Αναρχισμός και νόμος – του Αλεξέι Μποροβόι. 2o μέρος.

Επιβεβλημένοι και αυθόρμητοι κώδικες.

Δεν έχει υπάρξει ούτε μια κοινωνία, ακόμη και πριν τη γέννηση του Κράτους, που να μην είχε συγκεκριμένες απαιτήσεις από τα μέλη της. Ενώ ορισμένοι κανονισμοί μπορεί να διαφέρουν από κοινωνία σε κοινωνία, κάποιες μορφές κανονισμών είναι πάντα απαραίτητες.

Πέρα από τους νομικούς κώδικες, υπάρχει σε κάθε κοινωνία αυτό που μπορεί να ονομαστεί εθιμοτυπικοί κώδικες. Ο Στάμλερ δίνει έμφαση σε αυτούς :

Σε κανόνες ηθικής καθοδήγησης, σε διαπροσωπικές σχέσεις.. σε συλλογικές νόρμες όπως οι κώδικες των μονομαχιών του μεσαίωνα ή οι κώδικες των συντεχνιών”.

Η ισχύς που έχουν αυτοί οι κώδικες είναι ίσως μεγαλύτερη από αυτήν των νόμων. Η θεμελιώδης διαφορά είναι ότι αυτοί βασίζονται σε μια κοινή συμφωνία:

Οι άνθρωποι συναινούν σε μια συλλογική συμφωνία, ίσως μή συνειδητή – όπως η πλειοψηφία των κοινωνικών φαινομένων – πάντως όμως, συμφωνία”.

Εντωμεταξύ, οι νομικοί κώδικες δημιουργούνται από ένα ειδικό σώμα, αποκομμένο από την κοινωνία, έχοντας ως πρωταρχικό στόχο τη διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης, που επιβάλει την “κυριαρχία” της χωρίς να δίνει σημασία στις ανάγκες του κάθε ξεχωριστού ανθρώπου. Οι γνήσια συλλογικοί κώδικες, βασισμένοι στην ελεύθερη συμφωνία των ανθρώπων, μπορούν ορθώς να ονομαστούν αναρχικοί κώδικες.

Αυτό γίνεται αποδεκτό από τους κύριους αντιπροσώπους της αναρχικής σκέψης, και προκύπτει αναγκαστικά από το γεγονός πως ούτε η κοινωνική οργάνωση ούτε η κοινωνική πρόοδος παρέχουν απεριόριστη ατομική ελευθερία.

Μετά από αυτήν τη σύντομη θεωρητική έκθεση, θα ήταν καλό να δούμε τί έχουν να πουν οι κυριότεροι αναρχικοί διανοητές για το ρόλο που θα διαδραματίσουν οι συλλογικοί κώδικες στη μελλοντική κοινωνία.

1 – Γκόντγουιν.

Σύμφωνα με τον Ελτζμπάχερ, ο Γκόντγουιν αντιτίθεται σε κάθε μορφή κοινωνικών κανονισμών. Εν τούτοις, ενώ αντιτίθεται σε κάθε μορφή κυβέρνησης, μιλά για τις κομμούνες ως οργανώσεις για το συλλογικό συμφέρον όλων, και τονίζει την αναγκαιότητα της αποδοχής τέτοιων οργανωσεων. Συλλογιζόμενος τη δυνατότητα αντικοινωνικών πράξεων από πλευράς κάποιων μελών μιας κομμούνας, μιλά για μια επιτροπή σοφών που θα είχε την εξουσία να τιμωρήσει αυτούς τους ανθρώπους ή να τους αποβάλλει από την ομάδα. Επιπλέον οραματίζεται τοπικές συσκέψεις για τη συζήτηση διαμαχών ανάμεσα σε κομμούνες, και για τις αναγκαιότητες της άμυνας ενάντια στις επιθέσεις κοινών εχθρών. Θεωρεί ότι θεσμοί σαν αυτούς θα είναι πολύ πιο αποτελεσματικοί από τους υπάρχοντες. Επομένως, προκρίνει την αντικατάσταση του υπάρχοντος νομικού δικαίου από τους κανονισμούς μιας κοινωνίας κοινοτικών οργανώσεων.

2 – Προυντόν.

Υπάρχουν φαινομενικά πολλές αντιφάσεις στο έργο του Προυντόν για τον συγκεντρωτισμό και το κράτος. Μπορεί κα΄ποιος να χαρακτηρίσει τους θεσμούς που υπερασπίζεται ο Προυντόν ως “αναρχικούς” ή “φεντεραλιστικούς” , αυτοί όμως φέρουν ορισμένα κυβερνητικά χαρακτηριστικά. Ακόμη και η λέξη “αναρχισμός” χρησιμοποιείται από τον Προυντόν με δύο έννοιες: η μία είναι το ιδανικό, το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς καθόλου καταπίεση· η άλλη είναι απλά μια μορφή οργάνωσης που χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία της ατομικής ελευθερίας. Ο Προυντόν συμβιβάζει το ιδανικό του αναρχισμού ακόμη παραπέρα. Οραματίζεται μια κοινωνία δομημένη σε μεγάλο βαθμό στην αρχή του συγκεντρωτισμού, κι ο φεντεραλισμός του προκύπτει σε μεγάλο βαθμό από την προφανή αναγνώριση ότι η αναρχία είναι κάτι ακατόρθωτο. Συνειδητοποιώντας ότι μια ρεαλιστική λύση των κοινωνικών προβλημάτων πρέπει να ξεκινά με την αρχή του φεντεραλισμού, πραγματοποιεί ένα ρεαλιστικό συγκερασμό της αναρχίας και της δημοκρατίας.

3 – Μπακούνιν.

Κανείς δεν έχει γράψει τόσο παθιασμένη κριτική του κράτους όπως ο Μπακούνιν. Το κράτος γι’ αυτόν, είναι ένα απόλυτο κακό:

Το κράτος είναι ένα απέραντο νεκροταφείο. Η σκηνή της αυτοκτονίας, του θανάτου κι ενταφιασμού κάθε εκδήλωσης της ατομικής ή συλλογικής ζωής – με λίγα λόγια, της ζωής. Είναι ο βωμός όπου θυσιάζεται η ελευθερία και η ευημερία, και όσο πιο καθολική είναι αυτή η θυσία, τόσο πιο τέλειο είναι το κράτος. Το κράτος είναι μια αφαίρεση που καταστρέφει τη ζωή των ανθρώπων.”

Αλλά το κράτος, συνεχίζει, είναι ένα “ιστορικά αναγκαίο” κακό, με τον ίδιο τρόπο που είναι απαραίτητηη κτηνωδία των πρώτων ανθρώπων ή η θεολογική φαντασία του ανθρώπου. Το κρα΄τος όμως πρέπει να εξαφανιστεί. Πρέπει να αντικατασταθεί από μια ελεύθερη κοινωνία, δομημένη στη βάση της πλήρους αυτονομίας· ξεκινώντας από την μικρή κομμούνα και προχωρώντας προς την οικοδόμηση μιας παγκόσμιας κοινωνίας που θα ενώνει όλους τους ανθρώπους. Η σχέση μεταξύ των διαφορετικών οργανώσεων δε θα είναι πλέον βίαιη – δε θα επιβάλεται από το νόμο αλλά από την ελέυθερη συναίνεση όλων. Η εθελοντική κομμούνα – αυτή είναι η πηγή κάθε κοινωνικής νόρμας του Μπακούνιν.

4- Κροπότκιν.

Ο Κροπότκιν, όπως οι πρόγονοί του, αποδέχεται τις κοινωνικές νόρμες στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, για παράδειγμα , την υποχρέωση εκπλήρωσης μιας ελεύθερα αποδεκτής σύμβασης. Στο “Η κατάκτηση του ψωμιού” για παράδειγμα, αναφέρεται εκτεταμένα στις ενστάσεις προς και false notion του αναρχικού κομμουνισμού. Με τις απαντήσεις του φαίνεται να είναι πάνω απ’ όλα ουμανιστής, πιστεύοντας περισσότερο στην ανθρώπινη φύση παρά στη λογική. Επιμένει ορθώς, ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να διαχειριστείς την αντικοινωνική συμπεριφορά, είναι να βρεις και να αφαιρέσεις τους λόγους ύπαρξής της. Εντωμεταξύ, τέτοια προβλήματα όπως η άρνηση κάποιων ανθρώπων να εργαστούν ή η άρνηση υποβολής σε μια συλλογική απόφαση, μπορούν να εμφανιστούν ακόμη και σε μια τέλεια κοινωνία. Στην περίπτωση αυτή, ο απέιθαρχος μπορεί πάντα να εκδιωχθεί. Σε μια κομμουνιστική όμως κοινωνία, αυτό μπορεί να αποτελεί μια τρομακτική ποινή ακόμη και γι’ αυτόν που διέπραξε ένα απεχθές έγκλημα. Εκτός βέβαια αν ο εκδιωχθείς εγκληματίας απλά βρει μια άλλη κομμούνα. Πρέπει να βρούμε άλλες λύσεις.

5 – Τάκερ και ατομικιστές.

Στο φιλοσοφικό του οικοδόμημα, ο Τάκερ ακολουθεί την επιχειρηματολογία του Στίρνερ κσι του Προυντόν. Από τον Στίρνερ παίρνει την αρχή της απόλυτης κυριαρχίας του ατόμου. Από τον Προυντόν παίρνει τις μεθόδους για την επίτευξη μιας ελεύθερης κοινωνίας, δομημένης στην αρχή της ατομικής συμφωνίας.

Όπως κάθε ακραίος ατομικιστής, ο Τάκερ απορρίπτει κάθε επιβεβλημένη οργάνωση. Από εκεί , εξαπολύει μια βίαιη επίθεση στο κράτος:

Το κράτος είναι ο μεγαλύτερος εγκληματίας των καιρών μας. Δρα όχι για την υπεράσπιση της πιο σημαντικής μονάδας του, δηλαδή του ατόμου, αλλά για να το περιορίσει, να το καταπιέσει, να του επιτεθεί”.

Ο Τάκερ ασκεί σφοδρή κριτική σε όλα τα μονοπώλια : την κυβέρνηση, τις τάξεις που προστατεύει, τα χρήματα, τους νόμους. Ενάντια στα μονοπώλια αντιπαραθέτει την αρχή του απεριόριστου συναγωνισμού :

Ο γενικευμένος και απεριόριστος συναγωνισμός οδηγεί στην απόλυτη ελευθερία και αληθινή συνεργασία”.

Από εκεί ξεκινά η μάχη των αναρχικών ατομικιστών ενάντια στον κρατικό σοσιαλισμό – τον επαναπροσεγγίζουν ως την νίκη του πλήθους ενάντια στο άτομο. Με τον κρατικό σοσιαλισμό η εξουσία φτάνει στο απώγειό της, τα μονοπώλια αντλούν την μέγιστη δυνατή ισχύ. Παράλληλα, οι αναρχικοί ατομικιστές αποτυγχάνουν να κάνουν τη διάκριση μεταξύ του κρατικού σοσιαλισμού και του αναρχικοί κομμουνισμού. Γι’ αυτούς, ο τελευταίος είναι μια φάση στην πορεία ανάπτυξης του κρατικού σοσιαλιστικού δόγματος.

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των ατομικιστών αναρχικών είναι η αποδοχή τους ως προς την ατομική ιδιοκτησία. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν είναι το εξής : Μπορούν να δεχτούν το μονοπώλιο του ατόμου πάνω στο προϊόν της εργασίας του; Αν απαντήσουν αρνητικά, τότε δίνουν στην κοινωνία το δικαίωμα να επιβληθεί στο άτομο. Έχουν επομένως επιλέξει την άλλη απάντηση, επανανοηματοδοτώντας με τον τρόπο αυτό την ατομική ιδιοκτησία γης και τα μέσα παραγωγής.

Από την αρχή του εγωισμού ως τη μοναδική κινητήριο δύναμη του ανθρώπου, προκύπτει ο νόμος του Τάκερ περί ίσης ελευθερίας για όλους. Το όριο της δύναμης του κάθε ενός βρίσκεται σε αυτόν ακριβώς τον εγωισμό. Η πηγή κάθε κοινωνικής νόρμας που βασίζεται στην επιθυμία όλων, είναι η αναγκαιότητα να γίνει αποδεκτή και να τιμηθεί η ελευθερία του καθενός. Οι ατομικιστές αναρχικοί λοιπόν όχι μόνο αποδέχονται συγκεκριμένες κοινωνικές νόρμες, αλλά συχνά τις υπερασπίζονται.

Επομένως, στον αναρχικό ατομικισμό όπως και στον αναρχικό κομμουνισμό, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το τραγικό “ακατόρθωτο” του να επιλυθεί η ασυμβατότητα μεταξύ της απόλυτης ατομικής ελευθερίας και της αναγκαιότητας για μια αρμονική κοινωνία.

Αν ο αναρχισμός αποδέχεται αυτήν την ασυμβατότητα, καταφεύγει στην αρχή που αποτελεί την ιδιαίτερη βάση όλων των θεωριών του : αυτή, της ισότητας μεταξύ όλων των μελών μιας ελεύθερης οργανωτικής δομής. Αν ο αναρχισμός δεν αποδεχτεί αυτό, τότε θα πρέπει να αποδεχτεί άλλες κοινωνικές νόρμες.

Συμπέρασμα.

Το άρθρο αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι ο αναρχισμός δεν αποτελεί ένα φαντασιακό όνειρο αλλά μια πραγματικότητα που δίνει λογική βάση και ρεαλιστική χροιά στην εξέγερση του ανθρώπινου πνεύματος ενάντια στη βαρβαρότητα. Για να είναι κάποιος αναναρχικός δε χρειάζεται να μιλά για μύθους όπως η “απόλυτη και απεριόριστη ελευθερία” ή η άρνηση του καθήκοντος και της ευθύνης. Η αιώνια αντίφαση, η ασυμβατότητα μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, δεν μπορεί να επιλυθεί γιατί οι ρίζες της βρίσκονται μέσα στην ίδια τη φύση του ανθρώπου, στην ανάγκη του για ανεξαρτησία όπως και στην ανάγκη του για κοινωνία.

Ας αποδεχτούμε ανοιχτά ότι ο αναρχισμός αποδέχεται κάποιες κοινωνικές νόρμες. Οι νόρμες μιας ελεύθερης κοινωνίας δεν μοιάζουν ούτε στο πνεύμα ούτε στη μορφή με τους νόμους της σύγχρονης κοινωνίας, της αστικής κοινωνίας, της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ούτε βέβαια μοιάζουν και στα διατάγματα μιας σοσιαλιστικής δικτατορίας.

Οι νόρμες αυτές δεν αποζητούν την απόσχιση του ατόμου από τη συλλογικότητα, ούτε είναι στην υπηρεσία αφαιρέσεων όπως “το κοινό καλό”, για το οποίο πρέπει το άτομο να θυσιαστεί. Οι αναρχικές νόρμες δεν θα αποτελούν ένα χείμμαρο διαταγμάτων μιας.. ανώτερης εξουσίας. Θα προκύπτουν οργανικά από την επαγρύπνιση του πνεύματος που νιώθει μέσα του τη δύναμη της δημιουργίας, τη δίψα για δημιουργική δράση, για την πραγματοποίηση των επιθυμιών του με μορφές οικείες/προσβάσιμες στους ανθρώπους.

Η εγγύηση για αυτή την τάξη πραγμάτων θα είναι η ευθύνη για τη δική μας ελευθερία αλλά και γι’ αυτήν των άλλων. Όπως κάθε κοινωνική τάξη, θα πρέπει να τύχει υπεράσπισης. Οι συγκεκριμένες μορφές της υπεράσπισης αυτής, δεν μπορούν να καταδειχτούν εκ των προτέρων. Θα ανταποκρίνονται στις συκεκριμένες ανάγκες της κοινωνίας τη δεδομένη στιγμή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *