Πολιτική τοποθέτηση αναρχικών/αντιεξουσιαστών για τα γεγονότα του πολυτεχνείου 2017

Από το πρώτο κάλεσμα της κατάληψης του Πολυτεχνείου [1] για ενίσχυση έως και τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, τα γεγονότα του φετινού Νοέμβρη έχουν πυροδοτήσει μια σειρά πολιτικών κειμένων και θέσεων από ένα ευρύτατο ιδεολογικό φάσμα επιχειρώντας το καθένα από την πλευρά του να κάνει την ανάλυση του όσον αφορά τη κατάληψη του Πολυτεχνείου και κυρίως το πρωτοφανές σπάσιμο της. Εμείς από την μεριά μας συμμετείχαμε από την πρώτη στιγμή στα γεγονότα και μάλιστα από τη θέση των δρώντων πολιτικών υποκειμένων και όχι των παρατηρητών. Έτσι κάποιοι από εμάς βρεθήκαμε στη συνέλευση που καλέστηκε από την κατάληψη πολυτεχνείου για να παρέμβουμε, κάποιοι βρεθήκαμε στον δρόμο την μέρα του σπασίματος της κατάληψης – όχι γιατί το στηρίζαμε αλλά για να είμαστε παρόντες σε αυτή τη στιγμή ενδοκινηματικής σύγκρουσης και να πράξουμε ανάλογα αν χρειαστεί – ενώ συνολικά σταθήκαμε και στεκόμαστε απέναντι και από τις δύο εκατέρωθεν αντιμαχόμενες αντιλήψεις.

Αυτές τις μέρες αποδείχτηκε για ακόμη μια φορά ότι δύο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό. Έτσι, διανύοντας το 44ο έτος από την εξέγερση του πολυτεχνείου, που δυστυχώς έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό την αξία του σαν ιστορικό σημείο αναφοράς, είναι αξιοσημείωτο ότι η συγκεκριμένη επέτειος ξαναβρέθηκε στο προσκήνιο εξαιτίας δύο πολιτικά διαφορετικών επιλογών. Τα γεγονότα της 16/11 αποτελούν ένα σημείο έκρηξης των πολιτικών (και όχι μόνο) αντιφάσεων που αναπτύσσονται σταθερά στο εσωτερικό του α/α χώρου και συνεπώς έχουν βάθος, αιτίες και παράγοντες που πρέπει να αναλυθούν προκειμένου να επανακτηθεί ο αναγκαίος προσανατολισμός για να ξεπεραστεί μία περίοδος όπου εντός του κινήματος επικρατούν οι πολιτικοί ανταγωνισμοί. Ταυτόχρονα έχουμε την πεποίθηση πως τα γεγονότα αυτών των δύο ημερών, έτσι όπως έχουν αποτυπωθεί μέχρι στιγμής, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η πλειοψηφία των πολιτικών κειμένων που καταθέτουν το τι συνέβη ακριβώς είναι χρωματισμένα από τη μία ή από την άλλη πλευρά μη καταφέρνοντας να αποδώσουν μια επαρκή εικόνα είτε με υπεκφυγές και ανακρίβειες, είτε ακόμη και με συνολικά ψευδείς πληροφορίες. Θα προσπαθήσουμε λοιπόν η καταγραφή των γεγονότων να είναι αντικειμενική, προερχόμενη από συντρόφους και συντρόφισσες, οι οποίοι/ες παρότι είχαν σοβαρές έως και κάθετες διαφωνίες σε σχέση και με τις δύο πλευρές, παρευρέθηκαν σε όσες διεργασίες ήταν δυνατό και επιχείρησαν μέσω διαλεκτικής να επηρεάσουν τις εξελίξεις.
Από το Πολυτεχνείο του ’73 στο Πολυτεχνείο του ’95

Ξεκινώντας από το ιστορικό συμβάν θεωρούμε ότι η 17/11 του ’73 και τα γεγονότα που τη στιγμάτισαν και την καθιέρωσαν ως μια εξεγερτική επέτειο δεν ήρθαν ως κεραυνός εν αιθρία ούτε κατέλυσαν από μόνα τους, ως δια μαγείας, το δικτατορικό καθεστώς. Αποτέλεσαν την κορύφωση του αντιδικτατορικού αγώνα ενός κομματιού της κοινωνίας και παρότι η σπίθα άναψε από φοιτητές, μαθητές και νέους, πλαισιώθηκε στην πορεία από ένα πλήθος κόσμου με πολύμορφα και διαταξικά χαρακτηριστικά. Ο κεντρικός άξονας ήταν η πτώση της χούντας και το κύριο αίτημα ήταν η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Όπως όλες οι εξεγέρσεις όμως, έτσι κι αυτή ξεπέρασε τις προσδοκίες των υποκειμένων που πραγματοποίησαν και τροφοδότησαν την τριήμερη κατάληψη. Η εξέλιξη του εγχειρήματος και τα επιθετικά χαρακτηριστικά της κατάληψης, έφεραν τη συσπείρωση, την εκτόξευση της αλληλεγγύης και τη μαζικότητα. Η παρουσία εξεγερτικών πρακτικών ήταν μεγάλης σημασίας, καθότι έλαβε χώρα εν μέσω ολοκληρωτισμού και μιας ακραίας καθεστωτικής, και όχι μόνο, προπαγάνδας περί ταραξιών, πρακτόρων και προβοκατόρων ανάλογα την ιδεολογική αφετηρία της πλευράς που την εξαπέλυε.

Εν τέλει παρότι δε μπορεί να υπάρξει απόλυτη ιδεολογική ταύτιση του Πολυτεχνείου με την αναρχική ιδεολογία και τα προτάγματα της, η (αν και μικρή) συμμετοχή αναρχικών το ’73 παραμένει ιστορικά υπαρκτή. Η μετέπειτα δυναμική παρουσία του α/α κινήματος σε όλες τις επετείους με καταλήψεις, μαζικές συγκρούσεις και πληθώρα δράσεων αλλά κυρίως τα χαρακτηριστικά αυτοοργάνωσης κατά τη διάρκεια του τότε τριημέρου, η εξεγερσιακή διάθεση και πράξη, δημιούργησαν τους δικούς τους δεσμούς με τον αναρχικό χώρο πέρα από τους μεσσιανισμούς και την θυματοποίηση της αριστερής οπτικής.

Από εκείνη τη χρονιά και έκτοτε η 17/11 αποτελεί, μεταξύ άλλων, ημερομηνία ορόσημο της κοινωνικής σύγκρουσης, ενώ κάποιες χρονιές υπάρχουν ακόμα και νεκροί στις μάχες που μαίνονται στους δρόμους της Αθήνας και όλων των μεγάλων πόλεων. Τον Νοέμβρη του ΄95 πραγματοποιείται κατάληψη αναρχικών στο Πολυτεχνείο με ανοιχτό κάλεσμα στο οποίο ανταποκρίνονται 800 και πλέον αναρχικοί. Τα χαρακτηριστικά της κατάληψης είναι αμιγώς αντικρατικά και αντιεξουσιαστικά, ο ελληνικός τύπος “ωρύεται” με το κάψιμο της σημαίας και τις γενικευμένες συγκρούσεις και σαν γεγονός παίρνει κεντρική θέση στο δημόσιο λόγο. Η κατάληψη έρχεται να κορυφώσει μια περίοδο έντονων συγκρουσιακών γεγονότων, μαθητικών και εργατικών κινητοποιήσεων (τις οποίες πλαισιώνουν πολλοί αναρχικοί) ενώ την περίοδο που λαμβάνει χώρα εξελίσσεται η απεργία πείνας των Καλαρέμα – Μαρίνου. Ταυτόχρονα η εξαπόλυση έντονης κατασταλτικής βίας, τα κρατικά και παρακρατικά πογκρόμ αλλά και η δυναμική εξέγερση στις φυλακές του Κορυδαλλού που λειτουργεί συσπειρωτικά για το κίνημα, θα αποτελέσουν όλα μαζί το εκρηκτικό και εξεγερσιακό σκηνικό που κορυφώνεται στην κατάληψη του ΄95.

Σχετικά με τη κατάληψη του Πολυτεχνείου στις 15/11/2017

Το πρωί της Τετάρτης 15 Νοέμβρη πραγματοποιείται κατάληψη στο Πολυτεχνείο και η πρώτη της ανακοίνωση εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το πλαίσιο και το πολιτικό της περιεχόμενο. Η εικόνα αποτυπώνεται ως εξής. Τα μέλη της κατάληψης βρίσκονται μέσα στον χώρο και πλήθος αριστερών οργανώσεων βρίσκεται σε κατάσταση αναμονής περιμετρικά. Τα πολιτικά υποκείμενα τα οποία αποτέλεσαν τη συνέλευση της κατάληψης δημιούργησαν ένα ετερόκλητο σώμα με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, ενώ πολλοί από αυτούς πιθανόν δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την διαμορφούμενη κοινωνική και κινηματική κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση κάποιοι από αυτούς είναι σύντροφοι με διαρκή παρουσία στον αναρχικό χώρο και σε αγώνες που έχει δώσει το κίνημα όπως το καταληψιακό, το ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων και η αλληλεγγύη στους μετανάστες κ.ά. Δυστυχώς η πολυμορφία του σώματος δεν είχε θετικό αποτέλεσμα, ενώ τα μέλη της συνέλευσης έπεσαν σε αντιφάσεις τόσο σε πολιτικό επίπεδο όσο και σε σχέση με πρακτικά ζητήματα – δείγμα ενδεχομένως της έλλειψης προεργασίας, απαραίτητης ζύμωσης αλλά και υπευθυνότητας που απαιτούν όχι μόνο το συγκεκριμένο εγχείρημα αλλά και οτιδήποτε με το οποίο καταπιανόμαστε πολιτικά. Τα αιτήματα που εκ των υστέρων μπήκαν και η απουσία σύνδεσής τους με την κατάληψη [2] καθώς και η μη πρόβλεψη ενός ελάχιστου σχεδίου – κάτι που αποδείχτηκε μετά από ερώτηση συντρόφου – για την ικανοποίησή τους, αποτελούν κι αυτά μια ένδειξη απουσίας πολιτικής υπευθυνότητας. Η απονευρωμένη κοινωνική κατάσταση, σε συνάρτηση με τη κατάσταση στο εσωτερικό του α/α χώρου δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ευνοϊκή για τη στόχευση ενός τέτοιου εγχειρήματος. Η συνθήκη αυτή όμως εξωραΐστηκε εύκολα από τη λογική των επαναλαμβανόμενων πειραμάτων, μια λογική αυτοεκπληρούμενης προφητείας, η οποία επανέρχεται ξανά και ξανά αρκούμενη στο ίδιο της το κάλεσμα και μόνον, χωρίς καμία ουσιαστική προεργασία, αλλά και προσέγγιση για την πραγματοποίησή της. Παρ’ όλες τις προθέσεις, ένα τέτοιο μοτίβο κενού ή ελλιπούς πολιτικού περιεχομένου είναι καταδικασμένο να αποτύχει, λειτουργώντας σε βάθος χρόνου ακόμα και ανασταλτικά ως προς το στόχο τους.

Όσον αφορά το πολιτικό περιεχόμενο, ήταν περιοριστικό και αυτοαναφορικό με απόγειο την εξίσωση κομματικών μηχανισμών με πολιτικές οργανώσεις, χωρίς καμία επιχειρηματολογία. Ο ιδιότυπος αυτός πολιτικός αποκλεισμός έρχεται σε αντίθεση με τη λογική της πολυμορφίας και της ζύμωσης. Η εικόνα των καταληψιών στον χώρο, με όρους επίδειξης ισχύος και πραγματοποιώντας face control, απέκλειε πρακτικά κι ας μην απαγόρευε, την είσοδο σε ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου που επιθυμούσε να μπει στον χώρο ή ακόμα και να πλαισιώσει το εγχείρημα. Η απαγόρευση με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εγείρει το ερώτημα του σε ποιόν τελικά απευθύνθηκε η κατάληψη του Πολυτεχνείου. Ακόμα και ο τρόπος λήψης της απόφασης προμήνυε τον εσωστρεφή και κλειστό χαρακτήρα του εγχειρήματος. Στη συνέχεια, η ανοιχτή συνέλευση ήρθε να επιβεβαιώσει την εντύπωση αυτή, καθώς όπως φάνηκε τελικά ήμασταν εκεί προκειμένου να επικυρώσουμε ή όχι την ατζέντα των καταληψιών και όχι να συνδιαμορφώσουμε όπως αρμόζει σε μια ανοιχτή διαδικασία.

Στη διαδικασία που είχε καλέσει η κατάληψη [3] το ίδιο βράδυ παρευρέθηκαν περίπου 100 σύντροφοι/ισες, μέρος των οποίων, με τις τοποθετήσεις τους εξέφρασαν τις πολιτικές τους διαφωνίες σχετικά με το εγχείρημα. Να σημειωθεί εδώ, πως παρά τις διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις η διαδικασία πλαισιώθηκε από διάφορες ατομικότητες και οι τοποθετήσεις καθότι προσωπικές, οι οποίες σε σημεία συνέκλιναν και σε άλλα διέφεραν, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν ενιαίο πολιτικό μέτωπο. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι παρά τα όσα υπονοούνται στο κείμενο της Τ.Α [4], όσοι από εμάς παρευρέθηκαν στη συνέλευση, ούτε συναίνεσαν στο σπάσιμο της κατάληψης την επόμενη μέρα, ούτε θεώρησαν ότι αποτελεί λογική συνέχεια της παρέμβασης τους στη συνέλευση. Τα μέλη της Τ.Α επέλεξαν να μην τοποθετηθούν στη συνέλευση της κατάληψης, αλλά να συγκαλέσουν την δική τους πολιτική διαδικασία, μακριά από το όποιο κινηματικό πεδίο, και μέσα από τη διαδικασία αυτή να καταλήξουν στην λύση της επιβολής. Ωστόσο, είναι δεδομένο ότι και η στάση των καταληψιών, οι προειλημμένες αποφάσεις των οποίων απέκλειαν οποιαδήποτε ουσιαστική συνδιαμόρφωση, δεν εμπεριείχε σε καμία περίπτωση εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην λύση του ζητήματος με διαλεκτικούς όρους. Έπειτα από αρκετές ώρες, κατά τις οποίες η διαδικασία στερούνταν εναλλακτικών προτάσεων διαχείρισης, εν τέλει έληξε χωρίς κάποια σοβαρή διαφοροποίηση και ενώ αποκρυσταλλώθηκε η εντύπωση πως τα χαρακτηριστικά της κατάληψης δεν ήταν προς συνδιαμόρφωση. Επιπροσθέτως, η αίσθηση πως τα υποκείμενα που αποτελούσαν το σώμα της κατάληψης δεν θα μπορούσαν να υποστηρίξουν με συνοχή και αίσθημα ευθύνης τόσο πολιτικά όσο και ενδεχομένως πρακτικά την κατάληψη ήταν μετά και την ανοιχτή διαδικασία ισχυρή σε όλους.

Σε αυτό το σημείο οφείλουμε να καταθέσουμε κάπως πιο συγκεκριμένα την άποψή μας για τη κατάληψη του Πολυτεχνείου και πως αυτή εξελίχθηκε. Αρχικά, να κάνουμε σαφές ότι, δεν θεωρούμε εξ’ ορισμού προβληματική την επιλογή της κατάληψης ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος. Για την ακρίβεια κάτω από άλλες συνθήκες πολύ πιθανόν να μας έβρισκε σύμφωνους ένα τέτοιο εγχείρημα. Αν για παράδειγμα είχε προηγηθεί μια κεντρική συνέλευση αναρχικών για να συζητηθεί η θέση μας, ως χώρος, απέναντι στη φιέστα του Πολυτεχνείου και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι πολιτικές συγκυρίες επιτάσσουν μια σειρά δράσεων, ανάμεσα τους και τη κατάληψη του Πολυτεχνείου, ούτως ώστε να προωθηθούν οι στόχοι μας και τα προτάγματα μας (όπως έχει συμβεί σε ανάλογες περιπτώσεις), τότε η στήριξη μας θα ήταν δεδομένη.

Αυτό που μας έφερε απέναντι λοιπόν από το συγκεκριμένο εγχείρημα δεν ήταν αυτή καθ’ αυτή η επιλογή της κατάληψης, αλλά ο τρόπος και οι όροι κάτω από τους οποίους πραγματοποιήθηκε. Πιο συγκεκριμένα, η διαδικασίας λήψης της απόφασης, αλλά και η απόπειρα των καταληψιών να φέρουν το σύνολο του κινήματος προ τετελεσμένων γεγονότων, κλείνοντας κάθε δίοδο συνδιαμόρφωσης, ήταν οι λόγοι που οδήγησαν κάποιους από εμάς να τοποθετηθούμε με σκληρή κριτική απέναντι στο σώμα της κατάληψης. Οι τοποθετήσεις μας κινήθηκαν, λίγο-πολύ, γύρω από έναν βασικό άξονα, ο οποίος ήταν ο επαναπροσδιορισμός των χαρακτηριστικών της κατάληψης. Δηλαδή – εφόσον οι καταληψίες δεν είχαν καμία διάθεση να λήξουν την κατάληψη – να αποτραπεί η είσοδος των κοινοβουλευτικών κομμάτων και να παραμείνει η κατάληψη στο κτήριο Γκίνη, ούτως ώστε να διαφυλάξει αυτή την απόφαση και να δημιουργηθεί η δική μας εστία προπαγάνδησης και αγώνα στο Πολυτεχνείο στο τριήμερο της 15-17 Νοέμβρη. Φυσικά αυτό είναι μόνο ένα θραύσμα από το τι συνολικά ειπώθηκε στη διαδικασία της συνέλευσης, καθώς είναι πρακτικά αδύνατο να μεταφέρουμε το σύνολο της σε ένα κείμενο τοποθέτησης. Εν ολίγοις η αντίθεση μας με την εν λόγω κατάληψη οδήγησε στη σύγκρουση (λεκτικά) με τους καταληψίες και προφανώς στη συνέχιση της κατάληψης καθώς όπως προείπαμε η παρουσία μας στη συνέλευση ήταν πρωτοβουλιακή χωρίς κάποια προαποφασισμένη συνεκτική θέση. Εν τέλει αυτό που θεωρήσαμε καίριας σημασίας, σε πρώτο χρόνο, ήταν η παρουσία μας στη συνέλευση της κατάληψης έτσι ώστε μέσα από την ανοιχτή διαδικασία να προβάλλουμε τις ενστάσεις μας αποσκοπώντας σε μια διαλεκτική εξισορρόπηση των αντίθετων θέσεων (αντιθέσεων).

Η “παρέμβαση” στη κατάληψη και το τέλος της

Το πρωί της Πέμπτης δημοσιεύεται το κάλεσμα της Ταξικής Αντεπίθεσης [5], το οποίο παρότι κι αυτό διαφωνεί με την κατάληψη, εντούτοις κινείται σε μια λογική πολιτικής απομόνωσης και συκοφάντησης προλειαίνοντας το έδαφος μιας κατασταλτικής επέμβασης. Με μια φρασεολογία που παραπέμπει στα σταλινικά πρότυπα προπαγάνδας, εξισώνουν τους καταληψίες με τους ακροδεξιούς, χουντικούς δολοφόνους της ΕΚΟΦ εντελώς ανυπόστατα, μιλώντας και πράττοντας βάσει μιας λογικής η οποία προστάζει πως όποιος διαφοροποιείται πολιτικά αποτελεί εχθρό του κινήματος και θα εκδιωχθεί από αυτό. Παρενθετικά, η απόπειρα εξαφάνισης των καταληψιών του πολυτεχνείου από την κινηματική πραγματικότητα («περίπου 15 άτομα, που καμία σχέση δεν έχουν με το ανταγωνιστικό κίνημα και τις διαδικασίες του»), δυστυχώς αξιοποιήθηκε σε ένα βαθμό από το κράτος όσον αφορά την εκκένωση της Gare. Τα συστημικά ΜΜΕ ανάπτυξαν τη θεωρία σύμφωνα με την οποία υπάρχουν δύο αναρχικοί χώροι – οι “ιδεολόγοι” και οι “μπαχαλάκηδες” – ενδύοντας την κατασταλτική επίθεση σαν προσπάθεια του κράτους “να καθαρίσει τον αναρχικό χώρο από μια εγκληματική συμμορία που λυμαίνεται τις δομές του”. Στις αναφορές της Τ.Α, είναι ξεκάθαρη η λογική της πολιτικής πρωτοπορίας που μπορεί να αποφασίζει ποιος ανήκει στο ανταγωνιστικό κίνημα και ποιος όχι, ποιος λειτουργεί προωθητικά και ποιος αποτελεί τροχοπέδη και συνεπώς πρέπει να κατασταλεί. Αξιοσημείωτο είναι ότι στο κείμενο της Τ.Α δεν βρίσκεται ούτε μια φράση σχετικά με την απονοηματοδότηση της εξέγερσης από τις αριστερές γκρούπες ή ακόμα περισσότερο με την νοηματοδότηση του πολυτεχνείου σαν φιέστα της αστικής δημοκρατίας από το επίσημο κράτος. Αποκορύφωμα είναι η υπόνοια για την αντιμετώπιση των καταληψιών «αν χρειαστεί», με τρόπους και πρακτικές που χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς ενάντια στους φασίστες. Έτσι η Τ.Α. υιοθετώντας μια στρεβλή αφήγηση των συμβάντων, καταλήγει να πράττει ανάλογα με τις υποτιθέμενες διαθέσεις της κοινής γνώμης. Συμπερασματικά λοιπόν, αυτό που περιφρουρήθηκε από την Τ.Α είναι στην ουσία η διατήρηση της κανονικότητας και ο εορτασμός του Πολυτεχνείου ως μια δημοκρατική φιέστα ενώ ταυτόχρονα η δράση της λειτούργησε ενισχυτικά στο κάλεσμα αριστερών και κομματικών μηχανισμών [6] ανοίγοντας τους κυριολεκτικά το δρόμο. Στο κάλεσμα της, ανταποκρίθηκαν ορισμένες αναρχικές συλλογικότητες και ατομικότητες καθώς και μέλη αριστερών οργανώσεων που συμμετείχαν ατομικά.

Στις τέσσερις το μεσημέρι ένα πλήθος τουλάχιστον 150 ατόμων επεμβαίνει στο κτήριο και ουσιαστικά εξασφαλίζει την είσοδο των αριστερών οργανώσεων στον χώρο του πολυτεχνείου μαζί με τις οποίες στην συνέχεια πραγματοποιεί συζήτηση σχετικά με τα γεγονότα. Εν τέλει, οι οργανωμένες περιφρουρήσεις των ΕΑΑΚ και κάποιων άλλων πολιτικών κομματιδίων εισέρχονται τελικά από τη Στουρνάρη, κάτω από αποδοκιμασίες μελών της κατάληψης αλλά και άλλων αναρχικών συντρόφων. Σημαντική λεπτομέρεια εδώ, είναι ότι τα μέλη του security team διατηρούν την τάξη στην πόρτα και μπαίνουν στη μέση σε κάποιες ελάχιστες αψιμαχίες που σημειώνονται. Μερικές ώρες αργότερα, πραγματοποιείται η συζήτηση που έχει καλέσει η Ταξική Αντεπίθεση με κοινή συμμετοχή τμήματος του α/α χώρου και αριστερών οργανώσεων και κομμάτων, κατά την οποία οι ομιλητές επιδίδονται σε αυτοαναφορικές συγχαρητήριες τοποθετήσεις, ενώ ταυτόχρονα αναρχικοί σύντροφοι τοποθετούνται είτε ατομικά είτε συλλογικά και κάποιοι από αυτούς αποχωρούν, μη επιθυμώντας οποιαδήποτε συνδιαλλαγή με αριστερούς.

*

Αναζητώντας τις βαθύτερες αιτίες των ενδοκινηματικών αντιφάσεων δεν γίνεται να μην σταθούμε και στο ζήτημα των υποκειμένων, τόσο αυτών που οριοθετούν πολιτικά τις δύο αντιμαχόμενες κινήσεις, όσο και των υποκειμένων στα οποία αυτές απευθύνονται. Το διαρκές κάλεσμα της εξέγερσης από την μία και η επίκληση του «λαού» και του κοινωνικού κινήματος – της αγωνιζόμενης δηλαδή έκφρασης του – από την άλλη, αλλάζουν τους όρους και τοποθετούν το ζήτημα, ως ζήτημα ταυτοτήτων. Πέρα όμως και από τις ταυτότητες, εμφανίζεται αναπόφευκτα η σημαντική και ουσιώδης διαφοροποίηση: η μια πλευρά αναγνωρίζει στο υποπρολεταριάτο τον κατάλληλο πυροκροτητή κοινωνικών εκρήξεων, ενώ η άλλη προσπαθεί να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας ανάμεσα στην αναρχία και σε κομματίδια της αριστεράς στα πλαίσια ενός υποτιθέμενου κοινού κινήματος, αποκρύπτοντας τις γνωστές ουσιώδεις πολιτικές διαφορές. Διαφορές οι οποίες δεν είναι λεπτομερειακού επιπέδου, αλλά δομικές και έχουν να κάνουν με τον επιδιωκόμενο τρόπο κοινωνικής οργάνωσης.

*

Στους λόγους για τους οποίους καταλήξαμε στα γεγονότα της 16/11, στο σπάσιμο δηλαδή της κατάληψης θα πρέπει να αναγνωρίσουμε και την αδυναμία εξεύρεσης κινηματικής λύσης. Αυτή η αδυναμία αποδίδεται αναμφίβολα στον κατακερματισμό του α/α χώρου – είναι χαρακτηριστικό ότι στην κατηγορία απέναντι στους καταληψίες, για ποιό λόγο δεν καλούσαν ανοιχτή διαδικασία για να προετοιμαστεί καλύτερα η κατάληψη, εκείνοι απάντησαν δικαίως ότι δεν θα παρευρίσκονταν κανένας. Παράλληλα, το μερίδιο της ευθύνης των συγκεκριμένων συντρόφων για αυτόν ακριβώς τον κατακερματισμό που στηλιτεύουν είναι δεδομένο, όπως αντίστοιχα για τον καθένα/καθεμία από εμάς που συμμετέχουν στον α/α χώρο. Συνεπώς, η ολοκληρωτική απουσία κεντρικών δομών που θα μπορούσαν να παίξουν οποιοδήποτε ρόλο ήταν καταλυτική με αποτέλεσμα το βάρος να πέσει στις πλάτες ατομικοτήτων που αποφάσισαν να συμμετάσχουν στην συνέλευση της κατάληψης και εκεί να δηλώσουν ξεκάθαρα την διαφωνία τους με τα περιεχόμενα και τις επιλογές των καταληψιών. Στον αντίποδα, η εξέλιξη των πραγμάτων θέτει και το ερώτημα που περιμένει απάντηση: μέχρι πού μπορεί μια πολιτική ομάδα/συλλογικότητα να παρεμβαίνει σε δράσεις και επιλογές άλλων πολιτικών ομαδοποιήσεων και αντίστροφα;

Η περίοδος σκληρής καταστολής των πρώτων μνημονιακών χρόνων και οι μέρες αφομοίωσης μέσω της αριστερής διαχείρισης της εξουσίας που την διαδέχτηκαν, οδήγησαν ένα κομμάτι αγωνιστών μακριά από τις κεντρικές διαδικασίες. Αντίστροφα η αναγωγή των Εξαρχείων στο κυρίαρχο πεδίο δράσης και οι πολιτικοί ηγεμονισμοί ανάμεσα σε διαφορετικές τάσεις, που οξύνονται τώρα που το ακροατήριο είναι μικρό, είναι δυσεπίλυτα προβλήματα που έχουν σαφέστατα άμεσα σύνδεση με τα γεγονότα που περιγράφονται. Από τα προηγούμενα δεδομένα προκύπτει και η τοποθέτηση όσων συνυπογράφουμε αυτό το κείμενο, ενώ δυστυχώς οι συνθήκες δεν ευνοούν την οικοδόμηση μιας συνολικής συνεκτικής αφήγησης που να ξεπερνάει τις δύο εκατέρωθεν πολιτικές στρατηγικές. Η συγγραφή αυτού του κειμένου, ωστόσο, δεν προκύπτει από κάποια αναγκαιότητα έκφρασης μιας συμφιλιωτικής αντίληψης, ενός κακώς εννοούμενο “όλοι μαζί”, αλλά σαν ανάγκη κατάδειξης και ξεπεράσματος των δύο συγκρουόμενων αντιλήψεων και των λογικών που εισάγουν στον α/α χώρο.

*

Είναι δεδομένο ότι η περίοδος που διανύουμε είναι κομβικής σημασίας για τις προοπτικές του α/α χώρου, των ομάδων και συνολικότερα των δομών που αυτός εμπεριέχει. Η αδυναμία να αρθρωθεί και να γειωθεί συνολικός αντικρατικός λόγος τα προηγούμενα χρόνια της κρίσης, να δομηθεί δηλαδή μια πολιτική και στρατηγική πρόταση για το πώς μπορεί να οργανωθεί η κοινωνία χωρίς εξουσία, ακόμα και όταν υπήρχαν κοινωνικές αναταραχές και συνεπώς μεγαλύτερη δυνατότητα κοινωνικής παρέμβασης, οδήγησε ένα πλήθος αγωνιστών/στριών στις εύκολες λύσεις: ένα τμήμα εμμένει στην αναζήτηση της εξέγερσης ως αυταπόδεικτη λύση και απάντηση σε όλα τα πολιτικά ερωτήματα, ενώ άλλα τμήματα καταφεύγουν στα μαρξιστικά και λενινιστικά εγχειρίδια, ως έτοιμη λύση. Ένα σύνολο παραγόντων, σε συνδυασμό με τις δικές μας ελλείψεις και ανεπάρκειες ταΐζουν την αποστασιοποίηση, τις λογικές ισχύος, πρωτοπορίας και εν τέλει εξουσίας στο εσωτερικό μας. Σκοπός και χρέος μας είναι να βρούμε αυτές ακριβώς τις απαραίτητες απαντήσεις, χωρίς δογματικές αγκυλώσεις, αλλά ούτε αξιακές και πολιτικές στρεβλώσεις, καθώς και τις δομές που θα τις υλοποιήσουν.

Δεν διεκδικούμε πρωτεία πολιτικής καθαρότητας, ούτε αξιώνουμε για τους ευατούς μας τον ρόλο του κριτή ανάμεσα στις αντιμαχόμενες δυνάμεις του κινήματος. Σκοπός μας δεν είναι να κουνήσουμε επιδεικτικά το δάχτυλο σε ανθρώπους και ομάδες που έπραξαν έξω από τα δικά μας πολιτικά κριτήρια σε ένα πλαίσιο σωστού και λάθους. Άλλωστε η ίδια η φύση του σωστού και του λάθους σε έναν πολιτικό αγώνα φέρει μια βαθιά υποκειμενικότητα και ως εκ τούτου μια ανάλυση σε αυτή την κατεύθυνση θα ήταν εκ προοιμίου άτοπη και άκαιρη. Η τοποθέτηση αυτή είναι για εμάς μια ευκαιρία να ανοίξει ένας πολιτικός διάλογος στο εσωτερικό του κινήματος και ει δυνατόν να βρεθούν κάποιες απαντήσεις/λύσεις στις χρόνιες παθογένειες που δυστυχώς χαρακτηρίζουν τον ριζοσπαστικό/ανατρεπτικό χώρο. Για μας ο δρόμος προς την διαλεκτική ενότητα (που καλώς ή κακώς είναι απαραίτητη εάν θέλουμε να αξιώνουμε χαρακτηριστικά κινήματος) περνάει μέσα από την οργάνωση και την θεωρητική εξέλιξη κάθε ατόμου, πολιτικής ομάδας και συλλογικότητας. Καταθέτουμε την άποψή μας λοιπόν εκθέτοντας και τους εαυτούς μας στην σφαίρα του διαλόγου αυτού που θεωρούμε απαραίτητο να ανοίξει. Σε μία εποχή που το αναρχικό κίνημα στην Ελλάδα φαίνεται να ακολουθεί την πορεία των ευρωπαικών κινημάτων στις δεκαετίες του 70′-80′ είναι χρέος μας να δώσουμε έναν παράλληλο και πολύπλευρο αγώνα, όχι μόνο ενάντια σε κράτος και εξουσία, αλλά και με τους ίδιους τους εαυτούς μας. Έναν αγώνα να ξεπεράσουμε αγκυλώσεις, εξουσιαστικές νοοτροπίες, δογματισμούς και λογικές ανάθεσης, έναν αγώνα για οργάνωση του χώρου μας στη κατεύθυνση ενός δυναμικού κινήματος, έναν αγώνα διάχυσης εκ νέου των προταγμάτων μας μακριά από στρεβλές αντανακλάσεις εξουσιαστικών ιδεολογημάτων. Έναν αγώνα για την αναρχία, με την αναρχία για πυξίδα.

Πρωτοβουλία αναρχικών/αντιεξουσιαστών

[1] https://athens.indymedia.org/post/1580023/
[2] https://athens.indymedia.org/post/1580020/
[3] https://athens.indymedia.org/post/1580051/
[4] https://athens.indymedia.org/post/1580424/
[5] https://athens.indymedia.org/post/1580079/
[6] http://www.alfavita.gr/arthron/koinonia/koini-dilosi-organoseon-ohi-ston-apokleismo-toy-polytehneioy-kai-sti-akyrosi-toy

Το κείμενο σε pdf 17Ν-2017

ΛΙΓΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΜΠΑΤΣΟΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΙΣ 29/6

 Εδώ και κάποιες μέρες δημοσιοποιήθηκε η πρόθεση των μπάτσων της π.ο.ασ.υ. για πραγματοποίηση εκδήλωσης στην πλατεία εξαρχείων, με θέμα “ανοιχτές κι ελεύθερες πόλεις” και αναφέρει πως είναι “ενάντια σε κάθε μορφή βίας και αυταρχισμού”.

 Η έκπληξή μας για την απόφαση τους αυτή, θα έπρεπε να είναι τόση όση και για το ότι ο ήλιος ανατέλλει το πρωί. Ως φυσική συνέχεια ενός κλίματος “δημοκρατικής λαϊκής αγανάκτησης” για τα φαινόμενα βίας στην περιοχή, καθώς και των καλεσμάτων του Τόσκα σε “φορείς και συλλογικότητες της περιοχής”, εδραιώνει επικοινωνιακά την “ηθική” νομιμοποίηση της διαρκούς -και με λυμμένα χέρια-παρουσίας μπάτσων στα εξάρχεια.

 Αποτελεί όμως κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό επικοινωνιακό παιχνίδι. Πέρα από λογικές μιας ιδιότυπης “φετιχοποίησης” των εξαρχείων από πλευράς μας, έχει σημασία να μπορέσουμε να ..δούμε με τα μάτια του εχθρού, προσπαθώντας να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε βαθύτερα. Φυσικά τα διαφορετικά σκεπτικά και αναλύσεις μας ως α/α, οδηγούν σε διαφορετικές ερμηνείες και εκτιμήσεις-άρα εν μέρει και διαφορετικές επιλογές δράσης, κάτι που έχει γίνει σαφές όλο αυτό το διάστημα. Υπάρχουν επιλογές που ανεξαρτήτως πρόθεσης δεν βοήθησαν να ξεκαθαριστεί μια και καλή η διαχωριστική γραμμή μεταξύ.. ημών και της ποικίλων μορφών αυλικών του σύριζα. Κι αυτό δε θα φαινόταν εύκολα παρά με τον καιρό, κάτι που τώρα πλέον γίνεται σε όλο και πιο πολύ κόσμο ορατό.

 Η εκδήλωση αυτή λοιπόν των ένστολων δολοφόνων, είτε ακυρωθεί απ το κράτος είτε όχι, ΔΕΝ πρέπει να γίνει. Όχι λόγω μιας ανυπομονησίας για ..μπάχαλα, όχι λόγω υπερεκτίμησης της σημασίας της ή των δυνατοτήτων μας, αλλά επειδή η θιγμένη μας αξιοπρέπεια αντιδρά.

 Αντιδρά επειδή έχουμε Μνήμη. Επειδή δεν ξεχνάμε τους δολοφονημένους από μπάτσους στα εξάρχεια αδερφούς μας Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο και Μιχάλη Καλτεζά. Δεν ξεχνάμε τις επιδρομές των μπάτσων και τα όργια καταστολής με κάθε κυβέρνηση. Δεν ξεχνάμε τους “φίλα προσκείμενους” συριζαίους και τη μάσκα αληλεγγύης τους που έκρυβε το άθλιο πραγματικό τους πρόσωπο για κάποιο κόσμο, ούτε και το ρόλο των κεκαλυμμένων παρατρεχάμενών τους.

 Αντιδρά επίσης, επειδή θέλουμε και θα έχουμε προοπτική. Προοπτική πολύμορφων δράσεων, για τη διάχυση του αναρχικού λόγου και πρακτικών. Για την εδραίωση του φυσικού δικαιώματος να ζούμε και να κινούμαστε ελεύθερα όπου όπως και όταν το επιθυμούμε εμείς και όχι οποιαδήποτε κρατική ή άλλη εξουσία.

 Έτσι λοιπόν απλώνουμε ένα χέρι αλληλεγγύης σε κάθε άτομο ή ομάδα, σε κάθε σύντροφο και συντρόφισσα, στα εξάρχεια ή οπουδήποτε που επιλέγει τη μάχη των οδοφραγμάτων στον καθημερινό κι αδιαπραγμάτευτο αγώνα μας ενάντια στο κράτος, τους μπάτσους και σε ό,τι πρεσβεύουν.

 ΕΞΩ ΟΙ ΜΠΑΤΣΟΙ ΑΠ ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ ΚΙ ΑΠ ΤΙΣ ΖΩΕΣ ΜΑΣ.

 A-politiko.

Καταστροφή και γλώσσα, του Alfredo Bonanno

[μεταφραση: aixmi]

αναδημοσίευση από: https://artbloggr.wordpress.com/2015/10/04/1058/

(…) Η δομή της κυριαρχίας, οι όροι της σύγκρουσης και η σύνθεση της εκμεταλλευόμενης τάξης έχουν αλλάξει σε τέτοιο βαθμό ώστε μια επιχείρηση όπως «η κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων» με τη μαρξιστική έννοια ή μια απελευθέρωση από τα κάτω με τtumblr_n1996knoae1sgw0cbo1_500ην αναρχική έννοια έχουν γίνει εντελώς αδιανόητες. Αυτές οι δύο προσπάθειες είναι αντιθετικές, αλλά μοιράζονται την ιδέα της κατάληψης των μέσων παραγωγής και της παράδοσής τους στα χέρια των αντιπροσώπων της εκμεταλλευόμενης τάξης που θα οργανώσει την απελευθερωμένη κοινωνία. Τότε τί απομένει;

Αυτό που απομένει είναι η καταστροφική επίθεση… και αυτό είναι ένα πολύ διφορούμενο σημείο… Τί σημαίνει καταστροφή; Τί σημαίνει να καταστρέφεις έναν πυλώνα, όταν εκατό χιλιάδες, ίσως ένα εκατομμύριο από αυτούς είναι ακόμα όρθιοι; Ποιά είναι η σημασία της;

Νομίζω πως θα πρέπει να σκεφτούμε για λίγο, να κάνουμε ένα βήμα πίσω. Καθένας από μας έχει φτιάξει μια θετική και μια αρνητική αντίληψη της πραγματικότητας μέσα του. Ζούμε σε ένα πλαίσιο που λαμβάνουμε σαν πραγματικό (εκτός αν αποδεχόμαστε την ιδέα της πεταλούδας και του ονείρου), πραγματικό και θετικό, δηλαδή, αντίστοιχο με μια εποικοδομητική διάσταση προμηθευμένη με χαρακτηριστικά που εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου, και που ορίζουμε την εξέλιξη αυτή σαν ιστορία. Από την ομίχλη ενός υποθετικού αρνητικού σκοταδισμού, μεσαίωνα, έχουμε φτάσει στο σύγχρονο πολιτισμό. Τώρα υπάρχει η πενικιλίνη, και οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν πλέον από την πανώλη ή ακόμη από την ελονοσία, τουλάχιστον εντός ορισμένων ορίων, δεδομένου ότι εξακολουθούν να υπάρχουν μέρη στον πλανήτη όπου οι άνθρωποι πεθαίνουν από αυτά τα πράγματα.

Έτσι, μέσα μας, δίνουμε μια θετική αξία στην εποικοδομητική διάσταση, δεδομένου ότι είμαστε ένας οργανισμός (ακόμη και από βιολογική άποψη) και φοβόμαστε το θάνατο σαν την ακραία ιδέα της καταστροφής. Νομίζουμε ότι η ζωή μας είναι μια συσσώρευση θετικών. Είμαστε μωρά, μεγαλώνουμε, γινόμαστε πιο δυνατοί, γινόμαστε ενήλικες, μετά ηλικιωμένοι, και μετά πεθαίνουμε. Το τελευταίο πάντα μετατίθεται στο μέλλον, αλλά κατά τη διάρκεια της ζωής μας θέλουμε μόνο να αποκτήσουμε… αναγνώριση (αλλά όχι ακίνητη περιουσία, δεδομένου ότι ως αναρχικοί και επαναστάτες δεν κατέχουμε ιδιοκτησία). Αλλά αυτό δεν είναι εκείνο που θέλουμε να κάνουμε. Από τη στιγμή που σκεφτόμαστε την ανάπτυξη και την απόκτηση ως θετικές, θεωρούμε την ποσότητα θετική. Με άλλα λόγια, αν ξέρουμε τρεις γλώσσες, θεωρούμε τους εαυτούς μας καλύτερους από κάποιον που ξέρει μόνο μία ή δύο. Δεν συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει μια λειτουργιστική υπόθεση, μια υλιστική υπόθεση, σε όλα αυτά. Υπάρχουν υπολείμματα της παλιάς αυτής διαδικασίας του 18ου αιώνα η οποία νόμιζε ότι με την επιδίωξη αυτού που είναι χρήσιμο στο επιμέρους άτομο αυξάνεται συνολικά εκείνο που είναι χρήσιμο στην ανθρωπότητα. Αυτή είναι η πιο αισχρή ιδέα που είχε πολλές αρνητικές συνέπειες. Τί συμβαίνει όταν θεωρούμε την ποσότητα, την καθημερινή ποσότητα, σαν την ποιότητα της ζωής μας;

Στην αγωνιώδη επιθυμία να έχουμε κάτι στην κατοχή μας, έχουμε χάσει κάτι ώστε να είμαστε κάποιοι, έχουμε χάσει την ποιότητα του να είμαστε κάποιοι, και δεν είμαστε πλέον σε θέση να διακρίνουμε αυτή την πραγματικότητά μας, αυτό το πράγμα για το οποίο αξίζει τον κόπο να ζει κανείς.

Εδώ βρίσκεται ο λόγος που φοβόμαστε την καταστροφή: Πρώτον, διότι μας θυμίζει το θάνατο. Δεύτερον, διότι μας θυμίζει την άρνηση της λειτουργικότητας. Εκείνος που καταστρέφει δεν είναι λειτουργικός σε τίποτα.

Δεν είναι, στην πραγματικότητα, αλήθεια — τουλάχιστον όχι εντελώς — ότι καταστρέφοντας έναν πυλώνα προκαλείται πραγματική ζημιά στα συμφέροντα της ENEL (η ιταλική ενεργειακή εταιρία). Δεν υπάρχει εξίσωση με την οποία «ένας λιγότερος πυλώνας» ισούται με «μια μεγαλύτερη ζημιά στην ENEL.» Μια απόλυτη σχέση αυτού του είδους δεν υπάρχει, και όποιος προσπαθεί να αποδείξει μια τέτοια εξίσωση λέει ανοησίες. Γιατί λοιπόν φοβόμαστε την καταστροφή; Φοβόμαστε κάτι μέσα μας, όχι κάτι έξω από μας. Μπορούμε να κατανοήσουμε την ποσότητα, την ανάπτυξη και την απόκτηση μέσω της λογικής. Μπορούμε να κατανοήσουμε την κριτική όλων αυτών μέσω της λογικής, που οδηγεί στην αδύναμη σκέψη που ανέφερα προηγουμένως, στην αβεβαιότητα, την αμφιβολία, κλπ. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την καταστροφή μέσω της λογικής, διότι το να κατανοήσουμε την ιδέα της καταστροφής στην πιο ριζοσπαστική της έννοια, καθένας από μας θα έπρεπε να έχει μια αίσθηση αποστροφής για την προσβεβλημένη αξιοπρέπειά μας, προκειμένου να κατανοήσουμε τη σημασία της καταστροφής, ο καθένας μας θα έπρεπε να εμπλακεί σε προσωπικό επίπεδο.

Δεν μπορούμε να καταστρέψουμε κάτι αν δεν είμαστε πρόθυμοι να καταστρέψουμε τον εαυτό μας τη στιγμή που καταστρέφουμε αυτό το πράγμα. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η ιδέα της συμμετοχής στην καταστροφική πράξη. Μπορούμε να διαχωρίσουμε την άπληστη, εποικοδομητική πράξη από τον εαυτό μας και να πούμε: «Κοιτάξτε, έχω ένα σπίτι και μια βιβλιοθήκη 10.000 τόμων», αλλά δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την ιδέα της καταστροφής από τους εαυτούς μας. Με άλλα λόγια, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα για να αναδείξουμε την άπληστη ιδέα, το σπίτι, τα βιβλία, τον πολιτισμό, την ανάπτυξη, τις τρεις γλώσσες που έχουμε μάθει, αλλά δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα για να διευκρινίσουμε το πρόβλημα της καταστροφής. Οι λέξεις μου δεν έχουν κανένα νόημα. Αυτός είναι ο λόγος που πέφτουν βροχή στα κεφάλια σας σαν να στερούνται νοήματος, διότι το να μιλάς για καταστροφή δεν έχει κανένα νόημα παρά μόνον μέσω μιας άλλου είδους γλώσσας. Αυτό το άλλο είδος γλώσσας… δεν αποτελείται απλώς από λέξεις, αλλά από αυτόν τον εξαιρετικά πολύπλοκο συνδυασμό που πραγματώνεται μεταξύ θεωρίας και πράξης. Η ολότητα του καθενός μας, της ανθρώπινης ύπαρξής μας, η βαθύτερη ουσία του σώματός μας και της σκέψης μας, είναι η συνύπαρξη θεωρίας και πράξης, όχι μόνο το ρίσκο, αλλά επίσης η επιθυμία, η ευχαρίστηση, η λαχτάρα να ζήσουμε τη ζωή μας ολοκληρωμένα, αυτό είναι μια διαφορετική γλώσσα. Και δεν είναι μια γλώσσα που μπορεί να ταξινομηθεί σε λέξεις…

…Η καταστροφή δεν είναι μια μεταφυσική ιδέα. H καταστροφή έγκειται στο να πας σε ένα μέρος και να καταστρέψεις κάτι, αλλά η διαδικασία που μπορεί να μας επιτρέψει να πραγματοποιήσουμε αυτή την ενέργεια είναι μια διαδικασία που πρέπει να μας εμπλέξει στο σύνολό μας, ως ολοκληρωμένες ανθρώπινες υπάρξεις, όπως οι άνδρες και οι γυναίκες είναι ικανοί να εκφράζουν τους εαυτούς τους με πληρότητα, όχι στο διαχωρισμό που θέλει να μας διακρίνει από αυτό που έχουμε αποκτήσει, από αυτό που γνωρίζουμε, από αυτό που κατέχουμε, όχι σε αυτό το διαχωρισμό, διότι η γλώσσα των λέξεων κυριαρχεί σε αυτό τον διαχωρισμό. Και αυτή είναι μια γλώσσα που υπαγορεύεται από την ορθολογικότητα αιώνων καταπίεσης, εν ολίγοις, την Καρτεσιανή γλώσσα εκείνων που κατασκευάζουν φυλακές, βασανιστήρια, ανακρίσεις· τη γλώσσα των ιερέων, των Φραγκισκανών, των Δομηνικανών που έστειλαν τον Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά στην Campo di Fiori. Όμως στην καταστροφή άλλη γλώσσα επικρατεί, στην καταστροφή άλλη γλώσσα είναι απαραίτητη.

Στην καταστροφή, η γλώσσα της γενναιοδωρίας, της απογύμνωσης, η γλώσσα του μύθου, του Διονύσου, ανθεί. Ο Διόνυσος είναι ο θεός της παραδοξότητας, ο θεός που έρχεται σαν κλέφτης μέσα στη νύχτα, που διεισδύει μέσα μας. Ο Διόνυσος είναι ο θεός των γυναικών, όχι των ανδρών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή η ιδέα της καταστροφής είναι πιο κατανοητή στις γυναίκες παρά στους άνδρες που είναι πολύ πιο φοβισμένοι από τις γυναίκες.

Γιατί η ιδέα της καταστροφής συνδέεται με το Διόνυσο, το θεό που ήρθε μέσα στη νύχτα σαν κλέφτης, ο θεός που δεν είχε μέρος λατρείας αλλά ήταν ένας ξένος παντού και παντού διείσδυε στη λατρεία άλλων θεών; Επειδή η λατρεία του Διονύσου βασίζεται κυρίως στην καταστροφή, μάλιστα, στο σκίσιμο σε κομμάτια (σπαραγμός) του εχθρού. Το θύμα είναι διαμελισμένο, συντριμμένο, σπασμένο, και αυτή είναι η αποτελεσματική σημασία της καταστροφής, στην οποία βλέπουμε τη διονυσιακή συμμετοχή στην πρωτογενή πράξη της ριζικής καταστροφής του εχθρού στη βαθύτερη ρίζα της. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με ποσοτική επίθεση.

Για πρώτη φορά, μπαίνουμε σε μια σειρά προβλημάτων που είναι διαφορετικά, που δεν έχουν καμία σχέση με την παραδοσιακή κριτική του κόμματος, του συνδικάτου, κλπ. Φυσικά, όταν μιλάμε για καταστροφή, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα επικίνδυνο ναρκοπέδιο στο οποίο υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις, η συζήτηση θα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ άπειρον. Αυτός είναι ο λόγος που θέλω να τελειώσω λέγοντας ότι η ιδέα της καταστροφής είναι εκφράσιμη μέσα από το σύνολο του προσώπου που την πραγματώνει με πράξεις, και τη στιγμή που την πραγματώνει στην πράξη, είναι μια θεωρία, η δυνατότητα να γίνει κατανοητή από τους άλλους. Σε αντίθεση με την εποικοδομητική ιδέα, η οποία μπορεί να διαχωριστεί από αυτόν που την πραγματοποιεί, που μπορεί έπειτα να είναι πολύ καλός στο να μιλάει για τα προβλήματα που σχετίζονται με την κατασκευή, και ούτω καθεξής.

…Θέλω να γίνω πλήρως κατανοητός στο ότι δεν υπάρχει μόνο η γλώσσα των λέξεων που όλοι μας γνωρίζουμε, αλλά επίσης άλλες δυνατότητες για επικοινωνία. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο καθένας από μας έχει τη δική του γλώσσα. Γι’ αυτό, όταν καταλάβουμε τι είναι η καταστροφή, όταν αντιληφθούμε ότι δεν πρόκειται μόνο για σπάσιμο υπολογιστών, όταν γινόμαστε γνώστες του ότι αυτό είναι μόνο η παιχνιδιάρικη άποψη του προβλήματος, αλλά ότι υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να μελετήσουμε, κάτι που εμπλέκει εμάς προσωπικά στις βαθύτερες ρίζες μας, και ότι αυτό έχει την αρχική του ώθηση σε εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας που αναφέρεται στην πληγωμένη αξιοπρέπεια που σίγουρα γνωρίζουμε, διότι αλλιώς δεν θα ήμασταν εδώ, δεν θα είμασταν καν ένας από τους συντρόφους, τότε κατέχουμε ήδη την καταστροφική γλώσσα, μπορούμε να αρχίσουμε να γινόμαστε καταστροφικοί.

Έχετε ποτέ αναρωτηθεί γιατί αηδιάζετε όταν βλέπετε ένα φασίστα; Είναι ένας άνθρωπος, όπως εσείς, όπως εγώ. Ή μάλλον, αφού οι φασίστες είναι μερικές φορές ακόμα και όμορφοι νέοι άνδρες και γυναίκες, γιατί σας κάνουν να αηδιάζετε; Γιατί η αστυνομία σας αηδιάζει; Επειδή είναι επικίνδυνοι; Γι’ αυτά που λένε; Όχι. Αυτό είναι κάτι που δεν είναι πλήρως κατανοητό. Όταν είμαι στη φυλακή, το χειρότερο πράγμα που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου είναι ο άνθρωπος με τη στολή. Γι’ αυτό κλείνω την πόρτα μου ώστε να αποφύγω να τους βλέπω, να αποφύγω να τους ακούω να μιλάνε. Μπορεί να λένε ακόμα έξυπνα πράγματα (πράγμα δύσκολο από μόνο του), αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να κατανοηθεί, κάτι που αηδιάζει.

Όταν μιλάμε για το πρόβλημα της καταστροφής, υπάρχει επίσης η αντίρρηση ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει διάκριση μεταξύ του βάνδαλου που σπάει τα πάντα και του επαναστάτη που επιτίθεται ύστερα από μια ακριβή διαδικασία συλλογισμού. Το πρόβλημα παραμένει και δεν είναι εύκολα εντοπίσιμο. Μια «αντικειμενική» διαφορά μεταξύ της καταστροφικής επαναστατικής πράξης και της πράξης βανδαλισμού δεν μπορεί να καθοριστεί, δίχως να υπεισέλθουμε σε ορισμένες πολύ μεγάλες δυσκολίες. Δεν μπορούμε να επιδιώξουμε μια «αντικειμενική» διαφορά που να μας καθησυχάζει μια για πάντα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι σπάζοντας το βαν της αστυνομίας και καταστρέφοντας τον πυλώνα είναι επαναστατικές πράξεις από μόνες τους, ενώ μαλώνοντας στα γήπεδα είναι χουλιγκανισμός. Η γενναιοδωρία δεν αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για το πώς ένας αποφασίζει τη διάκριση μεταξύ χουλιγκανισμού και επαναστατικής πράξης. Αν ήταν, για ακόμη μια φορά η λειτουργιστική υπόθεση θα ήταν εκεί, ο στόχος που θα είχε επιτευχθεί θα καταλάμβανε εξ’ ολοκλήρου το χώρο του συλλογισμού. Αν νομίζουμε ότι με την καταστροφή ενός πυλώνα της ENEL, χτυπάμε την καρδιά του κράτους, τότε είμαστε πραγματικά χαμένοι στο διάστημα, ακόμη και αν ήταν εκατοντάδες πυλώνες. Δεν είναι η μαθηματική λογική που μετράει.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η διαφορά που υπάρχει πρέπει να αναζητηθεί στην ατομική ωριμότητα των ανθρώπων που πραγματοποιούν αυτές τις πράξεις, στο τί αισθάνονται, τί επιθυμούν, και ακόμα τί είναι ικανοί να προβάλλουν πρακτικά, μετατρέποντας το όνειρο σε συγκεκριμένη δραστηριότητα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο χούλιγκαν βρίσκει κανείς, και αντιτάσσεται, μια περίεργη συσσώρευση συναισθημάτων. Υπάρχει η γενναιοδωρία της πράξης, η άγνοια, η ανικανότητα του βάνδαλου να αντιληφθεί τα στοιχεία που καθορίζουν την πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Αλλά υπάρχει επίσης μια αίσθηση εξέγερσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η εξέγερση βρίσκεται σε προτεραιότητα, δεδομένου ότι συχνά στο χούλιγκαν, επικρατεί το ένστικτο της αγέλης. Δεν είναι, στην ουσία, αλήθεια ότι εκείνοι που μαλώνουν μεταξύ τους στα γήπεδα εξεγείρονται ατομικά. Είναι σχεδόν πάντα συνταγμένοι μέσω διαδικασιών συγκέντρωσης, χρηματοδοτούμενες από διάφορους συλλόγους, συγκεντρωμένοι μέσω των δομών της ομάδας, συμβόλων, συνθημάτων, υπολειμμάτων παλαιών ιδεολογιών, κλπ.

Ο σύντροφος που δρα επιτιθέμενος σε μια δομή του εχθρού, ενώ δεν θέλει να κάνει χρήση της ταυτότητας ενός καθαρά «αντικειμενικού» σχεδίου, ξεκινά από διαφορετικά κίνητρα, από μια πιο σύνθετη κοινωνική ωρίμανση. Αν, στην ατομική σφαίρα, ο χούλιγκαν δεν ξέρει πώς να περνάει ευχάριστα την Κυριακή, ο σύντροφος, αντίθετα, εμπλέκει ολόκληρη την ύπαρξή του επιτιθέμενος σε ένα στόχο. Εισερχόμενος στην καταστροφική διάσταση έρχεται σε ρήξη με την επίμονη παράδοση της ποσοτικής διάστασης, την ανάπτυξη και τη θεσμοθέτηση της ζωής που έχει συνταχθεί από άλλους. Αυτή είναι η διαφορά.

Κατά τη γνώμη μου, το κλειδί της εξήγησης βρίσκεται στις συμπεριφορές που έχουν μια υποκειμενική σπουδαιότητα, δίχως τέτοιες συμπεριφορές να εγκαταλείπονται, έτσι, στον ατομισμό, στη στοιχειώδη κατάσταση των ξεχωριστών στοιχείων δίχως συνοχή μεταξύ τους. Και είναι προφανές ότι φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε ότι είναι δυνατόν ένα μεμονωμένο κίνητρο να είναι ένα σημείο καμπής. Και φοβόμαστε διότι για εκατόν πενήντα χρόνια μας έχει επισημανθεί ότι δεν είναι απαραίτητο να ξεκινήσουμε από το άτομο, αλλά από την τάξη, από αντικειμενική ανάλυση, από την ιστορία, από τους εσωτερικούς μηχανισμούς της ιστορίας, από αυτό το πράγμα που ονομάζεται διαλεκτικός υλισμός. Δεν έχουμε απελευθερωθεί ακόμα από την κληρονομιά αυτή.

1996

Σημειώσεις: Κάτω από τον τίτλο Distruzione e linguaggio, το κείμενο αυτό πάρθηκε από μια σειρά τεσσάρων αυτο-διαχειριζόμενων ομιλιών που έλαβαν χώρα στη Σχολή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου La Sapienza στη Ρώμη από της 23 Φεβρουαρίου μέχρι και της 25 Μαρτίου 1996. Η σειρά των ομιλιών είχε τίτλο «Κυριαρχία και Εξέγερση στη Μετα-Βιομηχανική Κοινωνία: Εσωκλεισμένοι και Αποκλεισμένοι». Η μεταγραφή εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή στα Ιταλικά στο βιβλίο Dominio e rivolta (Κυριαρχία και Εξέγερση) από την Edizione Anarchismo, Κατάνια, Ιταλία, Δεκέμβριος 2000. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή στα Αγγλικά στο πρώτο (και μοναδικό μέχρι σήμερα) θέμα του Outsiders, δημοσιευμένο από τις Vagabond Publications (Όκλαντ) τον Ιανουάριο του 2009. Στα Ελληνικά κυκλοφορεί στο βιβλίο Κυριαρχία και Εξέγερση στη Μετα-Βιομηχανική Κοινωνία: Εσωκλεισμένοι και Αποκλεισμένοι από το Ελευθεριακό Ινστιτούτο Κοινωνικών Μελετών, Ιωάννινα, 2008.

ΠΗΓΗ-Άλφα στερητικό

Εξεγερτική Αναρχία κι Επαναστατική Οργάνωση.

2835B76500000578-3064272-image-a-19_1430504363698

Τα τελευταία χρόνια στο εσωτερικό του αναρχικού κινήματος, έχουν υπάρχει πολλές συζητήσεις σχετικά με την εξεγερτική μέθοδο οργάνωσης για την επανάσταση. (1) Συχνά όμως, οι συζητήσεις αυτές δεν φτάνουν σε λεπτομέρεις που αφορούν τις οργανωτικές λεπτομέρειες που προωθούν οι εξεγερσιακοί αναρχικοί. Το κείμενο αυτό ευελπιστεί να ρίξει λίγο φως σε αυτές τις οργανωτικές μεθόδους και να χρησιμεύσει ως μια εισαγωγή σε αυτά τα προτάγματα αλλά και την τάση στα πλαίσια της επαναστατικής αναρχικής σκέψης.

Φορμαλιστική εναντίον άτυπης οργάνωσης.

Μία από τις μεγαλύτερες αντιπαραθέσεις σχετικά με την εξεγερτική μέθοδο, υπήρξε αυτή για την αναγκαιότητα της φορμαλιστικής ή της άτυπης οργάνωσης. Δε χρειάζεται να σκάψει κανείς βαθειά για να δει ότι τέτοιες αντιπαραθέσεις αποτελούν ένα ψευδδή διχασμό. Στο υστερόγραφο του τεύχους 2 της σουηδικής εφημερίδας “Dissident” με τον τίτλο “Εξέγερση και Αναρχία”, η ομάδα Μπάτκο εξηγεί: “είναι σημαντικό να μην παγιδευτούμε στο ψευδές δίλημμα μεταξύ φορμαλιστικής ή άτυπης οργάνωσης. Η μορφή εξαρτάται πάντα απο τις δυνατότητες της πρωτοβουλίας. Οι φορμαλιστικές δομές μπορούν να χρησιμοποιούνται κάποιες φορές αρκεί να μη χάνεται η πρωτοβουλία. (2) “Όχι αντιπαράθεση. Ερωτήσεις κι απαντήσεις.”

Ακόμη κι ο πάτέρας του σύγχρονου εξεγερτικού αναρχισμού ο Αλφρέντο Μαρία Μπονάννο, γράφει σε ένα απο τα δοκίμια του με τον τίτλο “από τις ταραχές στην εξέγερση” :

Φυσικά, υπάρχει ακόμη η δυνατότητα χρησιμοποίησης της οργάνωσης σύνθεσης, της προπαγάνδας, της αναρχικής εκπαίδευσης και της συζήτησης- όπως κάνουμε και τώρα δηλαδή- γιατί όπως είπαμε αυτό αποτελεί ένα ζήτημα προτάγματος σε κίνηση, απόπειρας κατανόησης πραγμάτων πάνω σε ένα καπιταλιστικό σχέδιο που βρίσκεται σε εξέλιξη. Ως αναρχικοί επανστάτες όμως, είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε κατά νου αυτήν τη γραμμή εξέλιξης και να προετοιμάζουμε τους εαυτούς μας απο ‘δω και στο εξής ώστε να μετασχηματίσουμε τις άλογες καταστάσεις των ταραχών σε μια μια εξεγερτική και επαναστατική πραγματικότητα.” (3)

Θα ήταν αρκετά βοηθητικό αν το σύγχρονο αναρχικό κίνημα έδινε βάση στο άνωθεν παράδειγμα. Το απόσπασμα ήταν από ένα λόγο που δώθηκε σε ένα επίσημο συνέδριο σχετικά με την εφημερίδα “Anarchismo” της οποίας ο Μπονάννο ήταν ο βασικός εκδότης. Η άτυπη οργάνωση δεν προωθήθηκε για να γίνει δόγμα που θα ακολουθείται με κάθε κόστος, όπως κάνουν οι αμετανόητηοι πιστοί κομμάτων ή συνδικάτων, αλλά ως μια ιστορική τάση που ο Μπονάννο προσπαθούσε να αναλύσει εν (τη) εξελίξει (της).

Εκ των υστέρων, μπορούμε τώρα να δούμε, όπως ανέφερε η ομάδα Μπάτκο, ότι το αν θα παρεμβούμε στις ταξικές μάχες χρησιμοποιώντας φορμαλιστικές ή άτυπες πρακτικές, είναι ένα ζήτημα επιλογής των κατάλληλων μέσων για την επίτευξη των επιθυμητών σκοπών.

Αυτενέργεια και αυτοδιεύθυνση.

Ποια είναι λοιπόν τα μέσα που προτείνουν οι εξεγερτικοί αναρχικοί για την οργάνωση της επανάστασης; Αυτή ή οικεία στους περισσότερους επαναστάτες αναρχικούς, αυτοοργάνωση.

Οι εξεγερτικοί αναρχικοί δίνουν πολύ μεγάλη σημασία στο ότι η χειραφέτηση των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων μαζών πρέπει να είναι έργο που προκύπτει απ την ίδια τη δική τους αυτόνομη δραστηριότητα. Αυτό ισχύει είτε αφορά άτομα, ομάδες αναρχικών επαναστατών, είτε μεγάλα μαζικά σώματα εκμεταλλευόμενων που μάχονται για την αυτονομία τους.

Ο λόγος για τον οποίο αυτό είναι σημαντικό, είναι επειδή αποτελεί μια βασική ομοιότητα που μοιράζονται οι εξεγερτικοί αναρχικοί με το υπόλοιπο του αναρχικού επαναστατικού κινήματος. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον με το δεδομένο ότι αποτελεί ιστορικά ένα μέσο που οι περισσότεροι αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές έχουν επιθυμήσει, αν επανεξεταστεί όπως θα δούμε αργότερα στη συζήτηση των προτάσεών τους για τη μαζική οργάνωση. Η αυτενέργεια των εργατών δεν είναι απλά η προτιμώμενη μέθοδος αγώνα, αλλά και ο πυρήνας της αυτοοργανωμένης κοινωνίας που οι αναρχικοί επιθυμούν να δημιουργήσουν μέσα από την κοινωνική επανάσταση:

Η αυτοδιεύθυνση του αγώνα προηγείται, και ακολουθούν η αυτοδιεύθυνση της εργασίας και της κοινωνίας… Η επανάσταση της εργασίας είναι επομένως η αυτοδιευθυνόμενη οργάνωση αυτών των πρώτων στοιχείων της μελλοντικής κοινωνίας, των παραγωγικών πυρήνων βάσης που θα αναπτυχθούν μέσα από την αυτονομία των μαζών.” (4)

Ενεργή μειοψηφία: Ειδική Αναρχική Οργάνωση Συγγένειας.

Η σύγχρονη εξεγερτική σκέψη, ξεπήδησε μέσα από τις ιστορικές συνθήκες της μεταπολεμικής Ιταλίας. Στο ιταλικό αναρχικό κίνημα εκείνης της εποχής υπήρχε ιδιαίτερα έντονη διαμάχη ανάμεσα σε αυτούς που πίστευαν στην εγκυρότητα της ειδικής αναρχικής “οργάνωσης σύνθεσης” γύρω από την Ιταλική Αναρχική Ομοσπονδία (FΑΙ) που κατηγορούταν ως “καθαροί”, και σε εκείνους που υπερασπίζονταν το μοντέλο μιας ειδικής αναρχικής “οργάνωσης τάσης” γύρω από τις Αναρχικές Ομάδες Προλεταριακής Δράσης (GAAP). Και οι δύο ομάδες οργανώθηκαν γύρω από ένα ειδικό αναρχικό πρόγραμμα, είτε πλουραλιστικό (FAI) είτε πλατφορμιστικό (GAAP). (5)

Έμοιαζε εκτός πραγματικότητας το να ξεπηδήσει ένας τρίτος τύπος ειδικής οργάνωσης, γύρω από τοπικές ομάδες βασισμένες στη συγγένεια. Συγγένεια σε αυτήν την περίπτωση δε σήμαινε ότι οι αναρχικοί απλά θα έπρεπε να οργανώνονται μαζί με τους φίλους τους, ή να μην οργανώνονται καθόλου όπως οι αντιοργανωτικοί ατομικιστές, αλλά βασιζόταν σε ξεκάθαρη γνώση του πού βρίσκονταν οι σύντροφοι, μέσα από πολιτική συζήτηση, ανάλυση και κυρίως μέσα από την εμπειρία του να δουλεύει ο ένας με τον άλλο στον αγώνα. Με λίγα λόγια, στο επίκεντρο ήταν το χτίσιμο ενότητας με άλλο κόσμο μέσω της πράξης. Οι επαναστάτες αναρχικοί κάθε τάσης θα έπρεπε να σκεφτούν να προσπαθήσουν να μάθουν από τα καλύτερα στοιχεία τέτοιων στρατηγικών. Αντίθετα με το να συμφωνούν με πολιτικά προγράμματα (μινιμαρισμένα, μεταβατικά ή μαξιμαρισμένα) και τις απαράβατες εντολές τους, οι επαναστάτες αναρχικοί θα έπρεπε να αγωνίζονται να διατηρήσουν μια αναλυτική και οργανωτική πρακτική βασισμένη σε και επεξεργασμένη μέσα από τη συμμετοχή στον κοινωνικό αγώνα:

Από την άλλη, η ομάδα συγγένειας έχει πολύ μεγάλες προοπτικές και αφορά άμεσα την πράξη, βασιζόμενη όχι στην ποσότητα των φορέων της αλλά στην ποιότητα που γεννά η δύναμη ενός αριθμού ατόμων που εργάζονται μαζί για ένα σχέδιο που επεξεργάζονται μαζί όσο προχωρούν. Από το να είναι μια ειδική δομή του αναρχικού κινήματος και συνολικά της γκάμας δραστηριοτήτων που αυτό αφορά -προπαγάνδα, άμεση δράση, ίσως μια εφημερίδα, εργασία σε μια άτυπη οργάνωση- μπορεί επίσης να επιζητά το σχηματισμό ενπός πυρήνα βάσης ή κάποιων άλλων μαζικών δομών κι έτσι να παρέμβει πιο αποτελεσματικά στον κοινωνικό αγώνα.” (6)

Αυτόνομοι πυρήνες βάσης: Αυτοδιευθυνόμενες Συμμαχίες για την Αυτονομία των εργατών.

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, η αυτενέργεια των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων είναι απίστευτα σημαντική για τους εξεγερτικούς αναρχικούς. Αυτό φαίνεται μέσα από την ιδεώδη μορφή μαζικής οργάνωσης που προτείνουν, τους αυτόνομους πυρήνες βάσης. “Βάση” είναι μια άλλη λέξη για το “λαϊκό/σε επίπεδο λαού”. “Πυρήνας” είναι μια άλλη λέξη για το “κύτταρο”. Οι αυτόνομοι πυρήνες βάσης είναι ουσιαστικά αυτοδιευθυνόμενα λαϊκά κύτταρα ή συμμαχίες, ανεξάρτητες από οποιοδήποτε κόμμα ή συνδικαλιστική ένωση. Είναι μαζικές οργανώσεις βασισμένες στην πλήρη αυτονομία των εργατών και την αυτοδιεύθυνση.

Οι εξεγερτικοί αναρχικοί εργάζονται μέσα σε κοινοτικούς, εργασιακούς ή άλλους μαζικούς αγώνες με ενδιάμεσους στόχους, ενθαρρύνοντας πάντα τους εργάτες να οργανώνονται αυτόνομα αν αυτό είναι δυνατό. Παραδείγματα τέτοιων οργναώσεων στην πράξη ήταν οι αυτοδιευθυνόμενοι σύνδεσμοι που πολέμησαν ενάντια στην κατασκευή μιας πυραυλικής βάσης των Η.Π.Α. Στο Κομίσο της Ιταλίας . (6) Το Αυτόνομο Κίνημα Βάσης (των εργαζομένων στιυς σιδηροδρόμους) στο Τορίνο, αναφέρεται συχνά επίσης.

Υπήρξε συχνά η υπόνοια ότι τέτοιες δομές μιμούνται τις μετωπικές οργανώσεις που φτιάχνουν πολλά λενινιστικά κόμματα, αποδεικνύοντας οτι οι εξεγερτικοί αναρχικοί έχουν μια πρακτική υποκατάστασης και πρωτοπορίας. Αντιθέτως, το κάλεσμα για τέτοιες αυτοδιευθυνόμενες οργανώσεις με χαρακτηριστικά άμεσης δράσης (επίθεση), διαρκούς σύγκρουσης (κριτική της αντιπροσώπευσης) και όχι μόνο, δείχνει να αντανακλά την στρατηγική και τις τακτικές που υποστηρίζουν κάποιοι σύγχρονοι επαναστάτες αναρχικοί που θεωρητικοποίησαν μια πρακτική “άμεσων σωματείων”. (7)

Έχει επίσης υπάρξει μια αποπροσαναντολισμένη αντίληψη ότι ο εξεγερτικός αναρχισμός είναι μια πολιτική θεωρία και μέθοδος για την πρακτική επίθεση και καταστροφή της υπάρχουσας Αριστεράς στις διάφορες σωματειακές και συνδικαλιστικές οργανώσεις. Ίσως να αρκούσε μια ματιά στο “Κριτική των συνδικαλιστικών μεθόδων” του Μπονάννο για να δει κανείς ότι αυτό δεν είναι η πλήρης αλήθεια:

Ένα σχέδιο αποδιοργάνωσης των των εργατικών ενώσεων θα απαιτούσε μια καταστρεπτική λογική… Θα ήταν διασπαστικό να δοθεί ενέργεια (την οποία δεν κατέχουμε) σε μια τέτοια προοπτική, και όχι ο σωστός τρόπος να ασχοληθούμε με το πρόβλημα των εργατικών οργανώσεων. Γρηγορότερα και καλύτερα αποτελέσματα θα επιτυγχάνονταν από την πραγματοποίηση μιας ριζοσπαστικής κριτικής των σωματείων και της επέκτασής της εξίσου στον επαναστατικό αναρχοσυνδικαλισμό. (8)

Οι εξεγερτικοί αναρχικοί δε μάχονται ενάντια στο να δουλεύει κανείς μέσα από τέτοιες δομές, αλλά για να φέρουν τη δική τους ριζοσπαστική αναρχική κριτική και ιδέες σε αυτές τις οργανώσεις, προκειμένου αυτές να ξεπεράσουν το ιστορικό τέλμα όπου οι περισσότερες αντίστοιχες οργανώσεις βρίσκονται. Εργάζονται για την οικοδόμηση ευρύτερων ταξικά δομών που δεν περιορίζονται στους αγώνες ενός εργασιακού χώρου ή μιας κοινότητας, αλλά είναι εκεί όπου οι άνθρωποι μάχονται για τα ζητήματα και τους αγώνες τους, όχι απλά αμυντικά. Ένα πιο σύγχρονο παράδειγμα τέτοιων οργανώσεων μπορούν να βρεθούν στο μοντέλο του“δικτύου αλληλεγγύης” που ξεπήδησε πρόσφατα όπου οι εργάτες πολέμησαν ενάντια στα αφεντικά και τους ιδιοκτήτες, συμμετείχαν όμως και σε αγώνες ενάντια στην αστυνομία και σε δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων. (9)

Βάζοντας τους νεκρούς να ξεκουραστούν.

Συμπερασματικά, οι αναρχικοί θα έπρεπε να αναγνωρίσουν ότι οι υπαρκτές διαφορές μεταξύ των εξεγερτικών αναρχικών και άλλων ρευμάτων του αναρχισμού δεν έχουν το μέγεθος σχίσματος όπως συχνά περιγράφεται σε κάποιους κύκλους. Αυτά φαίνεται να απορρέουν από την άγνοια του εξεγερσιακού πλάνου είτε από τους υποστηρικτές είτε από τους αντιπάλους του, βασιζόμενα σε ιστορική σύγκριση με γνωστά αντίστοιχα ιστορικά ρεύματα. Ελπίζουμε ότι αυτή η εισαγωγή στις εξεγερτικές οργανωτικές μεθόδους για την επανάσταση, βοηθά στην αποσαφήνιση του πού υπάρχουν ομοιότητες και πού διαφορές, καθώς και στο γκρέμισμα διδεδομένων μύθων. Αντί να ταλαντεύεται μέσα σε μια διαρκή διαμάχη πάνω στην οργανωτική μορφή, μακάρι το αναρχικό κίνημα στο σύνολό του να αρχίσει να επικεντρώνει περισσότερο στους (αντι-)πολιτικούς στόχους και οράματα πάνω στα οποία συζητούν σήμερα οι επαναστάτες όλων των τάσεων.

Σημειώσεις.

  1. – Crimethinc’s Say You Want An Insurrection?, Peter Gelderloos’ Insurrection vs. Organization, and Joe Black’s Anarchism, insurrections and insurrectionalism.

  2. – Dissident #2 Postcript.

  3. – A.M. Bonanno From Riot to Insurrection.

  4. – A.M. Bonanno Looking Forward to Self-management.

  5. – Coordinadora Informal Anarquista Vivir la Anarquía.

  6. – Insurrection #4.

  7. – Libcom.org Direct Unionism.

  8. – A.M. Bonanno Critique of Syndicalist Methods.

  9. – Libcom.org Solidarity Networks.

    Λινκ απο το οποίο μεταφράστηκε το κείμενο – https://libcom.org/library/insurrectionary-anarchy-revolutionary-organization

Η επίθεση είναι η καλύτερη μορφή άμυνας. Γιόχαν Μοστ – 1884.

12921039_978755975545102_175467906_n

Εφόσον πιστεύουμε ότι η προπαγάνδα στην πράξη είναι χρήσιμη, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για οποιεσδήποτε επακόλουθες καταστάσεις αυτή αφορά.

Όλοι τώρα γνωρίζουν εμπειρικά πως, όσο πιο υψηλό το επίπεδο του στόχου που θα πυροβοληθεί ή ανατιναχτεί, και όσο πιο άψογα έρθει σε πέρας η ενέργεια, τόσο μεγαλύτερο και το προπαγανδιστικό αποτέλεσμα.

Οι βασικές προϋποθέσεις της επιτυχίας είναι η μεθοδική προετοιμασία, η εξαπάτηση του αντιπάλου και το ξεπέρασμα των όποιων εμποδίων παρουσιάζονται μεταξύ αυτού που είναι να επιτελέσει τη δράση και του εχθρού.

Τα έξοδα που προκύπτουν λόγω τέτοιων επιχειρήσεων, είναι κατά κανόνα αρκετά υψηλά. Στην ουσία, θα μπορούσε κανείς να φτάσει να πει ότι η πιθανότητα τέτοιων δράσεων να επιτύχουν συχνά εξαρτάται από το αν είναι διαθέσιμα τα απαραίτητα οικονομικά μέσα ώστε να ξεπεραστούν οι δυσκολίες. Στις μέρες μας , τα χρήματα ανοίγουν πόρτες που κανείς δε θα μπορούσε να σπάσει, με μια σιδερένια μπάρα. Ο πειστικός ήχος των κερμάτων τυφλώνει και χαζεύει τους ανθρώπους. Η ισχύς του τραπεζικού λογαριασμού υπερνικά κάθε διάταγμα.

Κάποιος που δεν έχει λεφτά, δεν μπορεί να πλασαριστεί στην “υψηλή κοινωνία” χωρείς να φανέι “ύποπτος”, χωρίς να μπει σε επιτήρηση και έιτε να συλληφθεί συνοπτικά είτε τουλάχιστον να προληφθεί με κάποιο τρόπο απ το να πραγματοποιήσει την επαναστατική του πρόθεση. Αντιθέτως, παρουσιάζοντας το νεαυτό του ως ελκυστικό και “διακεκριμένο”, ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να κυκλοφορεί ελύθερος και χωρίς να κινεί υποψίες, επιφέροντας πιθανώς την αποφασιστική έκρηξη, ή εκκινώντας μια κολασμένη μηχανή που απο πριν είχει κρυφτεί κατάλληλα σε κάποιο καλό κρησφύγετο.

Αν λοιπόν κάποιοι σύντροφοι εμπνευστούν από τέτοιες ιδέες, αν πάρουν την απόφαση να ρισκάρουν τις ζωές τους για να πραγματοποιήσουν μια επαναστατική δράση, και αν -συνειδητοποιώντας οτι η συνεισφορά των εργατών δεν είναι παρά μια σταγόνα στον ωκεανό- απαλλοτριώσουν τα μέσα που απαιτούνται για τη διεκπεραίωση της πράξης, κατά τη γνώμη μας οι πράξεις τους είναι απόλυτα σωστές και καθόλου αφύσικες.

Για την ακρίβεια, είμαστε απόλυτα πεισμένοι ότι δεν υπάρχει καν η πιθανότητα να έρθουν σε πέρας αξιοσημέιωτες επιχειρήσεις, εκτός αν έχουν από πριν απαλλοτριωθεί τα απαραίτητα ποσά απο το στρατόπεδο του εχθρού.

Επομένως, οποιοσδήποτε που, ενώ εγκρίνει μια δράση ενάντια σε κάποιο αντιπρόσωπο της σύγχρονης “τάξης των κλεφτών” την ίδια στιγμή, απορρίπτει τον τρόπο με τον οποίο μαζεύονται τα χρήματα, είναι ένοχος για χοντροειδέστατη ασυνέπεια. Κανείς που να θεωρεί ότι η πράξη είναι από μόνη της σωστή δε νοείται να προσβάλει τον τρόπο με τον οποίο αποκτούνται τα απαραίτητα χρήματα, γιατί θα ήταν σαν κάποιος που γιορτάζει την ύπαρξή του να καταριέται τη γέννησή του. Ας μην ακούμε λοιπόν πια αυτές τς ηλίθιες κουβέντες περί “ηθικής αγανάκτησης” απέναντι στη “ληστεία” ή την “κλοπή” ˙ από τα στόματα των σοσιαλιστών, αυτό το είδος παρλαπίπας είναι πραγματικά η πιο ανόητη ηλιθιότητα που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Αφού χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει, ληστεύουν από τους εργάτες τα πάντα εκτός από τα απολύτως απαραίτητα για την επιβίωση, αυτός που επιθυμεί να αναλάβει δράση προς το συμφέρον του προλεταριάτου ενάντια στους εχθρούς του, υποχρεούται να ανακατευτεί με τους προνομιούχους κλέφτες και ληστές προκειμένου να απαλλοτριώσει τουλάχιστον αυτά που μπορεί από όσα παρήξαν οι ίδοι οι εργάτες, και να τα χρησιμοποιήσει για τους κατάλληλους σκοπούς. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι κλοπή και ληστεία αυτό που αντιμετωπίζουμε, αλλά ακριβώς το αντίθετο.

Επομένως, αυτοί που καταδικάζουν τέτοιες επιχειρήσεις χρηματοδότησης στις οποίες αναφερόμαστε, είναι επίσης εναντίον των ατομικών επαναστατικών πράξεων˙ αυτοί που απεχθάνονται τέτοιες πράξεις είναι απόλυτα ασόβαροι, κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους όταν αυτοαποκαλούνται επαναστάτες, αποθαρρύνουν τους πιο δραστήριους και αφοσιωμένους πρωτοπόρους του προλεταριάτου, αντιμετωπίζουν το εργατικό κίνημα ως την ¨πόρνη τους”, και δεν είναι όταν τους δει κανείς καθαρά στο φως, τίποτα παρά προδότες και αχρείοι.

Επιπλέον, οποιαδήποτε “παράνομη” πράξη -είτε είναι απλά μια προπαρασκευαστική πράξη για κάποια άμεσα επαναστατική δράση είτε όχι- μπορεί εύκολα να επιφέρει απρόβλεπτες συνέπειες, οι οποίες από τη φύση τους συνηθίζουν να εμφανίζονται εν τω μέσω μιας κρίσιμης κατάστασης.

Προκύπτει λοιπόν από τα επιχειρήματά μας μέχρι τώρα, ότι αυτές οι δευτερεύουσες συνθήκες (τυχαίες συμπτώσεις) δεν μπορούν να αποκοπούν απ τις ίδιες τις πράξεις και να κριθούν με ειδικά κριτήρια.

Αν για παράδειγμα ένας επαναστάτης κατά τη διαδικασία διεκπεραίωσης μιας πράξης εκδίκησης ή κάτι αντίστοιχου, ή εξασφαλίζοντας τα μέσα για μια τέτοια πράξη (χρήματα, όπλα, δηλητήριο, εκρηκτικά κτλ) ξαφνικά βλέπει ότι κάποιος τον εμποδίζει, και αν αυτό τον θέτει σε πολύ σοβαρό κίνδυνο, τότε όχι απλά έχει το δικαίωμα, από τη συνήθη οπτική γωνιά της αυτοάμυνας και της αυτοσυντήρησης, να καταστρέψει οποιονδήποτε τον προδίδει με μια τέτοια παρέμβαση , αφού η άφιξη του όποιου ατόμου μπορεί να τον στείλει στη φυλακή ή την κρεμάλα, αλλά έχει και το καθήκον για χάρη του σκοπού για τον οποίο πολεμά, να βγάλει από το δρόμο του το απρόσκλητο σκουπίδι.

Σίντνεϋ Πάρκερ (1973) – Κάποιες σημειώσεις για τον αναρχισμό και τον προλεταριακό μύθο.

Λύσσα και συνείδηση αρνηση και βία να σπείρουμε το χάος και την αναρχία Ⓐ

Το ζήτημα του Αναρχισμού δεν είναι θέμα μιας μόνο τάξης, επομένως ούτε και της εργατικής τάξης, είναι ζήτημα κάθε ατόμου που θεωρεί ότι η προσωπική του ελευθερία έχει αξία..”

John Henry Mackay.

Oι αφέντες ποτέ δεν στερήθηκαν μια καλοσυνάτη και εργατική δύναμη, για να επαναφέρουν τους Φυγάδες. Ούτε και σήμερα τη στερούνται. Πείτε τους όπως θέλετε, συνηθισμένους ανθρώπους, μάζες, προλετάριους, είναι πάντοτε το πρώτο ανάμεσα σε άλλα μέσα συμμόρφωσης.

Paul Herr.

1

Για πολλά χρόνια, ο Τύπος και οι ιστορικοί συνέδεαν τον Αναρχισμό με ένα είδος αντιπολιτικού κρατικού σοσιαλισμού, βασισμένου στο μεσσιανικό ρόλο του “λαού” ή και των “εργατών”. Αυτήν την οπτική ενθάρρυναν και αρκετοί αυτοαποκαλούμενοι αναρχικοί, που στην ουσία είναι κολλεκτιβιστές που απεχθάνονται τον συγκεντρωτισμό. Παρά τις όποιες τροποποιήσεις επέβαλε η ίδια η πραγματικότητα στους πιο αδιάλλακτους λαϊκιστές, η ψευδαίσθηση επιμένει ακόμα όπως κάνουν συνήθως οι ψευδαισθήσεις.

Το πρώτο μέρος αυτού του δοκιμίου είναι αφιερωμένο σε μια κριτική της ψευδαίσθησης αυτής. Γιατί οι “μάζες” συνεχίζουν να μην ανταποκρίνονται στο “αναρχικό” μήνυμα; Ίσως επειδή αυτό απευθύνεται μόνο σε μια μειοψηφία; Κι αν ναι, τότε δε θα ήταν καλύτερα να προσαρμόσει κανείς αντίστοιχα τις απόψεις του;

Ένα σημαντικό στοιχείο του λαϊκίστικου μύθου, είναι η αντίληψη ότι κατά τη διάρκεια των ιστορικών επαναστάσεων, είναι ότι ο “λαός” ξεσηκώνεται ως ολότητα και ανατρέπει τους αφέντες του. Υποτίθεται ότι βρίσκονται ενστικτωδώς από την πλευρά της “ελευθερίας”. Αυτή η υπόθεση γίνεται επειδή ο εργάτης είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης, γιατί υπόκειται στις επιθυμίες των αφεντικών του, επομένως πρέπει εξατίας αυτής της κατάστασής του να επιθυμεί να είναι “ελεύθερος” κι έτσι να ανταποκρίνεται ευκολότερα στις αναρχικές ιδέες απ’ ότι μέλη άλλων τάξεων.

Υποστηρικτικά ως προς το συλλογισμό αυτό, οι προλεταρικοί μυθολόγοι συλλέγουν με επιμέλεια δείγματα πληροφοριών σε σχέση με την “άμεση δράση των μαζών”. Μας λένε για τη μάυρη σημαία που ανέμιζε πάνω απο εργοστάσια κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Κορέα, εκστασιάζονται όταν μιλούν για την εξέγερση του Βερολίνου το 1953, αυτή στην Ουγγαρία το 1956, ενθουσιάζονται με τις πρώτες μέρες του καθεστώτος Κάστρο στην Κούβα και τις μέρες του Μάη στο Παρίσι του 1968, πόσο μάλλον με την Παρισινή Κομμούνα, τη Μεξικανική, τη Σοβιετική και την Ισπανική επανάσταση. Αυτό που δεν ξεψαχνίζουν είναι τα πολύ πιο πολυάριθμα και επίμονα παραδείγματα των προλετάριων που υποστηρίζουν τους κυβερνώντες που τους ταϊζουν- που στελεχώνουν τη μεγάλη μάζα του προσωπικού φυλακών, αστυνομίας και στρατιωτικών υπηρεσιών, που είναι “πάντοτε το πρώτο ανάμεσα σε άλλα μέσα συμμόρφωσης” και που καταδιώκουν το ξεχωριστό άτομο κραυγάζοντας για κονφορμισμό.

Ένα από τα πιο βαριά φορτία που έχουν να κουβαλάνε οι αναρχικοί είναι αυτή η σύνδεση με την ανιαρή “εργατική” κουλτούρα αυτών των “συνηθσιμένων και προσγειωμένων” εκατομμυρίων, που έγιναν εθελοντικά το ποίμνιο των κηρύκων και των αφεντών τους δια μέσου των αιώνων. Οι προλεταριακοί μυθολόγοι μπορούν να πάνε όσο πίσω χρειαστεί στο παρελθόν για να βρουν παραδείγματα “άμεσης δράσης” και ”δημιουργικότητας” από πλευράς του “λαού”. Αυτό που δεν μπορούν να κάνουν είναι να δείξουν πώς αυτά ποτέ υποκατέστησαν εξουσιαστικά συστήματα, ή ότι δεν έφεραν μέσα τους τους σπόρους νέων μορφών εξουσίας. Πράγματι, τα συντριπτικά ιστορικά στοιχεία υποστηρίζουν την προκλητική θέση του Έρικ Χόφφερ στο “Ο πραγματικός πιστός” ότι συνήθως οι μάζες παίρνουν αυτά που θέλουν από “επιτυχημένες” επαναστάσεις – ένας ισχυρός αφέντης – κι ότι οι μόνοι που απογοητεύτηκαν ήταν οι πνευματικοί τους πρόδρομοι (όταν αποδεκατίστηκαν). Υποστηρίζουν επίσης τα μελαγχολικά συμπεράσματα της Σάημον Γουέι στις συνδικαλιστικές μέρες της:

Μπορούν οι εργατικές οργανώσεις να δώσουν στο προλεταριάτο τη δύναμη που του λείπει; Η ίδια η πολυπλοκότητα του καπιταλιστικού συστήματος κι επακόλουθα των ζητημάτων που αναδεικνύει ο αγώνας που πρέπει να έρθει σε πέρας, φέρουν μέσα στην ίδια την καρδιά του κινήματος της εργατικής τάξης, τον υποτιμητικό διαχωρισμό της εργασίας σε χειρωνακτική και πνευματική. Ο αυθόρμητος αγώνας αποδείχτηκε σχεδόν πάντα αναποτελεσματικός και η οργανωμένη δράση σχεδόν αυτόματα αποκρύπτει ένα διαχειριστικό μηχανισμό ο οποίος αργά ή γρήγορα γίνεται καταπιεστικός.”

2

Θ’ αρνιόμουν την ύπαρξη της ταξικής πάλης λοιπόν; Όχι δεν το κάνω. Υπάρχει όμως αξιοσημείωτη σύγχυση ανάμεσα στο γεγονός της ταξικής πάλης και στη θεωρία της.

Το γεγονός είναι η αναντίρρητη ύπαρξη μιας σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ εργαζομένων κι εργοδοτών- είτε κρατικών είτε ιδιωτικών. Η αυνειδητοποίηση και η έκταση αυτής της σύγκρουσης δεν έιναι τόσο διαδεδομένες όσο οι κήρυκες του “ταξικού πολέμου” θα ήθελαν να πιστεύουν αυτοί και άλλοι διάφοροι, υπάρχει όμως και έχει κατά καιρούς καταλήξει σε βελτιωμένες συνθήκες για τους εργαζόμενους. Είναι τόσο φυσικό να υπερασπίζεται τα συμφέροντά του κάποιος που ζει από το μισθό του, όσο είναι και το να υπερασπίζεται τα δικά του αυτός που πληρώνει το μισθό. Αυτό είναι γεγονός και μόνο ένας κουτός θα το αρνούνταν.

Από την άλλη, η θεωρία βασίζεται στην αναπόδεικτη πεποίθηση ότι αυτή η σύγκρουση θα ή και μπορεί να οδηγήσει σταδιακά στην κατάργηση της εκμετάλλευσης και την εγκατάσταση μιας αταξικής κοινωνίας. Είτε ως λογική βάση νοείται η Μαρξιστική οπτική μιας ιστορικής διαλεκτικής που ωθεί την ταξική πάλη ως την τελική κατάληξη όλων των συγκρούσεων στον κομμουνισμό, είτε η Μπακουνική/Κροποτκινική πίστη στην αυθόρμητη “δημιουργικότητα των μαζών”, έχει μικρή διαφορά ως προς τη βασική ιδέα ότι η ταξική πάλη είναι ο βασιλικός δρόμος προς την ουτοπία. Όσο και να τροποποιήθηκε από διάφορες αλλαγές και βελτιώσεις ή να καταπνίγηκε από επιστημονικές αρλούμπες, η θεωρία παραμένει μια εκλαϊκευμένη εκδοχή της μεσσιανικής αντίληψης περί έλευσης του “βασιλείου του παραδείσου” στη γη, και έχει περίπου τις ίδιες αποδείξεις να την στηρίζουν. Για πάνω από 150 χρόνια οι προλετάριοι ιδεολόγοι παρότρυναν τους “εργάτες” να είναι αυτό ή εκείνο, να κάνουν αυτό ή εκείνο, και η απόκρισή τους ήταν ουσιαστικά μηδενική – εκτός αν ήταν κάποιο κάλεσμα για πόλεμο. Μετά από περισσότερα χρόνια απ’ όσα οποιοσδήποτε απο εμάς τους ζωντανούς μπορεί να θυμηθεί, η ανταπόκριση της συντριπτική πλειοψηφίας των εργατών στις αναρχικές ιδέες ήταν είτε αδιάφορη είτε εχθρική.

Καμία εξέγερση των προλετάριων ή των προγόνων τους στην επαναστατική μυθολογία δεν έβαλε ποτέ κάποιο τέλος στην υποτακτικότητά τους. Η υποτιθέμενη “δημιουργικότητά” τους και η “επιθυμία για ελευθερία”, ως τάξη, είναι απλά λαϊκίστικες ανοησίες και κατά βάση αποτελούν το προϊόν ενοχικών μεσοαστών ή μεγαλοαστών διαννοούμενων που ψάχνουν να εξιλεωθούν για τις κοινωνικές τους αμαρτίες. Ο Κροπότκιν που είναι ένα τυπικό παράδειγμα, επαναλαμβάνει ξανά και ξανά ότι “ο Αναρχισμός είναι η ¨δημιουργικότητα” των μαζών”, αλλά ποτέ δεν εξηγεί την αιτιολογική σύνδεση μεταξύ των δύο. Αυτό που κάνει είναι να παραθέτει κάποια επιλεγμένα ιστορικά γεγονότα τα οποία ερμηνεύει ως τέτοια, κι αυτά συνήθως είναι δημοκρατικά παρά αναρχικά ως προς το χαρακτήρα τους.

3

Το πρόβλημα με μεγάλο μέρος όσων καλούνται σήμερα “αναρχισμός” είναι το γεγονός ότι οι εκπρόσωποί του κυριαρχούνται από “κοινωνιοποιημένες νοοτροπίες”. Εννοώ με αυτό μια εμμονή με την αντίληψη ότι η απελευθέρωση του ατόμου έρχεται μέσα από την σύμπλευση με την “κοινωνία”. Όχι, σε αυτήν την περίπτωση, μια υπαρκτή αλλά μια ιδεώδη αταξική/ακρατική κοινωνία, την οποία το απροσδιόριστο μέλλον υποτίθεται ότι θα φέρει.

Το διακριτικό χαρακτηριστικό αυτού του τύπου κοινωνιοποιημένης νοοτροπίας είναι ότι διακατέχεται από την πεποίθηση ότι ο αναρχισμός ισούται με τον αντικρατισμό. Από τη στιγμή που θα εκμηδενιστεί το κράτος, όπως λέει η άποψη, η ανθρωπότητα θα ζει στην ελευθερία. Δυστυχώς όμως αυτό δε συμβαίνει, αφού η εξουσία έχει κι άλλα μέσα/πηγές πέρα από το κράτος. Ένα από αυτά είναι η “κοινωνία”. Πράγματι, τα κοινωνικά ήθη κι έθιμα μη ώντας καθορισμένα σε και από κάποια νομικά διατάγματα, μπορούν να έιναι πιο επίμονα καταπιεστικά απ’ ότι οι νόμοι του κράτους, ενάντια στους οποίους, κατά καιρούς, υπάρχει κάποιο επίπεδο νομικής προστασίας. Πολλοί αποκαλούμενοι αναρχικοί αναγνωρίζουν την καταπιεστικότητα του κράτους, είναι όμως τυφλοί μπροστά σε αυτήν της κοινωνίας. Η “αναρχία” τους επομένως, συνίσταται στο να αντικατασταθεί η κάθετη εξουσία του κράτους, από την οριζόντια εξουσία της κοινωνίας.

Ως αναρχικός ατομικιστής δεν αναγνωρίζω ούτε την νομιμότητα του κρατικού ελέγχου πάνω μου, ούτε αυτή ενός ακέφαλου πλήθους που θα αυτοαποκαλείται “αναρχικό”. Συμφωνώ με τον Ρέντσο Νοβατόρε όταν έγραφε:

Η αναρχία δεν έιναι μια κοινωνική νόρμα, αλλά μια μέθοδος ατομικοποίησης. Καμία κοινωνία δε θα μου προσδώσει πιο πολύ από μια περιορισμένη ελευθερία και μια ευημερία που εξασφαλίζει σε κάθε ένα από τα μέλη της. Δε με ικανοποιεί όμως αυτό και θέλω περισσότερα. Θέλω όλα όσα έχω τη δύναμη να κατακτήσω. Κάθε κοινωνία ζητά να με περιορίσει στα αξιοσέβαστα όρια του επιτρεπόμενου και του απαγορευμένου. Δεν αναγνωρίζω όμως αυτά τα όρια, γιατί τίποτα δεν απαγορεύεται και όλα επιτρέπονται σε αυτούς που έχουν τη δύναμη και το θάρρος.

Επομένως, αναρχία δεν είναι η ανοικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας που κι αυτή θα υποφέρει. Είναι μια αποφασιστική μάχη ενάντια σε κάθε κοινωνία- τη χριστιανική, τη δημοκρατική, τη σοσιαλιστική, την κομμουνιστική, κτλ. Αναρχισμός είναι η αιώνια μάχη μιας μικρής μειοψηφίας αριστοκρατικών αουτσάηντερς ενάντια σε όλες τις κοινωνίες που ακολουθούν η μία την άλλη στην πίστα της ιστορίας.”

Είτε μας αρέσει είτε όχι, οι αναρχικές ιδέες δεν ήταν ποτέ κτήμα περισσότερο απο ενός μικρού αριθμού ατόμων που οικειοποιήθηκαν τον αναρχισμό και τον προώθησαν ως τέτοιο. Η επένδυση των εκμεταλλευόμενων μαζών με επαναστατικά προτερήματα, η υπερανάλυση πάνω σε αυτά μέσω κειμένων με ενός λεπτού διάρκεια ζωής που δε διαβάζουν οι ίδοι ποτέ, είναι συχνά μια απλή μεταμφίεση ενός ηθικισμού που μιλά για το πώς θα ‘πρεπε να φέρονται, πετώντας έναν πολύχρωμο μανδύα πάνω στο πώς έχουν ήδη φερθεί, πώς φέρονται και πώς θα φερθούν- με δεδομένη την έλευση της δευτέρας παρουσίας του Ιησού Χριστού, του Καρλ Μαρξ και του Μιχαήλ Μπακούνιν, ξεχωριστά ή όλων μαζί…

Όσοι θεωρούν ότι ο αναρχισμός συνδέεται οργανικά με την ταξική πάλη βρίσκονται πραγματικά κάπου στη μέση μεταξύ αναρχισμού και σοσιαλσμού. Από τη μία προσπαθούν να εξυψώνουν την αυτοκυριαρχία που είναι η ουσία του αναρχισμού. Από την άλλη παραμένουν αιχμάλωτοι δημοκρατικών, κολλεκτιβίστικων, προλεταριακών μύθων. Μέχρι να μπορέσουν να κόψουν αυτόν τον ομφάλιο λώρο που τους κρατά προσδεμένους στο σοσιαλισμό, δε θα μπορέσουν ποτέ να φτάσουν στο ζενίθ της δύναμής τους ως αυτεξούσια άτομα. Θα άγονται και θα φέρονται ακόμα κατά μήκος του ουτοπικού μονοπατιού που υποτίθεται ότι οδηγεί στις πηγές με τη λεμονάδα και τα τσιγαρόδεντρα του μεγάλου ζαχαρωτού βραχοβουνού.

4

Όποιες κι αν είναι οι ελπίδες μου, όσο αποκρουστικές και να βρίσκω τη μιζέρια και τις ιεραρχίες που συναντώ, γνωρίζω πως οι κυβερνώντες δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς τη συνεργασία των κυβερνόμενων, και είναι γελοίο να υποθέτουμε ότι οι πλούσιοι είναι απλώς παράγωγα της κυβέρνησης. Χωρίς την υποτακτικότητα των πολλών, οι λίγοι που έχουν τα προνόμια θα έχαναν την εξουσία τους. Αφού δεν εξαρτώμαι από τη μελλοντική πραγματοποίηση κάποιας ιδανικής κοινωνίας ως το “λόγο ύπαρξής μου”, δεν έχω ανάγκη να προστρέξω σε κάποια τάξη ή ομάδα για να επικυρώσει τις ιδέες μου.

Η απόρριψη όμως των κοινωνικοπολιτικών μύθων δεν έιναι συνώνυμη με την απόρριψη κάθε πράξης, από πλευράς ατόμου. Εάν οι μάζες είναι αδιάφορες ή εχθρικές, αν το μέλλον υπόσχεται πως θα είναι ένα ταραχώδες μείγμα του 1984 με τον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο, παρ’ όλες τις όποιες ατέλειες αντρών και γυναικών που, μέχρι την τελική ρομποτοποίηση, θα αφήνουν ακόμη κενά και ρωγμές στο κοινωνικό εργοστάσιο. Σε αντίστοιχες χαραμάδες της οργανωμένης Συλλογικότητας θα είναι ακόμη πιθανό, εδώ κι εκεί, να δημιουργούνται συμπαθητικοί χώροι, οάσεις ασύλου και αντίστασης, γι’ αυτούς που έχουν κόψει δεσμούς με τα ήθη και τις αξίες του Καθεστώτος και την ίδια στιγμή έχασαν την πίστη σε κολλεκτιβίστικες αλλά και εξουσιαστικές λύσεις των προβλημάτων τους. Ένας τέτοιος τρόπος να προχωράς, πάντως, δεν είναι προϊόν της “ταξικής πάλης”. Είναι πρώτα και κύρια μια ιντιβιντουαλιστική απόπειρα: η δημιουργία μιας εγωιστικής ευισθησίας.