Η Μπογιά.

Ζωντάνεψα τους τοίχους
φωνή τους έδωσα
πιο φιλική να γίνουν συντροφιά..
Κι οι δεσμοφύλακες ζητούσαν να μάθουνε
πού βρήκα τη μπογιά
Οι τοίχοι του κελιού
το μυστικό το κράτησαν
κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού
Όμως μπογιά δε βρήκαν
Γιατί στιγμή δε σκέφτηκαν
στις φλέβες μου να ψάξουν.




 Το ποίημα αυτό του Αλέκου Παναγούλη, γράφτηκε στην απομόνωση των φυλακών Μπογιατίου,  μετά από απόπειρα απόδρασης που έκανε στις 2 Ιούνη του 1971. Κι επειδή δεν είχε μολύβι και χαρτί, το έγραψε με το αίμα του σε ένα πακέτο τσιγάρα…
 Για όλους τους συντρόφους μας που βρίσκονται στα κολαστήρια της δημοκρατίας
ή οποιουδήποτε άλλου καθεστώτος.
 Για όλους-όλες εκείνους που κρατούν ψηλά το κεφάλι βιώνοντας στο πετσί τους την ουσία
του Κράτους, της Εξουσίας, συνεχίζοντας να αγωνίζονται για Αξιοπρέπεια κι Ελευθερία.
Για όλους όσους δε βλέπουν την αλληλεγγύη ως πολιτικό καθήκον ή χριστιανική φιλανθρωπία, αλλά ως συνειδητή επιλογή και συνθήκη ζωής και αγώνα.
Και φυσικά, ενάντια σε αυτούς που είτε ξεχνούν είτε “ξεχνούν” τους φυλακισμένους αγωνιστές.
Μέχρι το γκρέμισμα και της τελευταίας φυλακής, κανείς δε θα είναι ελεύθερος.
Λευτεριά σε όσους είναι στα κελιά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *