα στην καλύτερη κατανόησή της, σε μια διαρκή ενεργή αλληλεπίδραση με την πράξη. Αλλιώς παραμένει ανέξοδο μελάνι σε σελίδες χαρτιού αλλά και ευαγγέλιο για τους κάθε λογής βοσκούς και τα αντίστοιχα ποίμνια.

Στην οικογένεια λοιπόν, στο σχολείο, στην παρέα, στη δουλειά, στη γειτονιά, στο λάηφσταηλ, στο στρατό, στο ψυχιατρείο, στη φυλακή, παντού μα παντού μέσα σε αυτήν την κοινωνία αναπαράγεται η βάση της καταπίεσης της ατομικότητας. Αλλού πολύ κι αλλού λίγο, αλλού άμεσα κι αλλού έμμεσα. Ακόμη και σε εγχειρήματα που αποκαλούνται απελευθερωτικά, κάποιες φορές.

Κι εκεί είναι που δημιουργούνται, γιγανώνονται και βρίσκουν διέξοδο οι όποιοι προβληματισμοί. Αυτοί που βάζουν ή κρατούν το μυαλό σε κίνηση, σε εγρήγορση ενάντια στη σκουριά της ομογενοποίησης και στην υποκρισία της υποτιθέμενης -συνειδητής ή μη- ανωτερότητας.Αυτοί που αποτελούν το γόνιμο έδαφος στο οποίο ανθίζει ο σπόρος της άρνησης. Της μόνιμης βάσης για κάθε ανατρεπικό βήμα μας, σ’ ‘ενα μακρύ δρόμο που καθημερινά διαμορφώνουμε.

Περί κοινότητας.

Κοινότητα για τον γράφοντα, είναι το πρακτικό αποτέλεσμα, η πρακτική έκφραση της συνύπαρξης ανεξάρτητων αυτοκαθοριζόμενων και συνειδητά συνεργαζόμενων ατομικοτήτων. Η έννοια της κοινότητας δεν ταυτίζεται με αυτήν της κοινωνίας, είναι βάση για μια ζωή ελευθερίας και αλληλεγγύης, δεν διέπεται από τις συμβάσεις που διατρέχουν το κοινωνικό σώμα ακόμα και σε φαντασιακό επίπεδο. Οι όποιοι κανόνες της, είναι απλά κοινές συμφωνίες για την εξασφάλιση της ύπαρξης της, της συνύπαρξης των μελών της και την εξυπηρέτηση των επιθυμιών και των αναγκών τους. Η κοινότητα πρώτα απ όλα είναι έννοια και αντίληψη – η αίσθηση του να μοιράζεσαι ισότιμα κι ελεύθερα, μακριά από καταναγκασμούς κι έξωθεν ή άνωθεν επιβολές. Δεν καταπιέζει τη μοναδικότητα του κάθε ατόμου αλλά προσφέρει τα μέσα και τις συνθήκες -ή τουλάχιστον δεν αποκρύπτει αυτά- για την άνθιση των κλίσεων και των τάσεων του καθενός και της καθεμιάς μας. Συμπορεύεται με το άτομο αλληλοσυμπληρώνοντας το ένα το άλλο.

Κοινότητα, μεταξύ άλλων, είναι οι σχέσεις των μελών μιας ένοπλης οργάνωσης, των κατοίκων που πολεμούν ενάντια στην καταστροφή της φύσης στον τόπο τους, των συντρόφων που λειτουργούν έναν αυτοδιαχειριζόμενο χώρο, που μοιράζονται κοινά οράματα, κοινές ανησυχίες κτλ… Απ’ τους όρους που τις διέπουν καθορίζεται όχι μόνο η ποιότητα και το περιεχόμενό τους αλλά και η πορεία τους.

Περί κοινωνίας.

Κοινωνία από την άλλη δεν είναι το άθροισμα των κοινοτήτων ή και των ατόμων απλά. Ούτε και είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο, ενιαίο και ομοιογενές ώστε να μπορεί να υμνηθεί ως τέτοιο. Η κοινωνία χρειάζεται για την εδραίωσή και αναπαραγωγή της- μέσα στην πολυπλοκότητά της- αποδιοπομπαίους τράγους. Όσο θετικά φορτισμένη κι αν είναι γενικά, στην πράξη και κοιτώντας τα ιστορικά παραδείγματα διάφορων κοινωνιών μέχρι τώρα, η κοινωνία κατα κανόνα εννοείται ως από τη μία το σύνολο ατόμων, ομάδων και ιδεών ενός γεωγραφικού χώρου, και άρα ως τέτοια αν δεν υμνείται τουλάχιστον δεν καταδικάζεται στο βαθμκό που θα έπρεπε αποκτώντας ελφρυντικά για ευθύνες που σαφώς έχει. Από την άλλη εννοείται ως το σύνολο των κυρίαρχων αξιών και αντιλήψεων, ενίοτε και πρακτικών, μαζί με τους φορείς αυτών. Και στο βαθμό που -προφανώς είναι και η άποψη του γράφοντος- ισχύει το δεύτερο, δεν μπορεί παρά η πολύμορφη σύγκρουση με ό,τι καταστρέφει το ατομικό και απονοηματοδοτεί το συλλογικό,να είναι έντονη και καθημερινή.

Αυτό το “αυτή η κοινωνία προωθεί τη ρουφιανιά το γλείψιμο και την υποταγή” δεν το ανακάλυψαν φορείς αντικοινωνικών ιδεών και πρακτικών, είναι απλά μια πραγματικότητα. Και με αυτό το σύνθημα γίνεται πολύ αντιληπτό σε όποιον/αν θέλει να καταλάβει πέρα από εμμονές, το υπόβαθρο στο οποίο αναπτύχθηκαν οι όποιες σχετικές απόψεις και κινήσεις. Γιατί μπορεί να ζούμε μέσα σε αυτήν την κοινωνία αλλά δεν είμαστε όλοι/ες κομμάτι της. Είναι απαραίτητη η επίγνωση όχι μόνο των “δεινών” αυτής, αλλά και των δικών μας ατελειών, ώστε ο αγώνας για την καταστροφή της και την δημιουργία (μέσα και από την ατομική εξέλιξη) μιας ζωής που θα την ζούμε με όρους που θα θέτουμε εμείς και καμιά εξουσία ό,τι κι αν χρησιμοποιεί για βιτρίνα, να μην είναι σαν αυτόν του σίσσυφου, να ριζώσει βαθιά σε συνειδήσεις και να επεκταθεί καταστρέφοντας τις νευρικές απολήξεις του κρατικού/ καπιταλιστικού τέρατος και της εθελοδουλείας ως βασικού συστατικού του.

΄Ατομο-ατομικό-συλλογικό.

Ατομικό και συλλογικό συνυπάρχουν. Όχι υποχρεωτικά και για κάθε στιγμή της ζωής μας φυσικά. Μόνος, ουσιαστικά μόνος δεν καταφέρνεις ούτε σκοπούς και σχεδιασμούς να πραγματοποιήσεις, ούτε και να ολοκληρώνεσαι ως άτομο εκτός αν δεν υπάρχει ενδιαφέρον για κάτι τέτοιο.

Πέρα από αυτά, η παρεξήγηση της θεμελιώδους έννοιας του ατόμου εκτρέπει τις ερμηνείες άρα και τις σχετικές αποφάσεις προς ατραπούς που μόνο φιλικές δεν είναι προς την αναρχία. Για παράδειγμα, το να αρνηθώ να δεσμευτώ για κάποια δράση ή σε κάποιο εγχείρημα επειδή με …καταπιέζει, γίνεται τις περισσότερες φορές, η ιδεοληπτική επικάλυψη της ανευθυνότητας και της χομπίστικης νοοτροπίας αρκετών, το ίδιο αν όχι πιο ενοχλητική απ την αδράνεια άλλων.

Η αλληλοβοήθεια πχ, πέρα από την αρρωστημένη χριστιανική εκδοχή της και τις διάφορες “φιλικές” ή μη προς εμάς παραλλαγές της, είναι απαραίτητη, είναι ένδειξη αλληλεγγύης, αξία και στάση ζωής. Η συνεργασία δε σημαίνει περιορισμός της ατομικής ελευθερίας κάποιου/ας, αλλά ενδεχομένως ακόμα μεγαλύτερη ανάπτυξη των δυνατοτήτων του/της. Όχι νομοτελειακά βέβαια, καθώς όλα κρίνονται από τους όρους με τους οποίους διεξάγεται.

Συλλογικό δε σημαίνει μαζικό. Ουσιαστικά, το συλλογικό αντιμάχεται το μαζικό σαν όρο, έννοια και συνθήκη. Όταν κάτι γίνεται μαζικά, χάνεται η προσωπική πινελιά του καθενός. Σταματά να αναγνωρίζει κάποιος τον εαυτό του εκεί μέσα εκτός αν έχει ήδη αποδεχτεί συνειδητά ή όχι, τις αρχές της αντιπροσώπευσης και της ανάθεσης. Με λίγα λόγια το συλλογικό προϋποθέτει αλλά και αναδεικνύει τις δυνατότητες του καθενός και μπορεί να τις πάει πολύ μπροστά, ενώ το μαζικό απονοηματοδοτεί τη συλλογικότητα καταπιέζει την ατομικότητα, δεν είναι αντιπροσωπευτικό κανενός και στην ουσία είναι ένας θολός, ξένος, και εύκολα κατευθυνόμενος απο ηγέτες κι εξουσίες μέσος όρος. Γκρεμίζουμε τα θεμελια της καταπιεσης, μόνο όταν τα αναγνωρίζουμε.

Κλείνοντας.

Όλα αυτά δε γράφτηκαν απλά για εξωτερίκευση σκέψεων. Γράφτηκαν για τη μετάδοσή τους, για τη γέννηση νέων προβληματισμών και κυρίως πράξεων. Και ενώ το μεγαλύτερο μέρς τους είχε γραφτεί πάνω από ένα χρόνο πριν, η μπροσούρα του Γεράσιμου Τσάκαλου «Ατομικότητα και αναρχική ομάδα» ξανάδωσε το κίνητρο να τελειώσει το κείμενο (δύναμη και καλή λευτεριά).

Και προφανώς δεν “ξεχειλώθηκαν” στη γραφή, γιατί η ακαδημαϊκού τύπου αναρχολογία δε μας αφορά, όσο δε μας αφορά και η οικειοποίηση ξένων προς την αναρχία αντιλήψεων, στο βωμό της αποτελεσματικότητας…

Είναι άμεση η επίδραση του πώς βλέπουμε αυτά τα ζητήματα – αν τα βλέπουμε- στον τρόπο που αναλύουμε τη ζωή και τους αγώνες μας. Διαμορφώνει, ανάλογα τις επιλογές δέσμευσης, το πώς κινούμαστε και δρούμε.

Διαφορές ανάμεσα στα αναρχικά ρεύματα υπήρχαν και θα υπάρχουν. Συχνά μεγάλες και κάποιες φορές θεμελιώδεις σε “θεωρητικά” ζητήματα. Οι πολιτικές διαφορές όμως είναι υγεία, και είναι απ τα στοιχεία που ομορφαίνουν την αναρχία. Όσο αυτές δε γίνονται η δικαιολογία για εξυπηρέτηση προσωπικών φιλοδοξιών ή εξωτερίκευση εμμονών, τότε στα πλαίσια της πολυμορφίας που οφείλει να διέπει τον αγώνα μας δεν αποτελούν εμπόδιο αλλά προωθητικό στοιχείο.

Ούτε φιλόσοφοι του καναπέ και πύρινοι πληκτρολόγοι, ούτε μπολσεβίκοι – απλά αναρχικοί/ές.

 

Kείμενο έναρξης απεργίας πείνας του Νίκου Ρωμανού.

Ασφυξία για μια ανάσα ελευθερίας.

Την περασμένη άνοιξη έδωσα πανελλήνιες εξετάσεις μέσα από τη φυλακή και πέρασα σε μια πανεπιστημιακή σχολή στην Αθήνα. Με βάση τους δικούς τους νόμους, λοιπόν, από τον Σεπτέμβρη δικαιούμαι να αρχίσω να παίρνω εκπαιδευτικές άδειες από τη φυλακή για να παρακολουθώ το πρόγραμμα της σχολής.

Όπως είναι λογικό, οι αιτήσεις που έχω κάνει έχουν καταλήξει στα αζήτητα, γεγονός που με οδηγεί να διεκδικήσω αυτό το αίτημα με οδόφραγμα το σώμα μου.

Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσω το πολιτικό μου σκεπτικό ώστε να μπει ένα πλαίσιο γύρω από την επιλογή που πραγματοποιώ.

Οι νόμοι, εκτός από εργαλεία ελέγχου και καταστολής, αποτελούν ταυτόχρονα και μια διατήρηση ισορροπιών ή αλλιώς αυτό που επιγραμματικά ονομάζουμε κοινωνικά συμβόλαια, αντανακλούν κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς και διαμορφώνουν τμηματικά ορισμένες θέσεις διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου.

Γι’ αυτό και η επιλογή που κάνω θέλω να είναι όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαρη: δεν υπερασπίζομαι τη νομιμότητά τους· αντίθετα, απευθύνω έναν πολιτικό εκβιασμό ώστε να κερδίσω ανάσες ελευθερίας από την ισοπεδωτική συνθήκη του εγκλεισμού.

Σε αυτό το σημείο ανοίγει ένα ζήτημα που αφορά τις διεκδικήσεις μας σε καθεστώς αιχμαλωσίας. Είναι δεδομένο πως αντιφάσεις πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν σε τέτοιες συνθήκες. Εμείς, για παράδειγμα, συμμετείχαμε στη μαζική απεργία πείνας των κρατουμένων ενάντια στο νέο νομοσχέδιο ενώ είμαστε φανατικοί εχθροί όλων των νόμων· αντίστοιχα πολλοί σύντροφοι έχουν διαπραγματευτεί με οδόφραγμα το σώμα τους τους όρους του εγκλεισμού τους («παράνομες» προφυλακίσεις, άρνηση σωματικού ελέγχου, παραμονή σε μία φυλακή), και πολύ καλά έκαναν.

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι, από τη συνθήκη που βρισκόμαστε, πολλές φορές είμαστε αναγκασμένοι να μπούμε σε ένα στρατηγικό πόλεμο θέσεων που είναι αναγκαίο κακό εδώ που βρισκόμαστε.

Με αυτή μου την επιλογή, τα πολιτικά χαρακτηριστικά της οποίας συγκεκριμενοποιούνται στον ίδιο τον τίτλο του κειμένου, δίνεται η δυνατότητα να ανοίξει ένα μέτωπο αγώνα σε μια χρονική συγκυρία ιδιαίτερα κρίσιμη για όλους μας.

«Ακριβώς, η ποίηση είναι η τέχνη του ατόφιου. Είναι αυτή που παραμένει ανυπότακτη, όταν η τάξη του διαφανούς έχει υποτάξει όλα τα άλλα είδη του λόγου. Όταν οι λέξεις έχουν προσεκτικά απολυμανθεί και στολιστεί σα μαρκησίες της αυλής, αφού θα καταλήξουν στο κρεβάτι του πρίγκιπα, όσο κι αν αυτό τις τρομάζει, και θα παραστήσουν τις σεμνές, θα υποκριθούν ότι έχουν αρετές που έχουν χάσει από καιρό στο βούρκο του συμβιβασμού και της εκπόρνευσης. Η ποίηση ή είναι ασυμβίβαστη ή δεν είναι τίποτα». (Ζαν-Μαρκ Ρουγιάν)

Συντρόφισσες και σύντροφοι, εδώ και καιρό μας εγκλωβίζουν. Από τα αστυνομικά μπλόκα και τα αντιτρομοκρατικά πογκρόμ, στα συμβούλια των οικονομολόγων που εξοντώνουν όσους δε χωράνε στις στατιστικές τους. Από τους έλληνες βιομηχάνους που αντιστέκονται στην επέλαση των πολυεθνικών κολοσσών στηρίζοντας τον όψιμο σοσιαλισμό του ΣΥΡΙΖΑ, στο καθεστώς έκτακτης ανάγκης, με πολιτικούς που προβάρουν το κοστούμι του υπερ-πατριώτη πάντα δουλικού για το καλό του τόπου, από τους μπάτσους και το στρατό που εξοπλίζονται με όπλα τελευταίας τεχνολογίας για την καταστολή εξεγέρσεων, στις φυλακές υψίστης ασφαλείας.

Ας πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους: αν κάτι εκμεταλλεύεται το κράτος, αυτό δεν είναι άλλο από την αδράνεια που πλέον έχει μονιμοποιηθεί ως μια φυσιολογική συνθήκη.

Σε λίγο θα είναι πια αργά, και η εξουσία με το μαγικό ραβδί της θα δίνει έλεος μόνο σε όσους γονατίζουν υποτακτικά μπροστά στην παντοδυναμία της.

Το σύστημα οραματίζεται ένα μέλλον όπου οι επαναστάτες θα θάβονται ζωντανοί σε «καταστήματα κράτησης εντατικού σωφρονισμού», μέσα στα οποία θα επιχειρείται η σωματική, ψυχική και ηθική καταστροφή τους.

Ένα πρωτότυπο μουσείο ανθρώπινης φρίκης όπου τα ζωντανά εκθέματα θα έχουν κρεμασμένη πάνω τους την ταμπέλα «παραδείγματα προς αποφυγή», ανθρώπινα πειραματόζωα πάνω στα οποία θα δοκιμαστούν όλες οι σαδιστικές προθέσεις της εξουσίας.

Ο καθένας απαντάει στα διλήμματα και κάνει τις επιλογές του. Ή θεατές σε απομονωμένες πολυθρόνες μιας ευνουχισμένης ζωής ή δράστες των γεγονότων που διαμορφώνουν την εξέλιξη της ιστορίας.

*

Εκείνο το βράδυ με το βλέμμα καρφωμένο στον ορίζοντα είδαμε πολλά αστέρια να πέφτουν διαγράφοντας τις δικές τους χαοτικές διαδρομές. Κι εμείς μετρούσαμε και ξαναμετρούσαμε, κάναμε ευχές, υπολογίζαμε τις πιθανότητες. Το ξέραμε ότι η επιθυμία μας για μια ελεύθερη ζωή έπρεπε να περάσει πάνω από όλα όσα μας καταπιέζουν, μας δολοφονούν, μας καταστρέφουν, γι’ αυτό βουτήξαμε στο κενό, όπως ακριβώς τα αστέρια που βλέπαμε να πέφτουν.

Από τότε άπειρα αστέρια πέσαν, μπορεί να ήρθε η ώρα να πέσει και το δικό μας, ποιος ξέρει; Αν είχαμε έτοιμες τις απαντήσεις δε θα γινόμασταν αυτό που είμαστε αλλά ιδιοτελή καθάρματα που θα διδάσκαμε στους ανθρώπους τρόπους να γίνουν τρωκτικά που τρώγονται μεταξύ τους όπως κάνουν σήμερα.

Τουλάχιστον εμείς παραμένουμε ακόμα απόλυτοι και πεισματάρηδες όπως οι άνθρωποι της πάστας μας. Και όσοι από εμάς με έναν πόνο έκλεισαν τα μάτια τους και ταξίδεψαν μακριά, παραμένουν με το βλέμμα κολλημένο σε εκείνον το βραδινό ουρανό που κοιτάζαμε και εμείς. Και μας βλέπουν να πέφτουμε, αστέρια όμορφα και λαμπερά. Τώρα ήρθε η σειρά μας. Τώρα πέφτουμε χωρίς δισταγμό.

Από τη Δευτέρα 10/11 ξεκινάω απεργία πείνας χωρίς να κάνω βήμα πίσω, με την αναρχία πάντα στην καρδιά μου.

Υπεύθυνο για κάθε μέρα απεργίας πείνας, και ό,τι συμβεί από εδώ και μπρος, είναι το συμβούλιο της φυλακής που αποτελείται από τον εισαγγελέα Νικόλαο Ποιμενίδη, τη διευθύντρια Χαραλαμπία Κουτσομιχάλη, καθώς και την κοινωνική λειτουργό.

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΠΙΘΕΣΗ

ΥΓ. Προς όλους τους «αγωνιστές» των σαλονιών, τους επαγγελματίες ανθρωπιστές, τις «ευαίσθητες» προσωπικότητες της διανόησης και του πνεύματος: προκαταβολικά στα τσακίδια.

Νίκος Ρωμανός
Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, Ε Πτέρυγα, 18110 Κορυδαλλός, Αθήνα

Εντουάρντο «Μπαλένο» Μασσάρι – Μαρία-Ρόσσας Σολενταντ.

Περιεχόμενο αφίσας του 1998.

Στην ενωμένη ευρώπη των αφεντικών

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ δολοφονεί επίσημα, είναι ο μόνος τρομοκράτης.

Μεταξύ 27 και 28 μαρτίου του 1998 στις φυλακές «βαλλέτε» του τορίνο στην ιταλία, ο αναρχικός Εντουάρντο «Μπαλένο» Μασσάρι 34 ετών, βρέθηκε νεκρός κάτω από ύποπτες συνθήκες.

Μετά από λίγες βδομάδες, η συγκρατούμενη συντρόφισά του Μαρία-Ρόσας Σολεντάντ, αφού προφυλακίστηκε κάνοντας απεργία πείνας, δολοφονήθηκε στο σπίτι της.

 

 

ΔΕ ΘΑ ΚΑΤΑΦΕΡΟΥΝ ΝΑ ΜΑΣ ΓΟΝΑΤΙΣΟΥΝ

Η ΘΕΛΗΣΗ ΜΑΣ ΝΑ ΠΟΛΕΜΑΜΕ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΕΞΟΥΣΙΑ

ΘΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ, ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ.

ΤΙΜΗ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥΣ ΕΝΤΟΥΑΡΝΤΟ ΜΑΣΣΑΡΙ

ΜΑΡΙΑ-ΡΟΣΑΣ ΣΟΛΕΝΤΑΝΤ.

edosoledad 2

 

 

 

 

 

 

 

— — — — — — — — — — — — — — — —

σχετικό λινκ : http://www.squathost.com/a_deltio/gr/d1_italy.htm