Κείμενο 4 Αναρχικών συλληφθέντων για τη διπλή ληστεία στο Βελβεντό Κοζάνης.

https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1456823

guerrilla-el-salvador.jpg_thumb.png

Οι μέρες μας περνάνε, οι νύχτες μας δεν περνάνε.

Τρέχουμε προς τη διαφυγή μας, ενώ γύρω μας εξελίσσεται ένα κανονικό ανθρωποκυνηγητό. Πίσω μας μία ζωή προκαθορισμένη, χαραγμένη από τα χέρια των κυρίαρχων, με στόχο να εσωτερικεύσουμε την υποταγή ως αντικειμενική συνθήκη, να νομιμοποιήσουμε ηθικά συστήματα νόμων και κανόνων, να εξισώσουμε το άτομο με μία στατιστική λογική αριθμών. Μπροστά μας ο κόσμος των «ουτοπικών» μας φαντασιώσεων που κατακτιέται μόνο με βία. Μία ζωή, μία πιθανότητα και αποφασιστικές επιλογές.

Κοίτα το κενό ανάμεσα στα σύννεφα και πήδα, γιατί ποτέ η πτώση δεν υπήρξε πιο σίγουρη επιλογή.

Την Παρασκευή 01.02, μαζί με ομάδα συντρόφων, προχωρήσαμε στη διπλή ληστεία της Αγροτικής Τράπεζας και του Ταχυδρομείου στο Βελβεντό Κοζάνης. Άποψή μας είναι πως έχει κάποια ουσία να αναλύσουμε σε ένα βαθμό το επιχειρησιακό κομμάτι της ληστείας. Κυρίως για να αναδειχθούν όλες οι πτυχές της επίθεσης, οι επιλογές που κάναμε, τα λάθη που διαπράξαμε και οι λόγοι που μας οδήγησαν σε αυτά:

Το πρωί της Παρασκευής λοιπόν, επιτεθήκαμε στους δύο στόχους χωρισμένοι σε δύο ομάδες. Επιδίωξή μας από την αρχή ήταν να πάρουμε τα χρήματα και από τα δύο χρηματοκιβώτια, όπως και έγινε. Κατά τη διάρκεια της διαφυγής μας, μία σειρά από ατυχή γεγονότα και λανθασμένους χειρισμούς, οδήγησαν στην έκθεση τόσο του οχήματος μας, όσο και στην κατεύθυνσή μας στην αστυνομία.

Λόγω του αστυνομικού κλοιού που σχηματίστηκε αυτόματα, ο σύντροφος που οδηγούσε το διαμορφωμένο εξωτερικά σαν ασθενοφόρο βαν, αναζητούσε διεξόδους διαφυγής για την ομάδα που έκανε τις ληστείες. Στην προσπάθειά του αυτή, έκανε το λάθος να περάσει τρεις φορές από όχημα των μπάτσων, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ύποπτος. Ακολούθησε καταδίωξη και μετά, λόγω άγνοιας της περιοχής στην οποία κατέληξε, έφτασε σε τέσσερα αδιέξοδα στους χωματόδρομους των ορυχείων, με αποτέλεσμα στο τελευταίο να περικυκλωθεί και να μην έχει πια κανένα ουσιαστικό περιθώριο διαφυγής. Έτσι, αφού έκαψε το βαν, τον συνέλαβαν. Με αυτές τις εξελίξεις και ενώ ο σύντροφός μας με το όχημα διαφυγής βρισκόταν ήδη στα χέρια των μπάτσων, το εύρος των επιλογών μας μειώθηκε σημαντικά.

Αποφασίσαμε, λοιπόν, να σταματήσουμε το πρώτο διερχόμενο όχημα, καθώς θα εξασφάλιζε μία πιο ασφαλή διαφυγή για εμάς και τους συντρόφους μας. Το μείζον ζήτημα σε αυτή τη συνθήκη ήταν να μη γίνει γνωστό στους μπάτσους το νέο όχημα διαφυγής των συντρόφων μας, οπότε αποφασίσαμε να κρατήσουμε τον οδηγό στο βαν μαζί μας, μέχρι να βρούμε έναν τρόπο διαφυγής και για εμάς. Κάπου εκεί υπήρξε και η συνάντησή μας με ένα περιπολικό που εξελίσσεται σταδιακά σε άγρια καταδίωξη ως την πόλη της Βέροιας με τις περισσότερες δυνάμεις αστυνομίας, που υπήρχαν στη περιοχή, πίσω μας. Προφανώς δε διανοηθήκαμε στιγμή να χρησιμοποιήσουμε τον συγκεκριμένο όμηρο ως ανθρώπινη ασπίδα(δεν θα είχαμε π.χ. πρόβλημα αν είχαμε τον διευθυντή μίας τράπεζας), άλλωστε η αστυνομία δε γνώριζε την ύπαρξή του. Εν τέλει, λειτούργησε ως ανθρώπινη ασπίδα για τους μπάτσους εν αγνοία τους, καθώς αποτέλεσε την αιτία που δε χρησιμοποιήσαμε τα όπλα μας για να απεμπλακούμε. Γιατί η συνείδησή μας και ο αξιακός μας κώδικας δε μας επιτρέπουν να ρισκάρουμε τη ζωή ενός τυχαίου ανθρώπου που βρέθηκε μαζί μας παρά τη θέλησή του.

Στο σημείο αυτό θέλουμε να καταστήσουμε σαφές, ότι τα όπλα δεν τα είχαμε για εκφοβισμό, αλλά ως εργαλείο σε περίπτωση συμπλοκής μας με μπάτσους. Άρα, λοιπόν, ο λόγος που τελικά δεν πράξαμε όπως αναλογούσε, ώστε να διαφύγουμε, ήταν μία συνθήκη στην οποία βρεθήκαμε από λανθασμένο χειρισμό.

Η μόνη εκδοχή διαφυγής πλέον ήταν η ταχύτητα και η προσπάθειά μας να κερδίσουμε απόσταση με το όχημα μας από τους μπάτσους που μας καταδίωκαν. Βέβαια η, πόλη της Βέροιας δεν προσφέρεται για κάτι τέτοιο και έτσι σύντομα εγκλωβιστήκαμε σε ένα στενό με αποτέλεσμα τη σύλληψή μας. Κατά τη διάρκεια της σύλληψής μας, το μόνο που δηλώσαμε από την αρχή ήταν ότι ο άνθρωπος που είχαμε μαζί μας δεν είχε καμία σχέση με τη ληστεία και εμάς. Παρ’ όλα αυτά οι μπάτσοι συνέχιζαν να τον χτυπάνε και αυτόν, τουλάχιστον για όσο είχαμε οπτική επαφή μαζί του.

Η παραπάνω αφήγηση δεν γίνεται στα πλαίσια της επίδειξης και της αυτοπροβολής, αλλά για να αντιστρέψουμε την παρακαταθήκη μίας άνευ μάχης σύλληψης που οι συνθήκες μας οδήγησαν.

 

*  *  *  *  *

 

Η αφήγηση τελειώνει στα κεντρικά της αστυνομίας στη Βέροια, όπου ακολουθησε πολύωρος βασανισμός τριών από εμάς από τα γουρούνια της αστυνομίας. Οι τακτικές γνωστές και αναμενόμενες: κουκούλα, δέσιμο με χειροπέδες πισθάγκωνα και ξύλο.

Θεωρούμε αυτονόητο πως ανάμεσα σε εμάς και το σύστημα υπάρχει μία σαφής διαχωριστική γραμμή που αποτυπώνει τον πόλεμο μεταξύ δύο κόσμων. Τον κόσμο της κυριαρχίας, της καταπίεσης και της υποδούλωσης και τον κόσμο της ελευθερίας που δημιουργούμε και κρατάμε ζωντανό μέσα από την αδιάκοπη πάλη με την εξουσία.

Σε αυτόν τον πόλεμο τα γουρούνια της αστυνομίας αποτελούν μόνιμο στόχο των αναρχικών ανταρτών ως εμπροσθοφυλακή και κατασταλτικός βραχίωνας των μηχανισμών της κυριαρχίας. Για αυτό θεωρούσαμε τη στάση των μπάτσων απέναντί μας αυτονόητη. Αν το κράτος δε μας πολεμούσε, τότε θα είχαμε ένα καλό λόγο να ανησυχήσουμε. Τα βασανιστήρια ως μέθοδος ήταν, είναι και θα είναι ένα όπλο στη φαρέτρα της εκάστοτε εξουσίας. Εμείς, φυσικά, σαν αναρχικοί, αρνούμαστε να χρησιμοποιήσουμε μεθόδους βασανισμού απέναντι στους εχθρούς μας και προτάσσουμε την αξιοπρεπή πρακτική των πολιτικών «εκτελέσεων», καθώς δε θέλουμε να αναπαράγουμε τη σαπίλα του κόσμου τους αλλά να την εξοντώσουμε.

Η άποψη που θέλει τους αγωνιστές βορά στα νύχια των κατασταλτικών μηχανισμών εσωτερικεύει την αντίληψη της ήττας στους κόλπους των ανατρεπτικών κύκλων. Είναι η αποδοχή μίας αντίληψης περιορισμού του πολέμου εναντίων των εχθρών της ελευθερίας, στα πλαίσια αποδοχής της αστικής κοινωνικής ηθικής και νομιμότητας. Και για να μην παραξηγούμαστε, η παραπάνω νύξη αφορά σε ανακοινώσεις τύπου ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α ή Α.Κ., που συμβάλουν περισσότερο στο ρεφορμισμό παρά στη ριζοσπαστικοποίηση. Περιττό να αναφερθούμε σε δημοσιογράφους, το ΣΥΡΙΖΑ και λοιπά κομμάτια του συστήματος που με «φιλικές» ανακοινώσεις προς εμάς επιχειρούν να επαναπροσεγγίσουν όσες συνειδήσεις ξεκινούν να αποκλίνουν από τις νόρμες, εξυπηρετώντας έτσι τη σταθεροποίηση του καθεστώτος.

Τώρα, όσον αφορά στην αντιμετώπιση των πρακτικών βασανισμού, για εμάς η απάντηση βρίσκεται στην πολυμορφία. Η ανάδειξη συγκεκριμένων γεγονότων μέσα από δράσεις αντιπληροφόρησης όπως προκυρήξεις, αφίσες, συγκεντρώσεις, πορείες κ.τ.λ. είναι σίγουρα αναγκαία, ώστε όλο και περισσότεροι άνθρωποι να οδηγούνται σε μία διαπίστωση. Μία διαπίστωση που δε χωράει «μεμονωμένα περιστατικά» ή «εκδικητικές συμπεριφορές» αλλά οδηγεί στην αντίληψη ότι η φυσική βία ήταν πάντοτε μέσο καταστολής και ελέγχου από την εξουσία. Αποτελεί το κομμάτι του πολέμου μεταξύ κυριαρχίας και εξέγερσης.

Όσο βέβαια εξαπλώνεται το μήνυμα αυτό, άλλο τόσο πρέπει να εξαπλώνεται και ένα μήνυμα τρόμου προς τους εκ φύσεως βασανιστές, τους μπάτσους. Για να μη χτυπάνε οι μπάτσοι δεν έχουν νόημα οι ενδοσυστημικές καταγγελίες και οι δικονομικές διαδικασίες, που συνεπάγονται εκπτώσεις και άτυπη αποδοχή της δικαστικής ή δημοσιογραφικής εξουσίας. Χρειάζεται αντίσταση× και η αντίσταση πρέπει να έχει και βίαιες μορφές. Γιατί μία επίθεση στους μπάτσους, όχι μόνο της Βέροιας, είτε με πέτρες, είτε με μολότωφ, είτε με όπλα, τους οδηγεί αδιαμφησβήτητα στο να επανεξετάσουν τις επιλογές τους, μετρώντας τις πληγές τους πριν ξανασηκώσουν χέρι. Γιατί όπως πολύ σωστά έχει ειπωθεί, οι εχθροί έχουν όνομα και διεύθυνση.

 

*  *  *  *  *

   Δε θα αναφερθούμε αναλυτικά στο ρόλο των τραπεζών, ούτως ή άλλως στην εποχή που ζούμε είναι γνωστός στον καθένα. Η ύπαρξή τους είναι μία διαρκής ληστεία. Για εμάς, ως αναρχικούς, αποτελούν στόχο για κάθε μορφή επίθεσης: εμπρηστική, βομβιστική, ληστρική. Βέβαια, πολύς λόγος έγινε για την υπόθεσή μας και σίγουρα υπάρχει ανάγκη να αναστρέψουμε το κλίμα. Να χτυπήσουμε τη διαρκή επιχείρηση απονοηματοδότησης της επιλογής μας και να αναδείξουμε τη σαπίλα της κοινωνιολογικής προσέγγισης και του ψευτοανθρωπιστικού υπόβαθρου, που λόγω ηλικίας θέλησαν να προσδώσουν.

   «Παιδιά της διπλανής πόρτας και χτυπάνε τράπεζα. Γιατί;»

Γιατί η ληστεία είναι μία συνειδητά πολιτική πράξη. Δεν αποτελεί το επόμενο στάδιο μίας ανήσυχης εφηβικής περιόδου, φιλοδοξίες για προσωπικό πλουτισμό, ούτε φυσικά είναι αποτέλεσμα της δήθεν τεμπελιάς μας. Περιέχει όμως την επιθυμία να μη δεσμεύσουμε τις ζωές μας στη στυγνή εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας. Την άρνησή μας να γίνουμε γρανάζια οικονομικών συμφερόντων. Την αντίστασή μας στην επέλαση της ψυχικής κα αξιακής χρεοκωπίας του κόσμου τους.

Είναι σαφές για εμάς ότι δεν αρνούμαστε τη δημιουργικότητα μέσα στις κοινότητές μας. Άλλωστε, η οργάνωση μίας ληστεία απαιτεί καί πνευματική καί υλική εργασία. Αρνούμαστε όμως να υποδουλώσουμε τη δημιουργικότητά μας στον κόσμο της παραγωγής και αναπαραγωγής της εργασίας. Βέβαια, για εμάς λίγη ουσία θα είχε η άρνηση της μισθωτής σκλαβιάς αν δεν εργαζόμασταν παράλληλα και για την καταστροφή της. Είμαστε αμετανόητοι αναρχικοί και δεν επιζητάμε συμπάθεια, συμπόνια ή κατανόηση επειδή πράξαμε «λάθος» σε ένα «λάθος» κόσμο. Επιδιώκουμε τη διάδοση των προταγμάτων μας και των πρακτικών μας και θα το παλέψουμε μέχρι την τελευταία μας λέξη, μέχρι την τελευταία μας σφαίρα.

 

*  *  *  *  *

   Κάθε μας επιθετική πράξη, είναι και μία στιγμή του συνολικού επαναστατικού πολέμου που διεξάγεται σε όλα τα επίπεδα. Τα χρήματα από αυτή τη ληστεία δεν είχαν προορισμό τον επίπλαστο καταναλωτικό παράδεισο. Είναι απλά το εργαλείο για να κινηθεί κάθε μορφή αγώνα. Από την εκτύπωση προκυρήξεων μέχρι την αγορά όπλων και πυρομαχικών, για τη χρηματοδότηση των παράνομων υποδομών άμυνας και επίθεσης. Από την ενοικίαση των παράνομων σπιτιών μας μέχρι την προμήθεια εκρηκτικών για να τινάξουμε στον αέρα την κοινωνική ειρήνη.

Ο σκοπός είναι η διάχυση της άμεσης δράσης ενάντια στη γενικευμένη συνθήκη της αιχμαλωσίας που βιώνουμε. Είτε αντάρτικα, είτε ανοιχτά και κατά μέτωπο, με όποιο τρόπο ο καθένας εκτιμά ότι είναι πιο γόνιμο και αποτελεσματικό, με όποιο τρόπο διατίθεται και γουστάρει κάθε άτομο και κάθε συλλογικότητα που συμβάλει στον αγώνα. Πάντα στόχος κάθε μας κίνησης, κάθε αντάρτικης επίθεσης είναι η εξάπλωση της επαναστατικής συνείδησης. Για να σταθούμε συνειδητά απέναντι στον κόσμο της καθολικής υποδούλωσης, απέναντι σε έναν διαρκώς εξελισσόμενο εχθρό που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του. Απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, η μάχη για την ελευθερία και η προσπάθεια να προσδώσουμε μαχητικά χαρακτηριστικά σε κάθε πτυχή του αναρχικού αγώνα είναι γόνιμη και αναγκαία.

Γιατί η αναρχία δεν μπορεί ποτέ να γίνει ευχάριστη ιδέα μέσα στον καθολικό κόσμο της υποταγής, παρά βρίσκεται σε αδιάκοπη σύγκρουση μαζί του.Δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε σε ακίνδυνες και δημοκρατικά αποδεκτές εκδηλώσεις, ούτε σε φετιχισμούς των μέσων, αλλά συνιστά μία αδιαίρετη ολότητα κάθε μορφής αγώνα. Το κάθε άτομο ή ομάδα, ανάλογα με τις επιθυμίες, τις διαθέσεις και το σκεπτικό του,  συμβαλει με όποιον τρόπο γίνεται στη συνέχιση του αγώνα.Αναρχία είναι ο τρόπος μας να οργανωνόμαστε, να ζούμε και να παλέυουμε. Είναι η οργάνωση χωρίς περιορισμούς, είναι η αδιάκοπη πάλη. Είναι η ακραία συντροφικότητα που βιώνουμε στις εξεγερμένες κοινότητες απέναντι στο σάπιο κοινωνικό οικοδόμημα.

Κλείνοντας θα θέλαμε να χαιρετίσουμε όλους τους συντρόφους που δραστηριοποιήθηκαν. Κολλώντας αφίσες, φωνάζοντας συνθήματα, οργανώνοντας συγκεντρώσεις, βγάζοντας κείμενα αλληλεγγύης (μέσα και έξω από τη φυλακή). Σε αυτούς που αυτή τη στιγμή ετοιμάζουν τις επιθέσεις τους.

 

Υ.Γ.1 Θέλουμε ακόμα να στείλουμε την αλληλεγγύη μας στον απεργό πείνας Σπύρο Δραβίλα ο οποίος δίνει μία επίπονη και σκληρή μάχη για μία ανάσα ελευθερίας. Καλή δύναμη.

Υ.Γ.2 Πριν λίγο καιρό σκοτώθηκε σε μία τυχαία συμπλοκή ο σύντροφος Riyano στην Ινδονησία. Ο Ryo ήταν αναρχικός που μέσα από τη δράση του προωθούσε τη διεθνή αλληλεγγύη. Τώρα ακόμα και αν λείπει από τις εχθροπραξίες που προκαλούμε ενάντια στο υπάρχον, είμαστε σίγουροι ότι κοιτάμε πάντα προς το ίδιο αστέρι, το αστέρι της αναρχικής διαρκούς εξέγερσης. Τιμή στο σύντροφο RIYANO.

 

Oι αναρχικοί:

Νίκος Ρωμανός

Δημήτρης Πολίτης

Ανδρέας-Δημήτρης Μπουρζούκος

Γιάννης Μιχαηλίδης

Αίγινα 1934 – Η απόδραση των 8, μέρος δεύτερο.

Οι φυλακές της Αίγινας ήταν πραγματικά ένα παμπάλαιο και άθλιο κτίριο.Είχε κτιστεί στα χρόνια του Καποδίστρια και χρησιμοποιήθηκε αρχικά και για πολλά χρόνια, για στρατιωτική σχολή. Αργότερα έγινε ορφανοτροφείο και στη συνέχεια φυλακή.

Ήταν ένα ισόγειο πλακόστρωτο κατασκεύασμα με ξύλινη οροφή, που όπως όλα τα παλιά κτίρια, χωριζόταν από την κεραμόσκεπη στέγη μ’ ένα μεγάλο κενό.

Οι 86 κομμουνιστές κρατιόντουσαν σε 10 συνεχόμενα κελιά (από 7-10 σε κάθε κελί) στην Γ΄πτέρυγα, ενώ στις άλλες κρατιόντουσαν οι ποινικοί. Όλοι μαζί έφταναν τους 600. Την ίδια εποχή σε άλλες φυλακές (Ιτζεδίν, Γεντί Κουλέ, κ.α.) κρατιόντουσαν περί τους 1000 κομμουνιστές.

Ο διαχωρισμός ποινικών-πολιτικών, κρινόταν αναγκαίος,

“διότι -γράφει η Ακρόπολις- η διεύθυνσις των φυλακών εγνώριζεν εκ πείρας ότι οσάκις τους διασκόρπιζαν εις όλα τα κελιά, οι μεμυημένοι εις τας ιδέας του Μαρξ “διεφώτιζαν” και τους άλλους, τους ποινικούς κρατούμενους, και “εσήκωναν τη φυλακή στο πόδι”.

Η απόδραση αποφασίστηκε από τους αρχηγούς της κολλεχτίβας των φυλακισμένων σε συνεννόηση με το Κόμμα. Κριτήριο για το ποιοί θα δραπετεύσουν ήταν κι εδώ η ποινή που βάραινε τον καθένα και οι ανάγκες που είχε το Κόμμα.

“Το Κόμμα – έδινε στο σημείο αυτό την ερμηνεία της η Ακρόπολις – όχι μόνον είχε αναάγκη των δραπετών, αλλά και ενός εντυπωσιακού γεγονότος δια να μάθει η πτωχή προλεταρία ότι αν η αστική πολιτεία εξαπολύει τρομοκρατίαν κι έχει φυλακάς, οι κομμουνισταί ξεύρουν να τας καταργούν”.

Το εγχείρημα παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες και απαιτούσε πολλή δουλειά και καλή “οργάνωση υποδοχής” απ’ έξω. Αποφάσισαν να φύγουν με τη μέθοδο του λαγουμιού, μ’ όλες τις δυσκολίες που παρουσίαζε.

Το πρόβλημα ήταν από πού θα άρχιζαν. Περισσότερο προσφερόταν ο χώρος κάτω από το πρεβάζι του παραθυριού του κελιού 7, που βρισκόταν μισό μέτρο πάνω από το δάπεδο: α) γιατί εκεί ο τοίχος έφτανε σε πάχος το ένα μέτρο, πράγμα που τους επέτρεπε να ανοίξουν μέσα στον ίδιο τον τοίχο το “πηγάδι” που θα οδηγούσε στο λαγούμι, β) μπορούσαν από τη θέση που βρισκόταν το παράθυρο να ελέγχουν εύκολα την έξω κίνηση, και γ) από ‘κει εξασφαλιζόταν ο ασφαλέστερος υπόγειος δρόμος προς την ελευθερία, αφού μόλις τέλειωνε το προαύλιο της φυλακής κι ένας μικρός δημόσιος δρόμος, άρχιζαν τα χωράφια και αμέσως μετά από ένα δασάκι απ’ όπου μπορούσαν εύκολα να εξαφανιστούν.

Στο κελλί 7 έμεναν οι Κλειδωνάρης, Βαβούδης, Θωμάζης, Βέργος, και Μαρμαρέλης (πρώην αρχισυντάκτης του Ριζοσπάστη). Οι δύο τελευταίοι που δεν άκολούθησαν τους δραπέτες, στάθηκαν από τους βασικούς συντελεστές της απόδρασης. Στους πέντε αυτούς έπεσε και το μεγαλύτερο μέρος της πρακτικής δουλειάς.

 

Το έργο άρχισε ττρεις μήνες πριν τελειώσει. Σήκωσαν πρώτα το ξύλινο βαρύ πρεβάζι του παραθυριού και άρχισαν σιγά σιγά να “τρώνε” το εσωτερικό του. Βασικό εργαλείο τους το σιδερένιο πόδι ενός κρεβατιού.

Ένας δούλευε κι οι άλλοι κράταγαν τσίλιες. Μόλις έβλεπαν κάποιο κίνδυνο έβαζαν γρήγορα το πρεβάζι στη θέση του και το κελί ξανάβρισκε τη συνηθισμένη εικόνα του. Εκείνο που τους ευκόλυνε αρκετά στο έργο τους, ήταν ότι τα παραθυρόφυλλα βρισκόντουσαν στην άκρη της εξωτερικής μεριάς του τοίχου και ακόμα ότι ένα μέρος του παραθυριού ήταν μόνιμα καλυμμένο με εφημερίδες για να μην μπαίνει ο ήλιος στο κελί.

 

Είχαν υπολογίσει από πριν πού θα έβαζαν τα χώματα και τις πέτρες. Άνοιξαν μια τρύπα στον “τσατιμά” που κάλυπτε το ταβάνι, ανέβηκε ένας απάνω κι άρχισε να τραβάει μ’ ένα σκοινί τα χώματα και τις πέτρες που έβαλαν σε σακούλες που είχαν φτιάξει με παλιόρουχα. Τις άδειασε και τις σκόρπισε κατά μήκος του ταβανιού.

Η δουλειά αυτή γινόταν συνήθως βράδυ. Μόλις τέλειωναν εφάρμοζαν στην τρύπα του ταβανιού δυό φαρδιές σανίδες ασβεστωμένες, από τον ασβέστη που η υπηρεσία παραχωρούσε, για λόγους καθαριότητας, πρόθυμα στους κρατούμενους.

Αργότερα, όταν τα μπάζα έγιναν πολλά, χρειάστηκε να κατασκευάσουν μικρά πατάρια, μεταξύ στέγης και ταβανιού, όπου συσσώρευαν τις πέτρες και τα χώματα.

Το ταβάνι εξ’ άλλου, ήταν και οασφαλέστερος τρόπος επικοινωνίας με τ’ άλλα κελιά. Όποιος χρειαζόταν άνοιγε εκεί μια τρύπα, ανέβαινε απάνω, προχωρούσε σκυφτά κι έφτανε στο 7.

Μόλις άνοιξαν ένα “πηγάδι” βάθους δυό μέτρων, άρχισαν να σκ΄βουν οριζόντια για το λαγούμι. Το έργο από εκεκί κι έπειτα παρουσιαζόταν αρκετά εύκολο, γιατί είχαν να κάνουν με μαλακό χώμα.

 

Οι σκαφτιάδες δούλευαν – κυρίως την ημέρα και σπάνια τη νύκτα- με βάρδιες που δεν ξεπερνούσαν τα 10 λεπτά, γιατί δυσκολευόντουσαν ν’ αναπνεύσουν. Τενεκεδάκια με λάδι και φυτίλι τους φώτιζαν στο έργο τους.

Η φύλαξη των κρατούμενων εκείνα τα χρόνια δεν ήταν πολύ αυστηρή. Λιγότερο ακόμη αυστηρή ήταν η φρούρηση στην Αίγινα, όπου οι ενδεχόμενοι δραπέτες είχαν ν’ αντιμετωπίσουν και το πρόβλημα της απομάκρυνσης από το νησί.

Όλη τη μέρα οι κρατούμενοι ήταν ελεύθεροι να σουλατσάρουν στο προάυλιο της φυλακής ή να ασχολούνται με έργα “ειρηνικά” – μαστορέματα, νοικοκυριό, κατασκευή διαφόρων σουβενίρ κτλ- και μόνο το βράδυ, μετά το καθιερωμένο προσκλητήριο, κλεινόντουσαν στα κελιά. Τα μέτρα έγιναν αυστηρά μετά την απόδραση.

 

Δουλεύοντας αλλά και υπολογίζοντας το μάκρος της υπόγειας διαδρομής, αφού πέρασαν σκάβοντας τον δημόσιο δρόμο, κατάληξαν πίσω από τη μάντρα ενός περιβολιού. Άνοιξαν μια μικρή τρύπα και κατόπτευσαν τον γύρω χώρο. Καμιά διακοσαριά μέτρα από ‘κει ήταν ένα μικρό καλύβι και κάμποσα μέτρα απέναντί τους άρχιζε ένα δασάκι. Την ξανάκλεισαν και ξαναγύρισαν στη φυλακή τους, για να προετοιμάσουν την τελική φάση του εγχειρήματος.

 

Στις 7 Μαϊου ημέρα Δευτέρα ήταν όλοι έτοιμοι. Και αυτοί που θα έγφευγαν και αυτοί που τους περίμεναν απ’ έξω. Στους τελευταίους αυτούς ήταν και πάλι ο Θανάσης Κλάρας, ο οποίος είχε κάνει στις φυλακές Αίγινας στο τέλος του 1929 για 45 μέρες, για παράβαση του “ιδιώνυμου”. Στις ίδιες φυλακές ξανακλείστηκε ο Κλάρας το 1936 από τη δικτατορία του Μεταξά.

Εκέινο το βράδυ, όπως είπαν αργότερα οι φύλακες, επικρατούσε μεγάλη ευθυμία στην πτέρυγα των κομμουνιστών, λες και κάτι γιόρταζαν. Ένα από τα τραγούδια που έλεγαν και ξανάλεγαν κατάληγε σε τούτο το δίστιχο :

Ρία ρία ρο

θα σε πάρω Μαριγώ!

Στις 10 ή ώρα όμως, μόλις σήμανε σιωπητήριο, όλοι σταμάτησαν κι έπεσαν στα κρεβάτια τους. Την ίδια ώρα άρχιζε η προετοιμασία για την απόδραση.

Για τους κρατούμενους του 7 δεν υπήρχε πρόβλημα. Η τρύπα άρχιζε από το κελί τους. Έπρεπε όμως να περιμένουν και τους άλλους. Οι Δερβίσογλου, Σαρίκας και Δουλγέρης βρισκόντουσαν στο κελί 6, ενώ οι Σακαρέλλος και Φλωράκος στο 1. Και οι μεν όμως και οι δε ήρθαν από τον ίδιο δρόμο στο 7: από το ταβάνι. Σχετικά εύκολα οι πρώτοι. Κάπως πιο δύσκολα οι δεύτεροι αφού έπρεπε να περάσουν πάνω από έξι κελιά.

Όλοι οι κρατούμενοι κομμουνιστές συνεργάστηκαν εκείνη τη νύχτα, άλλος λίγο άλλος πολύ, για την απόδραση των συντρόφω τους.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα βρισκόντουσαν και οι 8 στο κελί 7. Σήκωσαν το σκέπασμα του “πηγαδιού”, αποχαιρέτησαν τους Βέργο και Μαρμαρέλη που απόμειναν και άρχισαν ένας ένας να κατεβαίνουνκαι στη συνέχεια να σέρνονται στη σήραγγα που φωτιζόταν από τα λυχνάρια που είχαν τοποθετήσει κατά μήκος της.

Ο Βέργος κι ο Μαρμαρέλης έκλεισαν με φροντίδα το άνοιγμα του “πηγαδιού”, φούσκωσαν με παλιόρουχα τα κρεβάτια των συντρόφων τους που έφυγαν -το ίδιο έκαναν κι οι άλλοι που έμειναν στα κελιά 6 και 1- και ξάπλωσαν.

 

Με λίγα χτυπήματα από τους δύο πρώτους, η τρύπα στην άλλη άκρη της σήραγγας άνοιξε. Έριξαν μια αρπαχτή ματιά. Απόλυτη ησυχία. Ένας ένας έβγαινε και κατευθυνόταν στο δασάκι, όπου σε λίγο είχαν συγκεντρωθεί και οι οχτώ. Κοίταξαν προς τη μεριά της φυλακής. Απόλυτη ηλικία κι εκεί.

Σιγυρίστηκαν και κάθισαν στις πέτρες να φουμάρουν. Λίγο πριν κινήσουν κατά το γυαλό, κάποιος έριξε την ιδέα: \

-Δεν τους γράφουμε κι ένα ραβασάκι;

-Να τους γράψουμε.

Το κάρφωσαν σ’ ένα δέντρο και ξεκίνησαν.

Μια βάρκα τους περίμενε στην ακροθαλασσιά. Δεν ήταν δική τους. Ήξεραν όμως ότι βρισκόταν εκεί κάθε βράδυ. Μόνο που ο ψαράς που την είχε έπαιρνε τα βράδια , για κάποια ασφάλεια, τα κουπιά. Τα αντικατάστησαν με δυό γερές σανίδες, έσπρωξαν τη βάρκα στη θάλασσα, μπήκαν μέσα κι άρχισαν να απομακρύνονται με απαλές κινήσεις. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, ο καιρός καθαρός, είχε αρχίσει το καλοκαίρι.

Τρία μίλια από την Αίγινα βρίσκεται το νησάκι Μονή. Εκεί τους περίμενε μια βενζινάκατος με τους συντρόφους τους απ’ έξω. Αντάμωσαν συγκινημένοι.

Δεν είχαν καιρό για χάσιμο. Άλλαξαν ρούχα. Λίγο αργότερα η βενζινάκατος κατευθυνόταν στον Σαρωνικό.

 

 

Η απόδραση των οχτώ της Αίγινας θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες αποδράσεις που έγιναν όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Θαυμάστηκε απ’ όλους – ακόμα και εμπειρογνώμονες από το εξωτερικό ήρθαν για να μελετήσουν το άνοιγμα της σήραγγας – τραγουδήθηκε από τους κομμουνιστές και υπήρξε το πρότυπο της μεγάλης απόδρασης των Βούρλων που ακολούθησε 31 χρόνια αργότερα…

Αίγινα 1934 – Η απόδραση των 8, μέρος πρώτο.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Γκιώνη “Οι μεγάλες αποδράσεις”. Ένα βιβλίο του 1976

(εκδόσεις Τετράδιο) που περιγράφει περιπτώσεις αποδράσεων από κομμουνιστές κρατούμενους, μεταξύ του 1925 και του 1955 :

1) 1925, απόδραση του Ν. Ζαχαριάδη από το γεντί-κουλέ,

2) 1929, απόδραση του Ν. Ζαχαριάδη από την “Παλιά Στρατώνα”,

3) 1931, απόδραση των 7 και του δεκανέα από τις φυλακές Συγγρού,

4) 1932, απόδραση του Μ. Μπεζεντάκου από τις φυλακές Συγγρού,

5) 1933, απόδραση της Κ. Εμμανουηλίδου από τις φυλακές Αβέρωφ,

6) 1934, απόδραση των 8 από τις φυλακές Αίγινας,

7) 1955, απόδραση των 27 από τα Καμμένα Βούρλα.

Οι αποδράσεις αυτές πέρα από μία, αυτήν της Κ.Εμμανουηλίδου, είναι αποδειγμένο ότι οργανώθηκαν από -ή με τη βοήθεια του- κ.κ.ε. Άλλοι καιροί, άλλα ήθη… Έγιναν σε πολύ ιδιαίτερες εποχές, χαρακτηρισμένες από έντονες κοινωνικές διεργασίες και αναταραχές. Από δυναμικά εργατικά και κοινωνικά κινήματα, από έντονες αντιπαραθέσεις εμφυλιακού τύπου καθώς και από κυριαρχία πολύ δεξιών συντηρητικών λογικών και πρακτικών, και σε επίπεδο κοινωνίας και σε επίπεδο κεντρικής εξουσίας.

Έγιναν λοιπόν τρομάζοντας και σοκάροντας το δεξιό κράτος της εποχής. Έγιναν ρεζιλεύοντας τους ανθρωποφύλακες και τα “σωφρονιστικά συστήματά τους. Έτσι και σήμερα, 97 χρόνια μετά την πρώτη από τις περιγραφόμενες αποδράσεις, το κράτος και η κοινωνία του, βρίσκονται σε αναταραχή. Ο καπιταλισμός, προσεγγίζει το ζενίθ του κι οι ανοχές όλο και περισότερων ανθρώπων, το ναδίρ. Οικονομική αφαίμαξη, αυξανόμενη καταστολή, απονοηματοδότηση εννοιών και αξιών, κατακερματισμός και αποξένωση, περιβαλλοντική καταστροφή, ανασφάλεια και φόβος.. Ένα εκρηκτικό μείγμα , που παρά το πέρασμα του χρόνου και την αναδιάρθρωση των δομών των διάφορων οικονομικών και πολιτικών εξουσιών, μοιάζει σε πολλά με την εποχή του βιβλίου αυτού. Και μέσα στην εποχή αυτή, ακούμε και βλέπουμε κατά καιρούς αποδράσεις από αστυνομικά τμήματα καθώς και από τα σιχαμένα κολαστήρια της ελληνικής δημοκρατίας. Πράξεις που ξεφτιλίζουν τα υπερσύγχρονα συστήματα ασφαλείας. Που φοβίζουν και οργίζουν το κράτος και τους μηχανισμούς του. Που στέλνουν ουσιαστικό μήνυμα ελπίδας και θάρρους στους υπόλοιπους φυλακισμένους αλλά και σε εμάς τους -ακόμη – εκτός : Κανένα κελί δεν περιορίζει την αγάπη μας για ελευθερία και το μίσος μας για κάθε εξουσία. Κανένας τοίχος δεν είναι αρκετός για να συγκρατήσει την παθιασμένη πορεία μας προς την ατομική και συλλογική κατάκτηση του αυτοκαθορισμού και της αυτοδιεύθυνσης.

Μπουρλότο και φωτιά σε κάθε φυλακή.

Εκείνο το πρωί της Τρίτης 8 Μάη 1934 στο παμπάλαιο συγκρότημα των φυλακών της Αίγινας, οι φύλακες κάναν μια από τις ρουτινιάρικες φροντίδες της ημέρας: πρωινό προσκλητήριο. Περνούσαν έξω από τα κελιά των φυλακισμένων, ρίχναν μια ματιά και φώναζαν τα ονόματα. Κ΄θε όνομα λαι “παρών”. Όλοι ακούστηκαν να είναι παρόντες, και κυρίως οι 83 κομμουνιστές που κρατιόντουσαν στη Γ΄ακτίνα, την επονομαζόμενη “κόκκινη ακτίνα”.

Το προσκλητήριο εκείνο σφραγίστηκε με την αναφορά που καταχωρήθηκε στις 9.30 στο επίσημο βιβλίο της επιθεώρησης των φυλακών:

“Επιθεωρήσαντες τας κλινοστρωμνάς, τους τοίχους και τα δάπεδα εύρομεν έχοντα αυτά εν τάξει τους δε κρατούμενους άπαντας καλώς έχοντας και παρόντας”.

 

Η βόμβα έσκασε μισή ώρα πιο μετά, όταν ο αρχιφύλακας Χατζόγλου περνώντας από την “κόκκινη ακτίνα “είδε” τον κρατούμενο Σακαρέλλο να κοιμάται κουκουλωμένος μέχρι την κορυφή, την ώρα που οι άλλοι σουλάτσαραν στο προαύλιο. – Ε , του φωνάζει, ξύπνα, 10 η ώρα!

Αλλά εκείνος δε σαλεύει. Μπαίνει μέσα, τον σκουντάει, και τότε αντιλαμβάνεται ότι το “πράγμα” που είναι στο κρεβάτι δεν είναι ο Σακαρέλλος, αλλά ένας σωρός από παλιόρουχα, κατάλληλα φτιαγμένα ώστε να φαίνεται σαν ανθρώπινο σώμα.

Μένει εμβρόντητος για μια στιγμή κι όταν συνέρχεται σημαίνει έκτακτο προσκλητήριο, οπότε οι απόντες βγαίνουν οχτώ!

-Πού είναι οι άλλοι, ρωτούν εναγώνια οι επικεφαλής της φυλακής που έχουν καταφτάσει εσπευσμένα. Κανένας από τους φυλακισμένους δεν απαντάει. Μερικοί μόνο χαμογελάνε. Η ερώτηση απευθύνεται σε έναν από τους “χαμογελαστούς”. -Δεν ξέρουμε ούτε και θα μάθετε, λέει εκέινος σαρκαστικά.

Η ίδια απάντηση βγαίνει και από τους άλλους.

 

Διατάζεται το κλείσιμο όλων των κρατούμενων στα κελιά τους, και αρχίζει μια απεγνωσμένη έρευνα κελί προς κελί, που δεν αποδίδει τίποτα.

Η απελπισία τους έχει φτάσει στο έπακρο, όταν τις πρώτες απογευματινές ώρες παρουσιάζεται σαν “από μηχανής θεός” ένας αγρότης που είχε το καλύβι του λίγο πιο έξω από τη φυλακή, για να τους πει ότι ανακάλυψε μια μεγάλη τρύπα κοντά στο πεζούλι του περιβολιού του, που δεν ήταν χτες και δίπλα πεταμένο ένα αμπέχωνο. Στο σημείο αυτό καταφτάνουν έπειτα από λίγο οι επικεφαλής της φυλακής. Ήταν δυνατό να έχει σχέση με την απόδραση;

Πριν χωθούν στην τρύπα που έχασκε μπροστά τους, έκαναν μια έρευνα γύρω. Στο δασάκι που άρχιζε πιο πέρα βρήκαν πεταμένα άδεια πακέτα τσιγάρα, σπίρτα, αποτσίγαρα. Εκείνο όμως που τους έπεισε ότι πέρασαν από εδώ οι δραπέτες, ήταν ένα σημείωμα που βρήκαν καρφωμένο σε ένα δέντρο. Έγραφε: “Είμαστε ασύλληπτα πουλιά, και όπως εφύγαμε εμείς, έτσι θα φύγουν και οι άλλοι”!

Η υποψία ότι η τρύπα του περιβολιού οδηγούσε σε κάποιο κελί, έγινε βεβαιότητα.

Λίγο αργότερα ένας ντόπιος σερνόταν μ’ ένα σκοινί στο χέρι κάτω από τη γη, κι έφτανε στο κελί 7. Η σήραγγα μήκους 24 μέτρων και ανοίγματος ενός μέτρου, κατάληγε κάτω από το περβάζι του παραθυριού του κελιού αυτού, που ήταν το τελευταίο της “κόκκινης ακτίνας”.

Το ίδιιο απόγευμα -16 ώρες μετά την απόδραση- έφτανε στην αστυνομική διεύθυνση Πειραιώς και στο υπουργείο εσωτερικών, ένα κατπληκτικό τηλεγράφημα:

“Οι βαρυποινίτες κομμουνισταί Δημ. Σκαρέλλος, Ζανής Φλωράκος, Κ. Σαρίκας, Αβραάμ Δερβίσογλου, Ευάγγ. Θωμάζης, Απόστ. Κλειδωνάρης, Μόσχος Δουλγέρης και Ν. Βαβούδης, εδραπέτευσαν δια διατρήσεως υπονόμου. Ενεργούμεν τα δέοντα άνευ αποτελέσματος μέχρι στιγμής”.

Όπως ήταν φυσικό, το τηλεγράφημα αυτό αναστάτωσε τις αρχές και τους υπεύθυνους. Ο τ΄τοε υπουργός Ταλιαδούρος διέταξε ανακρίσεις και σε δηλώσεις του αναφέρθηκε στην άθλιακατάσταση των φυλακών, ενώ ο εισαγγελέας πειραιώς διέταξεμε τη σειρά του ανακρίσεις, στέλνοντας τον εισαγγελέα Οικονομόπουλο να παρακολουθήσει από κοντά την πορεία τους.

 

Ηαπόδραση τούτη πήρε μεγάλη έκταση στις εφημερίδες της εποχής, οι οποίες δεν έκρυβαν τον θαυμασμό τους για το εγχέιρημα. Να πώς την χρωματίζει σε ολοσέλιδη ανταπόκρισή του ο απεσταλμένος της “Ακροπόλεως” :

“Τύφλα να ‘χουν όλοι οι μυθιστοριογράφοι του κόσμου. Ό,τι συνέβη εδώ εις το τεράστιον μεν πανάρχαιον δε και “σαράβαλον” οικοδόμημα των φυλακών Αιγίνης και εξετυλίχθη με διαβολική μαεστρία, δεν υπάρχει γραμμένο εις καμίαν σελίδα κανενός και από τα πλέον τερατολόγα μυθιστορήματα. Οι 8 που έφυγαν και οι 75 που συνέπραξαν -83 εν συνόλω άτομα- όπως θα ίδωμεν κατέστρωσαν και εξετέλεσαν την “μεγαλειώδη” απόδρασιν -ξεπέρασαν και τους φαντομάδες και τους Ροκαμβόλ εις έμπνευσιν και εκτέλεσιν”.

Την προηγούμενη, η ίδια εφημερίδα, αναφερόμενη στην απόδραση των “κόκκινων φαντομάδων” όπως τους αποκαλεί, γράφει με δέος:

“Αι φυλακαί τους κρατούν εφ’ όσον αυτοί το θέλουν! Όταν δεν το θέλουν, όταν τας…βαρεθούν, το ευκολότερον πράγμα δι’ αυτούς, είναι να τας εγκαταλείψουν”!

 

Διαφορετική φυσικά είναι η στάση του Ριζοσπάστη. Την πρώτη ημέρα η είδηση δώθηκε σ’ ένα λιτό δίστηλο με τίτλο : “Οχτώ σύντροφοί μας δραπέτευσαν προχθές από τις φυλακές της Αίγινας”.

Την επόμενη όμως, η θέση της εφημερίδας είναι ανοιχτά με το μέρος των δραπετών : “Οχτώ αγωνιστές της εργατικής τάξης δραπέτευσαν από τα μπουντρούμια της κεφαλαιοκρατίας”, γράφει σε ημισέλιδο τίτλο στην πρώτη σελίδα και ακολουθεί λεπτομερειακό ρεπορτάζ που αρχίζει έτσι :

“Η είδηση έσκασε σα μπόμπα… οχτώ σύντροφοί μας, παληοί αγωνιστές, βαρυποινίτες για την επαναστατική τους δράση, άφησαν “γειά” στα βαρειά σίδερα της ελληνικής δημοκρατίας. Αχρηστέψανε τις σκοπιές, τα κάστρα, τα κάγκελα και τα μπουντρούμια και φύγανε εκεί που τους καλεί το επαναστατικό τους καθήκον. Ο αστικός τύπος ξερνάει τη χολή του με επικεφαλής τον “Ανεξάρτητο” που ούτε λίγο ούτε πολύ, ονομάζει τους συντρόφους μας “εγκληματίες”. Οι αρχές της Αθήνας και του Πειραιά κινητοποιήθηκαν δραστήρια. Ο Σαρωνικός γέμισε ατμάκατες που ερευνούν τα καράβια μήπως… βρίσκονται μέσα οι κομμουνιστές. Άνω κάτω έγινε η Αίγινα, τα χωριά της, τα βουνά της, κι ακόμα η αστυνομία ψάχνει στον Πόρο, στα Μέθανα, στον Πειραιά, στην Αθήνα. Ψάχνει, ψάχνει παντού, μα πάει το πουλάκι πέταξε…”

 

Οι αστικές εφημερίδες συμπλήρωσαν τα δημοσιεύματά τους, κατά το προηγούμενο της Εμμανουηλίδου και του Μπεζεντάκου, με την πληροφορία ότι τους δραπέτες παράλαβε στα ανοιχτά του Σαρωνικού το σοβιετικό ατμόπλοιο “Νοβοροσίσκυ”, το οποίο είχε αναχωρήσει την ίδια νύχτα από τον Πειραιά για το Πορτ Σάιντ.

Η κατοπινή δράση τους δεν επιβεβαιώνει την πρόσθετη πληροφορία ότι βολεύτηκαν στη Σοβιετική Ένωση. Μερικοί απ’ αυτούς όπως ο Σακαρέλλος, ο Φλωράκος, ο Θωμάζης και ο Δερβίσογλου, βρέθηκαν μεν στο εξωτερικό αλλά κατευθύνθηκαν στην Ισπανία, όπου έλαβαν μέρος στον Εμφύλιο πόλεμο, στο πλευρό των δημοκρατικών δυνάμεων. Ο Βαβούδης επέστρεψε αργότερα στην Ελλάδα και “αυτοκτόνησε το 1951 σε μια επίθεση της αστυνομίας σε ένα σπίτι στην Καλλιθέα όπου κρυβόταν, λίγο μετά αφ’ ότου πιάστηκε ο Μπελογιάννης.

Αποσπάσματα από το “Διαμαρτυρία ενώπιον των ελευθεριακών του παρόντος και του μέλλοντος για τους συμβιβασμούς του 1937.

•Κανένας, ή σχεδόν κανένας, δε νοιάστηκε ποτέ για μας. Η κατάπληξη των αστών βλέποντάς μας να εγκαταλείπουμε το κάτεργο, όχι μόνο δεν έπαψε να υπάρχει αλλά και εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο μέχρι αυτήν τη στιγμή· έτσι ώστε αντί να μας εκτιμήσουν, να μας υποστηρίξουν και να μας βοηθήσουν, μας μεταχειρίστηκαν σαν ληστές, μας κατηγόρησαν ότι είμαστε ανεξέλεγκτοι : επειδή δεν υποτάσσουμε το ρυθμό της ζωής μας, που την θελήσαμε και την θέλουμε ελεύθερη, στις ηλίθιες ιδιοτροπίες ορισμένων που, από τη στιγμή που βρέθηκαν σε ένα υπουργείο ή σε μια επιτροπή, θεώρησαν τους εαυτούς τους -ανόητα και αλαζονικά- ιδιοκτήτες των ανθρώπων· επειδή, απ’ τα χωριά που περάσαμε, αφού αποσπάσαμε από τον φασίστα την ιδιοκτησία του, αλλάξαμε το σύστημα ζωής εκμηδενίζοντας τους θηριώδεις “κάσικους” που κατατυραννούσαν ολάκερη την ύπαρξη των αγροτώναφού πρώτα τους είχαν κατακλέψει,και ξαναδίνοντας τον πλούτο στα χέρια των μόνων που μπόρεσαν να τον δημιουργήσουν, στα χέρια των εργαζομένων.

•Κανένας, απολύτως κανένας, δεν μπορεί να κατακρίνει αυτήν τη Φάλαγγα πουμόνη, αβοήθητη και, πρέπει μάλιστα να πούμε, παρεμποδιζόμενη, βρέθηκε απ’ την αρχή στην πρωτοπορία, Κανένας δεν μπορεί να την κατηγορήσει για έλλειψη αλληλεγγύης ή για δεσποτισμό, για αδράνεια ή για ανανδρία όταν επρόκειτο να πολεμήσει, ή για αδιαφορία προς τον χωρικό είτε για έλλειψη επαναστατικού πνεύματος, εφ’ όσον η τόλμη και η γενναιότητα στον αγώνα υπήρξε ο κανόνας μας, η ευγένεια απέναντι στον ηττημένο ο νόμος μας, η ειλικρίνεια με τ’ αδέρφια μας το έμβλημά μας, και η καλοσύνη και ο σεβασμός τα κριτήρια με τα οποία κύλησε όλη μας η ζωή.

• Ο ψυχή τε και σώματι αστός, που είναι ό,τι πιο μέτριο και δουλικό υπάρχει, τρέμει στην ιδέα μήπως χάσει την ησυχία του, το πούρο και τον καφέ του, τις ταυρομαχίες του, το θέατρό του και τις εκπορνευμένες σχέσεις του. ..Γιατί τον αστό και μόνο τον αστό, μπόρεσαν και μπορούν ακόμα να βλάψουν οι δραστηριότητές μας, οι εξεγέρσεις μας και οι ασυγκράτητες επιθυμίες που παρασέρνουν τρελά τις καρδιές μας, η επιθυμία του να είμαστε ελεύθεροι σαν τους αετούς στις πιο ψηλές κορφές ή σαν τα λιοντάρια στην καρδιά του δάσους.

•Μερικές νύχτες, από αυτές τις σκοτεινές νύχτες όπου με το όπλο στο χέρι και το αυτί τεντωμένο στις ενέδρες, προσπαθούσα να διεισδύσω στα βάθη της γειτονικής περιοχής, καθώς επίσης και στα μυστήρια των πραγμάτων, δεν έβρισκα άλλο φάρμακο, όπως και στους εφιάλτες, απ’ το να βγαίνω έξω από το καταφύγιό μου, όχι για να ξεμουδιάσω τα μέλη μου που είναι ατσαλένια γιατί έχουν περάσει από τη δοκιμασία του χρόνου, αλλά για να σφίξω με μεγαλύτερη λύσσα το όπλο μου, νιώθοντας την ανάγκη να πυροβολήσω όχι μόνο τον εχθρό που ήταν κρυμμένος το λιγότερο εκατό μέτρα μακριά από ‘μένα, αλλά επίσης και τον άλλο εχθρό, αυτόν που δεν έβλεπα, αυτόν που κρυβόταν δίπλα μου και που δίπλα μου βρίσκεται ακόμα και τώρα, αυτόν που με φωνάζει σύντροφο ενώ με εξαπατά, εφ’ όσον δεν υπάρχει απάτη πιο άναδρη από αυτήν που τρέφεται με προδοσίες.

•Εμείς μέσα στα χαρακώματα ζούσαμε ευτυχισμένοι. Βλέπαμε βέβαια γύρω μας να πέφτουν σύντροφοι που άρχισαν μαζί μας αυτόν τον πόλεμο. Ξέρουμε επιπλέον, ότι ανά πάσα στιγμή μια σφαίρα μπορεί να μας αφήσει ξαπλωμένους κατά γης – είναι η ανταμοιβή που έριμένει ένας επαναστάτης – , αλλά ζούσαμ ευτυχισμένοι. Τρώγαμε όταν κάτι υπήρχε – όταν δεν υπήρχαν τρόφιμα νηστεύαμε. Κι ήμασταν ‘όλοι ευχαριστημένοι. Γιατί; Διότι κανείς δεν ήταν ανώτερος από κανέναν. Όλοι φίλοι, όλοι σύντροφοι, όλοι γκερριλέρος της Επανάστασης.

Πέρα από μία δομή της «σύνθεσης»

http://pernongrata.wordpress.com/2012/07/28/%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7%CF%82/

Αντί για μία αναρχική οργάνωση της «σύνθεσης», προτείνουμε μία άτυπη αναρχική οργάνωση βασισμένη στον αγώνα και τις αναλύσεις που αναδύονται από αυτόν.
 
Οι αναρχικοί όλων των τάσεων αρνούνται το μοντέλο της ιεραρχικά δομημένης και εξουσιαστικής οργάνωσης. Αρνούνται τα κόμματα, τις κάθετου τύπου οργανώσεις που επιβάλλουν ντιρεκτίβες από τα πάνω, με έναν περισσότερο ή λιγότερο φανερό τρόπο. Διατυπώνοντας την απελευθερωτική επανάσταση ως αρχή και ως μόνη εφικτή κοινωνική λύση, οι αναρχικοί θεωρούν πως τα μέσα που χρησιμοποιούνται για αυτήν την μεταμόρφωση  πρέπει να είναι ανάλογα του σκοπού που θέλουν να επιτύχουν. Και οι εξουσιαστικές οργανώσεις σίγουρα δεν είναι όργανα που οδηγούν στην απελευθέρωση.
 
Ταυτόχρονα, δεν είναι αρκετό να συμφωνούμε με τα παραπάνω στα λόγια. Είναι απαραίτητο να τα κάνουμε και πράξη. Κατά τη γνώμη μας, μία αναρχική δομή όπως αυτή της «σύνθεσης» εμπεριέχει αρκετούς κινδύνους. Όταν αυτό το είδος οργάνωσης φτάνει σε πλήρη ισχύ, όπως στην Ισπανία το ’36, αρχίζει να μοιάζει με κόμμα. Η «σύνθεση» μετατρέπεται σε έλεγχο. Σίγουρα σε ήρεμες περιόδους αυτό είναι τόσο λίγο ορατό, ώστε αυτό που λέμε τώρα ίσως να μοιάζει με βλασφημία.
 
Αυτό το είδος δομής βασίζεται σε ομάδες και άτομα που βρίσκονται λίγο-πολύ σε συνεχή επαφή μεταξύ τους και το αποκορύφωμα του είναι τα περιοδικά συνέδρια. Σε αυτά τα συνέδρια συζητείται η βασική ανάλυση, σχεδιάζεται ένα πρόγραμμα και χωρίζονται τα καθήκοντα που καλύπτουν όλο το εύρος της κοινωνικής παρέμβασης. Είναι μια οργάνωση της σύνθεσης γιατί θέτει τον εαυτό της ως σημείο αναφοράς, ικανό να συνθέσει του αγώνες που γίνονται εντός της ταξικής πάλης. Οι διάφορες ομάδες παρεμβαίνουν στους κοινωνικούς αγώνες, συνεισφέρουν αλλά δεν ξεχνούν το θεωρητικό και πρακτικό προσανατολισμό που η οργάνωση αποφάσισε ως σύνολο κατά τη διάρκεια του συνεδρίου.
 
Κατά τη γνώμη μας, μία οργάνωση δομημένη με αυτόν τον τρόπο διατρέχει τον κίνδυνο να μείνει πίσω αναφορικά με το επίπεδο αποτελεσματικότητας του αγώνα καθώς ο κύριος στόχος της είναι να διεξάγει τον αγώνα στα πλαίσια της «σύνθεσης» και όχι να προωθήσει την εξεγερσιακή πραγμάτωση. Μία από τις κύριες επιδιώξεις της είναι η ποσοτική αύξηση  σε μέλη. Για αυτό το λόγο έχει την τάση να «τραβά» τον αγώνα στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή και να συστήνει προσοχή, επιδιώκοντας το φρενάρισμα βημάτων προς τα εμπρός ή την επιλογή στόχων που είναι εκτεθειμένοι ή επικίνδυνοι.
 
Φυσικά αυτό δε σημαίνει ότι όλες οι ομάδες που ανήκουν σε αυτήν την οργάνωση της σύνθεσης αυτομάτως δρουν με αυτόν τον τρόπο. Συχνά, σύντροφοι είναι αρκετά αυτόνομοι ώστε να διαλέγουν τις πιο αποτελεσματικές προτάσεις και στόχους σε μία δεδομένη φάση του αγώνα. Υπάρχει όμως στην οργάνωση της σύνθεσης ένας εγγενής μηχανισμός που την οδηγεί στο να παίρνει αποφάσεις ακατάλληλες για τη δεδομένη συγκυρία καθώς ο κύριος στόχος της είναι να μεγαλώσει και να αναπτύξει ένα όσο πιο ευρύ μέτωπο αγώνα μπορεί. Έχει την τάση να μην παίρνει μια ξεκάθαρη θέση στα πράγματα αλλά να βρίσκει ένα τρόπο, ένα πολιτικό δρόμο, που δυσαρεστεί τους λιγότερους και είναι «εύπεπτος» για τους περισσότερους.


Οι αντιδράσεις που λαμβάνουμε όταν ασκούμε τέτοιου είδους κριτική υπαγορεύονται συνήθως από φόβο και προκατάληψη. Ο κύριος φόβος που μας σπρώχνει σε οργανωτικά σχήματα και στο φορμαλισμό μεταξύ συντρόφων είναι αυτός του αγνώστου. Αυτός μας προφυλάσσει από την αναζήτηση, η οποία εξαρτάται από το ρίσκο του να βρούμε τους εαυτούς μας να βιώνουν άγνωστες εμπειρίες. Αυτό γίνεται φανερό όταν βλέπουμε τη μεγάλη ανάγκη που νιώθουν κάποιοι σύντροφοι για μία φορμαλιστική οργάνωση που προσφέρει συνέχεια, σταθερότητα και πολιτικό αγώνα βασισμένο σε ένα σχέδιο που έχει δουλευτεί από πριν.
 
Στην πραγματικότητα αυτά τα στοιχεία εξυπηρετούν την ανάγκη μας για σιγουριά και όχι κάποια επαναστατική αναγκαιότητα.
 
Αντίθετα πιστεύουμε πως η άτυπη οργάνωση μπορεί να μας προμηθεύσει με σταθερά σημεία εκκίνησης για να βγούμε από αυτήν την αβεβαιότητα.
 
Αυτός ο διαφορετικός τύπος οργάνωσης μας φαίνεται πως είναι ικανός να αναπτύξει, σε αντίθεση με την οργάνωση της «σύνθεσης», πιο συμπαγείς και παραγωγικές σχέσεις αφού θα βασίζονται στην αλληλεγγύη και στην αμοιβαία γνώση του άλλου. Επίσης η στιγμή που δείχνει τις αληθινές της δυνατότητες είναι όταν συμμετέχει σε συμπαγείς καταστάσεις πάλης και όχι όταν σχεδιάζει θεωρητικές ή πρακτικές πλατφόρμες, κανονισμούς και κανόνες συνεργασίας.
 
Μία οργάνωση δομημένη άτυπα δε δημιουργείται βασισμένη σε ένα πρόγραμμα φτιαγμένο σε κάποιο συνέδριο. Οι ίδιοι οι σύντροφοι συνειδητοποιούν το πόνημα μέσα στη ροή και την ανάπτυξη του ίδιου του αγώνα. Αυτή η οργάνωση δεν έχει κάποιο προνομιούχο όργανο θεωρητικής και πρακτικής επεξεργασίας ούτε έχει προβλήματα «σύνθεσης». Κύριο μέλημα της είναι να παρεμβαίνει σε έναν αγώνα φέροντας μία εξεγερσιακή προοπτική.
 
Παρά του μεγάλους περιορισμούς που συναντούν οι σύντροφοι που συμμετέχουν σε άτυπες αναρχικές οργανώσεις και παρά τα όποια ελαττώματα εμφανιστούν αργότερα, συνεχίζουμε να θεωρούμε αυτήν τη μέθοδο έγκυρη και πιστεύουμε πως η περεταίρω θεωρητική και πρακτική εξερεύνηση της, αξίζει τον κόπο.
Μετάφραση από τα αγγλικά του άρθρου “Beyond the Structure of Synthesis” που δημοσιεύτηκε στο αναρχικό περιοδικό “Insurrection”, στο 4ο τεύχος το Μάιο του 1988. Τα έξι τεύχη του περιοδικού μπορείτε να τα κατεβάσετε όλα μαζί από την ενότητα Επαναστατική κουλτούρα ή μεμονωμένα τεύχη από το blog 325.nostate.net
Αναδημοσίευση από το site Parabellum

 

Πέρα από τη Δεξιά και την Αριστερά: Αναρχία

Το πολύ καλό αυτό κείμενο, το βρήκα εδώ : http://pernongrata.wordpress.com/2012/04/18/%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7-%CE%B4%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%AC-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AC-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81/

Του NICO BERTI

Ο αναρχισμός σε ποια πλευρά βρίσκεται; Στη δεξιά ή την αριστερά; Η ερώτηση είναι λιγότερο ρητορική απ’ όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά κι έτσι έρχεται ο Νico Berti να επιβεβαιώσει μια διάσημη ρήση της ελευθεριακής κουλτούρας: “Ο αναρχισμός ναι μεν βρίσκεται μέσα στην ιστορία, αλλά και της εναντιώνεται”. Αυτή η άποψη έχει δύο πλευρές θεώρησης: η μία, η ιστορική, βλέπει τον αναρχισμό ως μέρος της πορείας των δυνάμεων της αριστεράς, ενώ η άλλη, η αυστηρώς θεωρητική, οφείλει να αναγνωρίσει ότι ο αναρχισμός βρίσκεται πέραν της αριστεράς και της δεξιάς. Το κείμενο του Νico Berti ; (καθηγητή της ιστορίας των πολιτικών κομμάτων στο πανεπιστήμιο της Πάντοβα και ιστορικού στελέχους του αναρχικού χώρου στην Ιταλία) εξετάζει ακριβώς αυτό το σημαντικό ζήτημα, προκειμένου να δώσει μια απάντηση εξαιρετικά χρήσιμη αυτή την περίοδο. Δημοσιεύτηκε στην ιταλική αναρχική επιθεώρηση Volonta. τόμος 3-4. 1996

Ο ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ ανήκει στη δεξιά ή στην αριστερά; θα μπορούσαμε αμέσως να πούμε: στην αριστερά. Στην αριστερά γιατί, σύμφωνα με την παραδοσιακή σημασία του όρου, αυτή είναι που από ιστορικο-πολιτικής πλευράς επιθυμεί πάντοτε να εκφράζει τις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης και. αν θέλετε, της διαφορετικότητας.
Μ’ αυτό το δεδομένο, θα έπρεπε να συμπεράνουμε ότι η συζήτηση έχει ήδη τελειώσει. Απεναντίας, το ερώτημα δεν είναι τόσο απλό, παρά τη φαινομενικά άμεση προδηλότητά του. Όχι μόνο γιατί αυτός ο ορισμός της δεξιάς και της αριστεράς είναι καθ΄ όλα συμβατικός (όπως όλα τα πράγματα αυτού του κόσμου), αλλά επίσης, και κυρίως, γιατί ο αναρχισμός βρίσκεται πέρα από τη δεξιά και την αριστερά. Ο αναρχισμός είναι, οντολογικά. μια σύνθεση. Έτσι, δεν προσφέρεται σε οικειοποίηση και ταξινόμηση μιας και μόνο κατεύθυνσης. Ο αναρχισμός είναι οικουμενικός.
Ο αναρχισμός, πράγματι, είναι εξ’ ορισμού μια συγκρητική ιδεολογία. Γεννήθηκε σε αντίθεση τόσο με τον φιλελευθερισμό όσο και με τον σοσιαλισμό, κυρίως γιατί ενώ οι φιλελεύθεροι και οι σοσιαλιστές έχουν θεωρήσει τις αξίες της ελευθερίας και της ισότητας σαν ανεξάρτητες μεταξύ τους, αυτός τις εννοεί ως αξίες αδιαχώριστες. Ο αναρχισμός θεωρεί αδύνατον να σκεφτόμαστε να πραγματοποιήσουμε τη μία, αν δεν σκεφτόμαστε, ταυτόχρονους. να πραγματοποιήσουμε και την άλλη. Από δω, ακριβώς, και η συγκρητική φύση της αναρχικής ιδεολογίας: αναφερόμενος σε μια αξία, σε μια έννοια, αμέσως ανακαλεί όλες τις άλλες, οι οποίες δεν στηρίζονται, σύμφωνα με την αναρχική προοπτική, αν δεν σκεφτόμαστε τη μια σε σχέση με μια άλλη, αν δεν σκεφτόμαστε αυτή την άλλη σε σχέση με μια ακόμα άλλη κ.ο.κ.
Ποια ελευθερία;
Κατά την αναρχική άποψη η ατομική ελευθερία πραγματώνεται αληθινά μόνο μέσω της πλήρους ανάπτυξης της κοινωνικής ισότητας και η κοινωνική ισότητα πραγματώνεται αληθινά μόνο μέσω της πλήρους ανάπτυξης της ατομικής ελευθερίας. Εν συντομία. ο αναρχισμός ισχυρίζεται ότι για να πραγματωθεί η ισότητα απαιτείται να δοθεί βάρος στην ελευθερία, και για να πραγματωθεί η ελευθερία πρέπει να δοθεί βάρος στην ισότητα. Για να πραγματωθεί η μία πρέπει να δοθεί βάρος στην άλλη, δηλαδή πρέπει να εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις τους, αλλά για να πραγματωθούν αυτές, χρειάζεται να γίνουν αμφότερες αποδεκτές, με όλες τις συνέπειες τους.
Ο αναρχισμός, με άλλα λόγια, επιπλήττει τον φιλελευθερισμό ως ένα μερικό δόγμα της ελευθερίας και τον σοσιαλισμό ως ένα μερικό δόγμα της ισότητας. Η μερικότητα συνίσταται στο ότι αυτά τα δύο δόγματα προτίθενται να πραγματώσουν τις αρχές τους μέσω της προσωρινής εξάρτησης των δύο αξιών, με την έννοια ότι πρώτα πραγματώνεται η μία και μετά η άλλη, ενώ ο αναρχισμός θεωρεί ότι μόνο στην ταυτόχρονη πραγμάτωση τους έγκειται η επιτυχία τους.
Η δεξιά και η αριστερά, πάντοτε σύμφωνα με τη σύμβαση που υπαινιχθήκαμε προηγουμένως, είναι επίσης μια αντίθεση (και δεν θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά), ένα παιχνίδι αντιτιθέμενων πλευρών. Από τη μια η δεξιά, με τις αξίες της παράδοσης, της συντήρησης, της αντίδρασης, της ανισότητας, του ιδιοκτησιακού εγωισμού και σαφώς της ιεραρχίας” από την άλλη η αριστερά, με τις αντίθετες αξίες.
Αξίζει να σημειωθεί, πως σύμφωνα με τη διάσημη ερμηνεία του Norberto Bobbio, αυτό που χωρίζει τη δεξιά και την αριστερά είναι το ζήτημα της ισότητας, γιατί ενώ υπάρχουν ρεύματα της αριστεράς που επιδιώκουν εκτός από την ισότητα και την αξία της ατομικής ελευθερίας (η περίπτωση παραδείγματος χάριν του αναρχισμού), ποτέ δεν ισχύει το αντίθετο. Μ’ άλλα λόγια, η αξία της ελευθερίας μπορεί να υπάρχει και στη δεξιά (παραδείγματος χάριν ο κλασσικός φιλελευθερισμός), όμως δεν υπάρχει ποτέ, σ’ αυτήν την πολιτική πλευρά, η αξία της ισότητας. Μέχρις εδώ με τον Bobbio .
Είναι γεγονός όμως, ότι για να μπορέσει να εφαρμοστεί αυτό το σχήμα, θα έπρεπε, πρώτα απ’ όλα, να υπάρχει καθολική συμφωνία στο τι εννοείται ως ελευθερία και ισότητα, που ωστόσο είναι υπό αμφισβήτηση.
Όχι μόνο η ελευθερία και η ισότητα είναι έννοιες πολύ συζητήσιμες, αλλά επίσης, αποδεχόμενοι την παραδοχή του Bobbio σαν “παραδοσιακή” (δηλαδή μια έκφραση της αριστεράς), πρέπει επίσης να παρατηρήσουμε ότι η ιστορική εμπειρία έχει πολ- λες φορές κυριολεκτικά αντιστρέψει αυτή την ερμηνεία. Αρκεί πράγματι να θυμηθούμε μερικά αλλόκοτα πράγματα: ο σταλινισμός και ο Πολ Ποτ ανήκουν στη δεξιά ή την αριστερά; Προκύπτει, εν συντομία, ήδη απ’ αυτή την κοινότυπη ερώτηση, η δυσκολία μιας σαφούς απάντησης.
Το γεγονός είναι ότι, ακριβώς επειδή δεξιά και αριστερά είναι “χωρικοί” ορισμοί, αυτοί δεν μπορούν να υπερβούν την ιδιαιτερότητα της κάθε πλευράς, δηλαδή την ιδιαιτερότητα της οπτικής γωνίας. Στην πραγματικότητα, ανήκουν στην ίδια λογική: υπάρχει η δεξιά επειδή υπάρχει η αριστερά και υπάρχει η αριστερά γιατί υπάρχει η δεξιά. Δεν πρόκειται για ένα παιχνίδι με τις λέξεις, αλλά για ένα παιχνίδι εξουσίας. Η κάθε πλευρά διεκδικεί τα πάντα, αλλά δεν παύει (ούτε μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο) να είναι η μία πλευρά, και αφού δεν παύει να είναι τέτοια, διαθέτει μία και μόνο λογική υποταγής της άλλης πλευράς , τη λογική της εξουσίας (που πράγματι είναι καθολική).
Να λοιπόν που ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι μπορούμε να δώσουμε μια οικουμενική ερμηνεία των αξιών (όποιες κι αν είναι αυτές), παραμένει πάντοτε το γεγονός ότι, αν έρθουμε σε μια δεδομένη κατάσταση, αυτές παύουν να είναι αυτό που είναι και γίνονται, κατά τρόπο ανεπανόρθωτο, καθ’ ολοκληρίαν ιδιαίτερες. Αυτό ισχύει αν αναλυθούν όλες οι ιδεολογίες οποιασδήποτε πλευράς, καθόσον, και αυτό τις αφορά όλες, δεν καταφέρνουν να υπερβούν τη μοναδική οικουμενική σταθερά που, ακόμη και σε διαφορετική κλίμακα, τις εξομοιώνει: η ουσία τους δηλαδή προκύπτει από τη λογική της εξουσίας, δηλαδή από εκείνη ακριβώς τη μερική λογική που θέλει να υποτάξει καθ’ ολοκληρίαν την ύπαρξη’ μιλάμε ακριβώς για την εξουσία. Πολλοί διεκδικούν την ελευθερία (συμπεριλαμβανομένου του φιλελευθερισμού), αλλά κανείς δεν τη διεκδικεί ως συστατική αρχή, δηλαδή ως άρνηση. “χωρίς περισσεύματα”, της εξουσίας.
Φυσιολογικά οι αξίες πρέπει να ελέγχονται σε σχέση με μια δεδομένη κατάσταση και απ’ αυτό ούτε ο αναρχισμός μπορεί, προφανώς, να ξεφύγει. Ωστόσο ο αναρχισμός διαθέτει ένα τεράστιο πλεονέκτημα σε σχέση με όλες τις άλλες ιδεολογίες. Αυτό συνίσταται στο εξής: η οικουμενικότητα του δεν πηγάζει από μια αρχική ιδιαιτερότητα, αλλά από τη μοναδική οικουμενικότητα που είναι δυνατή στην πραγματικότητα: την επιδίωξη της πλήρους εξάλειψης της εξουσίας. Γιατί είναι αυτή η μοναδική δυνατή οικουμενικότητα; Μα είναι προφανές: γιατί η εξουσία, και πώς θα μπορούσε να συνέβαινε διαφορετικά, είναι αυτή που διαιρεί. Επειδή η διαίρεση που δημιουργεί η εξουσία είναι ανυπέρβλητη, να γιατί ευκαιριακά η δεξιά και η αριστερά καταλήγουν να συμπίπτουν σε μία πλευρά, ακριβώς στη θεωρητική πλευρά που εκπροσωπεί, ρεαλιστικά, τη γνώση της αδυναμίας αυτής της υπέρβασης. Τα υπόλοιπα (και αυτή η συζήτηση έχει σημασία κυρίως για την αριστερά, αφού η δεξιά ταυτίζεται σχεδόν με την εξουσία) είναι σκέτη “ιδεολογία”. Ο αναρχισμός, απεναντίας, ξεκινώντας άμεσα από τη συστατική αρχή της ελευθερίας (άρνηση της εξουσίας) δεν φτάνει σ’ ένα παρόμοιο αδιέξοδο, δηλαδή ξεφεύγει από μια τέτοια αξιωματική θεώρηση της πολιτικής.
Νέο κριτήριο
Χρειάζεται όμως ν’ αλλάξουμε κριτήριο προκειμένου να διερωτηθούμε πάνω στη δεξιά και την αριστερά, γιατί η εξουσία είναι στην πραγματικότητα οικουμενική. Μ’ άλλα λόγια, η συζήτηση πρέπει να περάσει από μια χωρο-οριζόντια ανάλυση, σε μια ανάλυση χωρο-κάθετη. Αν παραμείνει η χωρο-οριζόντια (δεξιά και αριστερά) δεν υπερβαίνεται το εγγενές κριτήριο που τελικά ενοποιεί τις δύο πλευρές, δηλαδή η εξουσία, δεδομένου ότι η δεξιά και η αριστερά δεν είναι τίποτ’ άλλο από διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας αρχής. Μετατοπίζοντας αντιθέτως την ανάλυση σε μια καθετοποιημένη διάσταση (ψηλά-χαμηλά, βάση-κορυφή), ενώνονται αμέσως οι δύο αξίες που πριν ήταν χωρισμένες, η αξία της ελευθερίας και η αξία της ισότητας. Μ’ άλλα λόγια, υποστηρίζοντας τη χωρο-κάθετη προοπτική, βλέπουμε αμέσως ότι η ανισότητα και η απουσία της ελευθερίας είναι το ίδιο πράγμα.
Όμως αμέσως θα προσθέσουμε ότι έχοντας έτσι τα πράγματα, η συζήτηση είναι εντελώς ιδεολογική, δηλαδή στερείται της εμπειρικής επαλήθευσης, θα μπορούσαμε να πούμε πως πρόκειται για μια απλή κίνηση των αισθημάτων και των προθέσεων. Πράγματι, μ’ αυτή την έννοια είναι μάλλον εύκολο να φτάσουμε σε συμπεράσματα. Πολύ εύκολο και καθ’ όλα αντιπαραγωγικό: ο αναρχισμός κάθε φορά που μάχεται την εξουσία ως εξουσία, κινδυνεύει πάντοτε να μάχεται την ίδια τη συστατική αρχή της πραγματικότητας, δεδομένου ότι σχεδόν ολόκληρη η πραγματικότητα διαπερνάται από την εξουσία. Όσο περισσότερο μάχεται τη συστατική αρχή, τόσο περισσότερο πλησιάζει τη λογική της απουσίας της πραγματικότητας, της αρχής της πραγματικότητας. Δηλαδή, περνά από τον αγώνα εναντίον της αξίας της εξουσίας στην άρνηση της αρχής της πραγματικότητας (είναι αυτό, μέσα στ’ άλλα, που σε γενικές γραμμές έχει συμβεί τα τελευταία 50 χρόνια).
Μ’ άλλα λόγια, η συζήτηση πάνω στη δεξιά και την αριστερά δεν μπορεί να είναι, για τον αναρχισμό, μια συζήτηση μονάχα ιδεολογική. Πράγματι, αφού θεωρείται δεδομένο ότι ο αναρχισμός εναντιώνεται στην εξουσία και ότι επομένως είναι πράγματι οικουμενικός, οφείλει πάντοτε να αντιμετωπίζει ένα άλλο ερώτημα. Γιατί ο αναρχισμός θάπρεπε να υπερβαίνει αυτό το σχήμα;
Για να απαντηθεί κάτι τέτοιο χρειάζεται να περάσουμε από μια συζήτηση ιδεολογική, σε μια συζήτηση πολιτική, ακριβώς με την έννοια της μεταπολιτικής. Για να σκεφθούμε έναν αναρχισμό πέρα από το παράδειγμα δεξιά-αριστερά χρειάζεται πράγματι να κατανοήσουμε τον αναρχισμό αποδεσμευμένο από την ιστορία του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος, και, γενικότερα, από την ιστορία της ανατροπής και της επανάστασης. Αλλά το να ξεχωρίσουμε τον αναρχισμό από την ίδια τη θεμελιώδη ιστορία του. συνεπάγεται μια απόσπαση που θα μπορούσε να τον εκφυλίσει. Μπορούμε επομένως να συγκεφαλαιώσουμε βεβαιώνοντας ότι, από μία οπτική γωνία αυστηρά θεωρητική, ο αναρχισμός βρίσκεται πέραν της δεξιάς και της αριστεράς, ενώ βάσει του ιστορικού του προφίλ βρισκόταν και βρίσκεται, σε μεγάλο βαθμό, μέσα στην ιστορία της αριστεράς. Η νιοστή επιβεβαίωση, όπως φαίνεται, του ισχυρισμού που θέλει τον αναρχισμό ναι μεν να βρίσκεται μέσα στην ιστορία, αλλά και να της εναντιώνεται.



Το κείμενο μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε από την “Ελευθεριακή κουλτούρα” στην Αθήνα το 1999

Επιστολή προς το δικαστήριο, της Αθηνάς Τσάκαλου, μητέρας των φυλακισμένων αναρχικών συντρόφων και μελών της σ.π.φ. Χρήστου και Γεράσιμου Τσάκαλου :

  • ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

    18-4-2012

    «Κάθε εξεγερτική πράξη εκφράζει τη νοσταλγία για την αθωότητα και την έκκληση για την ουσία της ύπαρξης»
    Αναρωτιέμαι για ποιο λόγο καλούνται στο δικαστήριο, οι γονείς των αναρχικών-επαναστατών της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς; Αναρωτιέμαι γιατί με καλείτε; Να με ρωτήσετε αν γνωρίζω κάτι για αυτήν την οργάνωση; Να μου κάνετε ερωτήσεις για την προσωπική ζωή των παιδιών μου, να κάνετε το ψυχολογικό πορτραίτο τους, να σχηματίσετε άποψη για το οικογενειακό τους περιβάλλον; Να με ρωτήσετε αν συμφωνώ με τις δράσεις των παιδιών μου και της οργάνωσης γενικά; Να με βάλετε να σταθώ μπροστά σ’ αυτό το βήμα, όπου έχετε ακουμπήσει ένα μικρό βιβλιαράκι, και να με βάλετε να ορκιστώ σ’ αυτόν τον θεό που τον έχετε θέσει στην υπηρεσία της εξουσίας; Να φέρετε τους αναρχικούς επαναστάτες σε αμηχανία καθώς θα θέτετε στους γονείς ανούσιες ερωτήσεις; Να χαρείτε που μπορείτε να μας κάνετε να πιστέψουμε, όπως εσείς νομίζετε, πως είμαστε υπόλογοι και πρέπει να απολογηθούμε;

    Δηλώνω για μία ακόμα φορά πως δεν πρόκειται να ανταποκριθώ στο κάλεσμά σας. Και επειδή, όπως όλα δείχνουν, θα ακολουθήσει μια σειρά τέτοιων δικαστηρίων, λέω να μην ξανακάνετε τον κόπο να μου στείλετε κλήση γιατί η στάση μου θα παραμείνει ίδια. Δεν πρόκειται να παραστώ σ’ αυτό το δικαστήριο . Δεν πρόκειται να απαντήσω ποτέ σε καμία ερώτησή σας. Η δράση των παιδιών μου και των συντρόφων τους είναι και ήταν καθαρά πολιτική, αναρχική-επαναστατική και γι’ αυτό δεν χρειάζεται η διερεύνηση των παραμέτρων της προσωπικής τους ζωής. Η οργάνωση στην οποία ανέλαβαν την πολιτική ευθύνη ότι ανήκουν, έχει διατυπώσει με απόλυτη σαφήνεια, καθαρότητα και τόλμη τις θέσεις της. Ο οποιοσδήποτε λόγος δικός μου θα είναι μικρός και ανάξιος. Και επειδή θέλω να κρατηθούν κάποια πράγματα καθαρά και δυνατά και επειδή δε θέλω να δώσω σε κανέναν την ικανοποίηση να ευτελίζει τα πάντα με ανόητες και περιττές ερωτήσεις γι’ αυτό διαλέγω τη θέση της μη παρουσίας μου.

    Αναφερόμενη σ’ αυτό το δικαστήριο, δε θέλω ν’ αφήσω μια φράση που συνεχώς με θέρμη και ένταση επαναλαμβάνεται, να αιωρείται στον αέρα ως πιθανή ένδειξη τόλμης και ευθύτητας. Είναι η φράση: Εμείς θα δικάσουμε διερευνώντας σε βάθος την υπόθεση. Που σημαίνει, ότι λέτε πως θα δικάσετε, αν μη τι άλλο, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων σας, που σημαίνει ότι θα δικάσετε βάσει αποδείξεων και όχι συμπερασματικών ενδείξεων και με τη λογική της συλλογικής ευθύνης. Και αν αναφέρω αυτή τη φράση δεν είναι γιατί ελπίζω ξαφνικά σε θαύματα, αλλά γιατί κάποτε και ιδιαίτερα σε υποθέσεις όπως η επαναστατική δράση των ανθρώπων οι λέξεις πρέπει να έχουν βαρύτητα και ευθύνη. Παρ’ όλο που η μέχρι τώρα διαδικασία δεν προμηνύει τίποτα τέτοιο. Όλες οι ενστάσεις βασισμένες στην κοινή λογική, όπως η αναγνώριση των Κρατουμένων ως πολιτικών κρατουμένων, όπως το ορίζει το ίδιο το σύνταγμά σας, και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αναγράφεται και στο κατηγορητήριο, έχουν απορριφτεί έτσι απλά χωρίς λογικό υπόβαθρο. Η έννοια της πολιτικής ανάληψης ευθύνης συγχέεται με την ποινική ευθύνη κι αυτό βέβαια όχι από άγνοια και καθόλου τυχαία. Επισημαίνω λοιπόν αυτή τη φράση και θα φανεί στο τέλος της διαδικασίας αν το εννοείτε αυτό που λέτε.

    Η αλήθεια είναι πως από τότε που άρχισε η δίωξη των σύγχρονων αναρχικών επαναστατών, ανακάλυψα και πρόσεξα με ιδιαίτερη προσοχή έναν πίνακα. Είναι ο πίνακας του Bruegel, Τοπίο με την πτώση του Ίκαρου. Το πέταγμα του Ίκαρου έχει να κάνει με την επιθυμία του ανθρώπου να ξεφύγει από την έλξη του χώματος, να πετάξει. Να κυριαρχήσει και στον αέρα, να τον περπατήσει κι αυτόν …

    Είναι περηφάνια, αλαζονεία, ανυπακοή και διάθεση ν’ αποδείξει πως ο άνθρωπος όλα τα μπορεί. Κι έρχεται τώρα ο ζωγράφος και βάζει σε πρώτο κυρίαρχο πλάνο τον γεωργό. Αφοσιωμένος στο όργωμα , στο χώμα, δεν τον ενδιαφέρει τίποτα άλλο και σε δεύτερο πλάνο ο βοσκός κάπως πιο περίεργος αλλά κι αυτός κοιτάζει σε λάθος κατεύθυνση. Μετά το καράβι επιβλητικό να συνεχίζει το ταξίδι, κι εκεί στη γωνία ένα μικρό φτωχό ποδάρι του πνιγμένου Ίκαρου . Τέτοια αποκαθήλωση του Ικάριου εγχειρήματος δεν έχω ξαναδεί. Και μάλλον δεν είναι τυχαίο, δεν ξέρω τη φιλοσοφία του ζωγράφου ίσως να σημαίνει πως οι άνθρωποι οι σύγχρονοι ενός τολμηρού πειράματος είναι τόσο προσηλωμένοι στις συνήθειές τους, φοβούνται τόσο την αλλαγή και δεν τολμούν να αναγνωρίσουν ή να δοκιμάσουν κάτι καινούργιο.

    Κοιτώντας τον πίνακα δεν δέχομαι αυτή την αποκαθήλωση. Τώρα που στη χώρα μας δικάζονται άνθρωποι που τολμούν ακόμα να πιστεύουν πως αν κάτι αξίζει σ’ αυτή τη ζωή είναι τα Ικάρια εγχειρήματα, όσο πόνο κι αν επιφυλάσσουν, όσος εγκλεισμός και καταδίκες κι αν τους επιβληθούν, θέλω να ελπίζω και να πιστεύω πως κάποτε οι άνθρωποι, οι σύγχρονοι αυτών των εξεγέρσεων θα βάλουν κάποια στιγμή σε πρώτο πλάνο και θα αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα του πετάγματος.

    Αθηνά Τσάκαλου

    Υ.Γ. Κι αν στέλνω αυτό το σημείωμα είναι γιατί η επιμονή του δικαστηρίου να παρουσιαστώ είναι ιδιαίτερη και κυρίως γιατί δεν επιτρέπω στον εαυτό μου τη σιωπή. Η σιωπή ταιριάζει μόνο στους πεθαμένους και εφαρμόζεται στις μέρες μας σ’ αυτές τις δίκες, από τους απόλυτα υποταγμένους στις διαταγές της εξουσίας.

    Κι αν θέλετε πραγματικά να καταλάβετε ποιους ανθρώπους δικάζετε, διαβάστε το λόγο τους, δείτε τη στάση τους. Ο Χρήστος Τσάκαλος, ο Γεράσιμος Τσάκαλος, ο Παναγιώτης Αργυρού, βρίσκονται στην 12 μέρα απεργίας πείνας και δηλώνουν: «Οι τίγρεις της οργής είναι σοφότερες από τα άλογα της μάθησης»…. «Όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε ήδη νεκροί»… Στις 17 Απριλίου ξεκίνησαν την απεργία πείνας σε συμπαράσταση των συντρόφων τους και οι Γιώργος Πολύδωρος, Δαμιανός Μπολάνο, Χάρης Χατζημιχελάκης και τα υπόλοιπα μέλη του φυλακισμένου πυρήνα της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς θα ακολουθήσουν σε καθορισμένες ημερομηνίες.

    «Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΛΟΓΙΑ
    Στην αδιαπραγμάτευτη απόφαση μας να κάνουμε την καθημερινότητα μας επανάσταση μέσω της άμεσης δράσης και του αναρχικού αντάρτικου πόλης ξεκινήσαμε μια διαδρομή με αφετηρία χωρίς όμως τερματικό σταθμό».

Ο ΧΑΡΗΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ

“Εξάλλου δεν έχεις άλλα όπλα από εκείνα της ανθρωπιάς, για να πολεμήσεις έναν απάνθρωπο κόσμο…”
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, μια εξέγερση στις φυλακές Αλικαρνασσού, πυροδοτεί ένα ξέσπασμα, που σαρώνει απ’ άκρη σ’ άκρη τις φυλακές της χώρας. Οι κρατούμενοι βάζουν φωτιά στα στρώματά τους, ανεβαίνουν στις ταράτσες και αρχίζουν να γκρεμίζουν τα κάτεργα. Σε κάποιο από τα παράθυρα των φυλακών Αλικαρνασσού, ένας κρατούμενος έχει κρεμάσει ένα πανό που γράφει:
“ΕΞΕΓΕΡΘΗΚΑΜΕ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΓΔΑΡΤΕΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΜΑΣ”
Πίσω από τα κάγκελα του παραθύρου διακρίνεται μια ισχνή ανθρώπινη φιγούρα που λυσσομανά και πηγαινοέρχεται μέσ’ το κελί σαν θηρίο. Πότε πότε, γαντζώνεται στα κάγκελα του παραθύρου του και αρχίζει να φωνάζει.
Είναι ο Γιάννης Πετρόπουλος του Βασιλείου, τον οποίο, από τα 21 του κιόλας χρόνια, η Δικαιοσύνη ρίχνει στα «σαγόνια της φυλακής για να τον κατασπαράξουν και να τον σκορπίσουν στον πιο βαθύ βούρκο» για τα επόμενα 20 χρόνια της ζωής του.
Είκοσι χρόνια που θα σημαδέψουν το κορμί και την ψυχή του, με τα χειρότερα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς, τις απομονώσεις, τα πειθαρχεία και το μαρτύριο του κελιού. Είκοσι χρόνια όμως που θα σημαδευτούν και από εξεγέρσεις, αποδράσεις και τον αγώνα ενάντια στην εξαθλίωση του κορμιού και του μυαλού που επιβάλλει η φυλακή. 
Στην φυλακή που θέλει τους έγκλειστούς της να βρίσκουν διαφυγή στα ναρκωτικά, να καταλήγουν στην τρέλα ή να επιδίδονται στις πιο ειδεχθείς πράξεις, ο Πετρόπουλος θα αρχίζει να διαβάζει και στη συνέχεια να γράφει.
Μέσα από τους “Γδάρτες Ονείρων”, “Το Τριαντάφυλλο” και το “Η Σκέψη”, ο Πετρόπουλος θα μιλήσει για τα κολαστήρια των φυλακών, θα ξεσκεπάσει το προσωπείο της Δικαιοσύνης και θα περιγράψει τους πολύπλευρους αγώνες για την ελευθερία. Θα γράψει όμως και για τη μοναξιά του κελιού, την Γυναίκα, τον Έρωτα και την κοινωνία «…που άκουγε τα ουρλιαχτά του να σκίζουν την σιγαλιά της νύχτας» και σιωπούσε. 
Μέσα σ’ εκείνο τον βυθό, θα γνωρίσει τον Χάρη Τεμπερεκίδη, μια από τις σημαντικότερες μορφές της φυλακής. Ισοβίτης και αυτός, πεταμένος από 15 μόλις χρονών στα χειρότερα κάτεργα της χώρας, θα γνωρίσει τα βασανιστήρια, τον εξευτελισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αλλά και το σκοτάδι της μοναξιάς που επιβάλλει η φυλακή. Θα πρωτοστατήσει σε εξεγέρσεις, θα αποδράσει, θα συλληφθεί και θα βασανιστεί άγρια, θα ξανά-εξεγερθεί, έως ότου αποφυλακιστεί μετά από πολλά χρόνια. Θα ζήσει ελεύθερος για λίγα χρόνια έως ότου οι διώκτες του τον εντοπίσουν και τον δολοφονήσουν στα βουνά της ορεινής Κορινθίας, ύστερα από πολυήμερη καταδίωξη μέσα στις εξοντωτικές συνθήκες του ψύχους και των απόκρημνων βουνών. Στις 8 Φλεβάρη του 1999, ο Χάρης θα αφήσει την τελευταία του πνοή, “ελεύθερος” ανάμεσα στους διώκτες του, αφού πρώτα τους έχει παραπλανήσει ώστε να δώσει λίγο πολύτιμο χρόνο στους συντρόφους του για να διαφύγουν.
Μερικά χρόνια νωρίτερα, ο Χάρης και ο Γιάννης θα βρεθούν μαζί στο δρόμο της παρανομίας, μετά από μια απόδρασή τους, για να χαρούν κάποιες στιγμές ελευθερίας, έως ότου ξανά-συλληφθούν και οδηγηθούν στη φυλακή. Μετά τον θάνατο του Χάρη, και εμπνευσμένος από τη σύντομη συνάντηση τους έξω από το κάτεργο, ο Γιάννης θα γράψει τον θεατρικό διάλογο «Ο Χάρης Δεσμώτης», ο οποίος εκδίδεται με αφορμή την συμπλήρωση 9 χρόνων από τον θάνατο του Χάρη.

Εκδόσεις Διάδοση, Φεβρουάριος 2008

Εισαγωγή

Το κείμενο αυτό, αποτελεί την εισαγωγή στο Palestine mon amour. Επιλέχτηκε να δημοσιευτεί τελευταίο, γιατί είναι και το πιο πρόσφατο, αλλά και γιατί λειτουργεί και ως περίληψη του βιβλίου συμπυκνώνοντας τις απόψεις του συντρόφου στο ζήτημα.
 
Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τί συμβαίνει στην Παλαιστινιακή γη, ούτε καν αυτοί που έχουν παρακολουθήσει αυτήν την αιματοβαμμένη σειρά γεγονότων, συμπεριλαμβανομένων (των) ανθρώπων οι οποίοι έζησαν για πολύ εκεί. Αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο με καχυποψία και μίσος, όχι μόνο άντρες και γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι, αλλά ακόμη και η σκόνη στους δρόμους, η λάσπη που τους καλύπτει τις βροχερές μέρες, η ασφυκτική ζέστη και η δυσωδία του καύσωνα.
Οι «επίσημοι» όροι της αντιπαράθεσης είναι γνωστοί. Οι Ισραηλινοί έδιωξαν τους Παλαιστίνιους από τη γη τους, αυτό όμως συνέβη τόσο παλιά που κάποιοι από τους ανθρώπους που γεννήθηκαν σε καλύβες στα στρατόπεδα εκτοπισμού, είναι πλέον πενήντα ετών.  Γελοίες διαπραγματεύσεις μεταξύ κρατών, οδήγησαν στο να επιστραφούν κάποια κομμάτια γης σε ανθρώπους που εκδιώχθηκαν από εκεί, είναι όμως αδύνατο να ζήσει κανείς σε αυτά.
Στο Ισραήλ, εάν δε δουλεύεις πεινάς. Οι έποικοι του δεύτερου σιωνιστικού κύματος, πλούτισαν εκμεταλλευόμενοι το φτηνό παλαιστινιακό εργατικό δυναμικό και  από την ελεύθερη χρήση των χωραφιών σε εδάφη που θα μπορούσαν να αποτελούν τώρα το νέο παλαιστινιακό κράτος.
Όλα αυτά όμως, όχι μόνο αποτυγχάνουν να συλλάβουν την ουσία του προβλήματος  αλλά δε φτάνουν κάν να το περιγράψουν. Ίσως να είχε νόημα τον καιρό της πρώτης λαϊκής εξέγερσης του κόσμου των «εδαφών», αυτόν με τις πέτρες.  Τώρα, τα πράγματα κινούνται προς μια «Λιβανοποίηση» διογκούμενης θηριωδίας.
Καμία πλευρά δε θέλει να υποχωρήσει, καθώς αυτό θα οδηγούσε σε εσωτερικές συγκρούσεις, έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο που σχεδόν σίγουρα θα έδινε τη νίκη στον αντίπαλο.
Έτσι λοιπόν συνεχίζουν έναν ατελείωτο κύκλο αμοιβαίων επιθέσεων. Η κάθε πλευρά,  με τα όπλα που έχει στη διάθεσή της: οι Παλαιστίνιοι αυτοανατινάζονται με τις βόμβες τους, οι Ισραηλινοί βομβαρδίζουν σπίτια στα εδάφη με τα αεροπλάνα τους. Υπάρχουν οι ειρηνευτικοί χάρτες, οι εσωτερικές συμφωνίες, οι εγγυήσεις του Ο.Η.Ε.  και η κενή ρητορική του Μπους.
Το πρόβλημα αναπτύσσεται με δικούς του ρυθμούς, τους οποίους μπορεί να καταλάβει μόνο κάποιος εξοικειωμένος με τέτοιες καταστάσεις, και γίνεται χρόνιο. Το μίσος οξύνεται για κάποιον που  ζει σε συνθήκες όπως αυτές που βιώνουν οι Παλαιστίνιοι, με προοπτικές όπως οι δικές τους,  δηλαδή καμία απολύτως.  Δεν υπάρχει ελπίδα για τα παιδιά τους ή το μέλλον του τόπου όπου γεννήθηκαν. Και δεν αληθεύει πως αυτό το μίσος, τόσο απάνθρωπο και ακατανόητο για ‘μας, τρέφεται από τον φονταμενταλιστικό εξτρεμισμό.  Κάτι πρέπει να  μας λέει ότι  η πλειοψηφία των νέων ανθρώπων που κάνουν επιθέσεις αυτοκτονίας  έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους, έχουν κάποιο δίπλωμα ή πτυχίο -κάποιες φορές από χώρα του εξωτερικού- είναι οικογενειάρχες, έχουν παιδιά.  Αυτό που δεν έχουν είναι ελπίδα.
Συνειδητοποιούν πως δεν υπάρχει γι’ αυτούς παρά η προοπτική του μίσους για έναν εχθρό που φυλακίσει, βασανίζει και βομβαρδίζει. Από την άλλη πλευρά, όλοι ζουν με το φόβο του να ανατιναχτούν πηγαίνοντας στη δουλειά, χορεύοντας στη ντίσκο ή καθώς κοιμούνται στα κρεβάτια τους.  Εδώ πάλι, το τυφλό μίσος που δε βλέπει κάποια προοπτική, ωθεί τους ανθρώπους να ζητούν από την κυβέρνηση να εφαρμόσει ακόμη πιο δραστικά μέτρα.  Ακόμη και οι πιο φωτισμένοι του ισραηλινού εργατικού κόμματος, που δημιουργήθηκε στο Μαπάι το 1968 (μία από τις σιωνιστικές δυνάμεις που υποστήριξαν τις πρώτες μετοικίσεις), υπό το φόβο απώλειας της εκλογικής τους βάσης. Πολλοί θεωρούν το Λικούντ (δεξιό κόμμα που κυριολεκτικά σημαίνει «εδραίωση»), ως τη μόνη δύναμη που είναι ικανή να ηγηθεί της χώρας εναντίον των Παλαιστινίων.
Το να μιλάς για ειρήνη σε τέτοιες συνθήκες είναι απλά ένας ακόμη τρόπος να βγάλεις την ουρά σου έξω από την υπόθεση, με καθαρά χέρια και βρώμικη συνείδηση.
Οι οργανωμένες σφαγές των Παλαιστινίων όπως αυτές  από τους Χριστιανούς-Μαρωνίτες στη Σάμπρα και Τσατίλα το Σεπτέμβρη του 1982, ή ο (μαύρος) Σεπτέμβρης του 1970 που οργάνωσε ο βασιλιάς Χουσε’ί’ν της Ιορδανίας και διήρκεσε μέχρι τον Απρίλη του 1971, καταλήγοντας σε 4.600 νεκρούς και 10.000 τραυματίες, είναι ακόμη πιθανές.  Πάντως, αν διεξαχθούν από το Ισραήλ ή έναν από τους ένοπλους διαμεσολαβητές του, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πλήρη αποσταθεροποίηση της περιοχής. Όπως είπα, το Ισραήλ έχει επιτεθεί σε κάποιο υποτιθέμενο παλαιστινιακό πόστο στη Συρία – η τωρινή κατάσταση είναι πάρα πολύ άσχημη.
Δεν υπάρχει προοπτική ειρήνευσης στην περιοχή. Η ιδανική λύση, τουλάχιστον για όσους έχουν στην καρδιά τους την ελευθερία των λαών, θα ήταν η γενικευμένη εξέγερση. Με άλλα λόγια,  μια Ιντιφάντα που να ξεκινά από τον ισραηλινό λαό, ικανή να καταστρέψει τους θεσμούς που τους κυβερνούν  και να προτείνει την ειρήνη, βασισμένη στην συνεργασία και τον αμοιβαίο σεβασμό με τους Παλαιστίνιους άμεσα – χωρίς μεσάζοντες. Προς το παρόν όμως αυτή η προοπτική παραμένει ένα όνειρο. Πρέπει να προετοιμαστούμε για τα χειρότερα.
Αλφρέντο Μπονάνο, Τριέστε, 8-10-2003..