Σχετικά με τους σχολιαστές διαδικτυακών καφενείων.

856673_1436892166532407_1215229958_oΤο σχόλιο στις μέρες μας έχει αποκτήσει τη δύναμή του από την επιρροή που ασκεί στο επίπεδο των εντυπώσεων. Έχει τη δυνατότητα να κατευθύνει και να χρωματίζει τις σκέψεις κενών ανθρώπων. Είναι τέτοια η δυναμική του που ακόμα και οι πολιτικοί, τα διάφορα καθεστωτικά μπλογκς και διαδικτυακές σελίδες εφημερίδων, χρησιμοποιούν ψεύτικους σχολιαστές αν χρειαστεί, για να γεμίσουν το μενού που συνοδεύει την είδηση και να στείλουν το μήνυμά τους.

Σιχαίνομαι τους σχολιαστές και ειδικά αυτούς της ψηφιακής πραγματικότητας. Το σχόλιο γι’ αυτούς έχει την έννοια της άποψης. Το ξεστομίζουν πάντα χωρίς να βουτήξουν τη γλώσσα στο μυαλό τους, απλώς γιατί έτσι έχουν μάθει. Το ντύνουν με ιδεολογικά προσχήματα και θεωρίες που βρίσκουν μέσα στα βιβλία ώστε να φανεί ποιοτικό, να δημιουργήσουν εντυπώσεις, να προσπαθήσουν να διαμορφώσουν γνώμες. Σχόλιο και άποψη είναι λέξεις αντίθετες. Το ένα είναι περιστασιακό και ευκαιριακό, κάτι σαν πολλούς παράλληλους μονόλογους, το άλλο είναι ολοκληρωμένη θέση, κατάλληλα επεξεργασμένη ώστε να εμπλουτίσει μια ζωντανή συνθήκη. Στην πραγματικότητα όταν ξεκίνησαν να μιλάνε ή να γράφουν όλοι αυτοί οι σχολιαστές, είχαν στο μυαλό τους ένα απλό πρόσημο συμπάθειας ή αντιπάθειας για το υποκείμενο στο οποίο αναφέρονται, με κριτήρια τα οποία καμία σχέση δεν έχουν με αυτά τα οποία θα εκφράσουν στη συνέχεια. Απλώς πρέπει να τα εκφράσουν σωστά όπως επιβάλει η κοινωνική πραγματικότητα της πολιτικής σοβαροφάνειας, της ολοκληρωμένης άποψης, της απίστευτης βλακείας. Η ουσία του πράγματος είναι ότι όλοι αυτοί είναι κάτι σαν τις πορδές, άλλες φορές ευχάριστες με το μορφή της ανακούφισης, άλλες φορές δυσάρεστες, ενοχλητικές και προσβλητικές. Όπως και να ‘χει δεν παύουν να σέρνουν πίσω τους μπόχα. Για να μην παρεξηγηθώ, ο σχολιαστής για μένα είναι ιδιότητα υπεράνω πολιτικών ταυτοτήτων. Μπορεί να είναι σοσιαλιστής ή νεοφιλελεύθερος, δημοκράτης ή φασίστας, αναρχικός ή κομμουνιστής. Ένας αργόσχολος άνθρωπος θα απαντήσω σε κάποιον αν με ρωτήσει, και ας ρισκάρω να ρίξω τις μετοχές μου στο χρηματιστήριο της πολιτικής ευγένειας, εκεί όπου όλα ειπώνονται με τρόπο.

Έχοντας έναν συγκεκριμένο ατομικό προσδιορισμό οι πιο ενοχλητικοί για μένα είναι οι τελευταίοι, για έναν απλό λόγο: απλώς παριστάνουν κάτι που δεν είναι. Η μέρα τους προβλέψιμη και μονότονα βαρετή, ξυπνάν το πρωί και ανοίγουν τον υπολογιστή αναζητώντας ένα καυτό κινηματικό νέο για να ασχοληθούν με αυτό, ξεκινάν να χτυπούν τα πλήκτρα με αυθάδεια και έπαρση, γράφοντας ένα κατεβατό από μπούρδες με το περιτύλιγμα της πολιτικής άποψης ή της κριτικής. Σε χρόνο μηδέν κι άλλοι αργόσχολοι τυπάδες σαν αυτούς μπαίνουν στο χορό και τα αίματα ανάβουν, δημιουργούν μια ψηφιακή ένταση βάζοντας φωτιές μέσα από τα πλήκτρα του υπολογιστή τους, και η διαδικτυακή ονείρωξη δεν έχει τελειωμό. Συμμετέχουν σε ψηφιακές επαναστάσεις, τσακώνονται για το τί θα γίνει την ημέρα που τα κράτη δε θα έχουν πια καμία εξουσία, πνίγουν στο αίμα τους εχθρούς τους και μετά ανακατεύουν το φλυτζάνι του καφέ τους με τη δολοφονική ηρεμία του δήμιου που ετοιμάζεται να αποκεφαλίσει το επόμενο θύμα του, ή μάλλον με την ηρεμία ενός ανθρώπου η αποφασιστικότητα του οποίου φτάνει μέχρι κάποιο μπαρ στην περιοχή των Εξαρχείων. Εκεί όπου θα ακούσει μπόλικες επαναστατικές ιστορίες φτιάχνοντας έτσι στον εαυτό του την εντύπωση ότι έχει κάποιο ρόλο, κάποια θέση σε όλα αυτά. Στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένας σχολιαστής- κάτι σα ρεπόρτερ που θα ακούσει, θα δει και μετά θα σχολιάσει, χωρίς (κατά κανόνα) να έχει συμμετάσχει ποτέ σε τίποτα. Από τη θέση του θεατή, εκεί όπου οι ιδέες παραμένουν καθαρές και προσεγμένες στα ράφια των ιδεολογικών σουπερμάρκετ. Όμως οι ιδέες διαμορφώθηκαν μέσα απο πράξεις και όσο πιο ισχυρές ήταν αυτές τόσο πιο μεγάλη επιρροή άσκησαν και οι ιδέες. Ψιλά λόγια για τον τυφλοπόντικα σχολιαστή που μόλις κατάφερε να αποστηθίσει κάποια τσιτάτα του Μπακούνιν, του Μαρξ ή του Φεραλ Φον, ανάλογα με τον ιδεολογικό του προσανατολισμό. Ετσι αυτός ο πραγματικά ενοχλητικός μπάσταρδος, γυρνώντας σπίτι του το βράδυ θα ανοίξει τον υπολογιστή για να συνεχίσει τον πόλεμο αντιπαραθέσεων που έχει ξεκινήσει, τώρα αισθάνεται πιο σίγουρος για τις απόψεις του αν και σαν αναρχικός απεχθάνεται τις αυθεντίες, άκουσε με μεγάλη προσοχή οτι το υποκείμενο το οποίο σχολιάζει είναι μαλάκας σύμφωνα με τα ιερατεία των ιερών αγελάδων του “χώρου” μας. Για την ακρίβεια το μαλάκας είναι η εντύπωση που του σχηματίστηκε. Όπως γίνεται πάντα το μαλάκας στο χώρο μας έχει ένα πολιτικό λεξιλόγιο που μπορεί να τον χαρακτηρίζει; “εξουσιαστικές τάσεις”, “πολιτικάντης”, “οπορτουνιστής”.

Φυσικά όλα αυτά υπάρχουν και με το παραπάνω – δεν έχει κανείς την εντύπωση ότι ζούμε σε έναν κόσμο αγγελικά πλασμένο, απλώς η ύπαρξή τους έχει γίνει το όχημα, ώστε ο καθένας να μπορεί να εκφράσει μια τέτοια θέση για τον οποιονδήποτε. Εξ άλλου αναρχικοί είμαστε, ελευθερία γνώμης έχουμε, μπορεί ο καθένας να λέει ότι θέλει. Επίσης ο σχολιαστής εκτός από το πολιτικό του ενδιαφέρον, όλως τυχαίως έμαθε για τις σεξουαλικές συναναστροφές, τα τσιγάρα που καπνίζει, τα ποτά που πίνει, τη μηχανή που οδηγάει το υποκείμενο που σχολιάζει, ενώ βάζω ένα παρελθοντικό χρόνο στα ρήμματα αν μιλάμε για κάποιον φυλακισμένο. Πλέον ο σχολιαστής έχει αρχίσει να αισθάνεται ότι αναπτύσει μια προσωπική σχέση με το υποκείμενο, μια σχέση άλλοτε αγάπης και άλλοτε μίσους. Εξ άλλου ξέρει τόσα πολλά πια γι’ αυτόν. Σβήνοντας το φως του δωματίου του πριν πέσει για ύπνο, ο σχολιαστής μας έχει υπερκαλύψει όλα τα κόμπλεξ κατωτερότητας που τον διακατέχουν, έχει καταφέρει να θάψει την ανυπαρξία του κάτω από το χαλάκι των πολιτικών διαφωνιών, και πάνω απ’ όλα έχει μια άποψη για τα πάντα. Ίσως κάποια στιγμή στη νύχτα σηκωθεί για να ελέγξει αν οι “πολιτικές του θέσεις” έχουν σχολιαστεί από κάποιους άλλους στο διαδικτυακό τρενάκι των αργόσχολων, που εξακολουθούν και επιμένουν να μας βρωμίζουν τον αέρα με την ύπαρξή τους – όπως οι πορδές έτσι κι αυτοί. Λύση προς το παρόν δεν έχει βρεθεί οπότε τουλάχιστον ας γνωρίζουν ότι αποτελούν μια βρωμερή κένωση που σέρνεται πίσω από ένα σύμπλεγμα θέσεων, απόψεων και πρακτικών, πραγματικών ανθρώπων που κάνουν επιλογές, αγωνίζονται και ζουν στην πραγματική ζωή. Εκεί που κάποιοι ματώνουν ενώ οι σχολιαστές συνεχίζουν να πίνουν μπύρες. Αυτή είναι η δική μου επώνυμη αλήθεια.

A-politiko.

Για τα 25 χρόνια από την εκτέλεση του Μπακογιάννη.

παμπακ

26/9 . Σαν σήμερα η Ε.Ο. 17Ν εκτέλεσε τον Παύλο Μπακογιάννη.
Σαν σήμερα πριν 25 χρόνια, κάποιοι, ένοπλοι αντάρτες, με τις όποιες κι όχι ασήμαντες διαφορές που έχουμε πολιτικά, επέλεξαν να δώσουν μια δυναμική απάντηση, ένα καίριο χτύπημα στην σιχαμένη αντίληψη της «εθνικής συμφιλίωσης».
Ο εμφύλιος ξεθώριασε, η χούντα πέρασε, η σκατοκρατία αποκαταστάθηκε, και κάπως έπρεπε να καναλιζαριστεί η όποια πιθανή ανάφλεξη αντίστοιχων «παθών», ιδιαίτερα σε μια περίοδο επερχόμενης ανάπτυξης.
Τί πιο αποτελεσματικό από την συμφιλίωση? ομορφη λέξη. αγάπες και λουλούδια, συγχώρεση, μεγαλοψυχία, το κκε πλέον νόμιμο χρόνια πριν, όλα βολικά.
Πέρα από αυτά,το καλοκαιρι του 89 μορφοποιήθηκε μια ακόμα πτυχή της ..εθνικής συμφιλίωσης, η κυβέρνηση τζανετάκη. Για τους πασόκους ήταν το βρώμικο 89, στην ουσία το στρώμα που έστρωσαν οι ίδοι να κοιμηθούν. Για το κκε ήταν μια συμμαχία με το διάβολο που λεγε κι οΧαρίλαος για να έρθει η κάθαρση. για το τότε κόμα της αριστεράς και της προόδου, ήταν απλά ξεβράκωμα. Διάχυτη η προσπάθεια να πειστεί ο «γλαρωμένος γίγαντας» λαός ότι πρέπει να τελειώνουν τα μίση κι ότι αυτά μας πάνε πίσω σαν έθνος και λαό.
Αφού λοιπον τα κοινωνικά εργατικά κι άλλα κινήματα της εποχής, υστερούσαν σε ανατρεπτική/επαναστατική ανάλυση και πρακτική,όντας πάνω στη θολούρα των νέων εξελίξεων, κάποιοι αποφάσισαν να δράσουν.
Και το έκαναν. Με τις όποιες ενστάσεις μπορεί ο καθένας να έχει για τις οπτικές και τις θέσεις τους. ήταν όμως εκεί, και πήραν τα ρίσκα τους. Ήταν εκεί και κάναν κάτι που θα θέλαν πολλοί να κάνουν. Κι έπρεπε να γίνει. Και πρέπει να γίνεται οτιδήποτε στέλνει στο παρελθόν τους φορείς της εθνικής συμφιλίωσης. Καμία ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει όσο υπάρχει κράτος. Καμία δικαιοσύνη όσο υπάρχουν εξουσίες. Καμία ισότητα όσο υπάρχει καπιταλισμός. Μόνο με πόλεμο αλλάζουν αυτά. Άλλωστε το λέει το τραγούδι «από στόμια βγαίνει η δύναμη όχι απο στόματα» τελεια και παύλα.

υ.γ. το λέγαμε τότε , το λέμε και τώρα : σκατά στον τάφο του κάθε μπακογιάννη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΡΑΜΠΟΥΚΝΙΤΕΣ ΣΤΟ ΒΟΛΟ…

Δε χρειάζεται να ειπωθούν πολλά για τις νοοτροπίες των κόκκινων φασιστών της κνε.
Ούτε πχ για το ρόλο τους σε καταλήψεις (πχ Χημείο), πορείες (πχ Πολυτεχνειο ’98), εξεγερτικά γεγονότα (πχ προβοκατορολογία κτλ), περιφρούρηση κοινοβουλίου (σε προ διετίας πορεία), κ.α.
Ίσως ούτε καν για το κόμμα/εργοδότη (πχ απολύσεις στον 902). Είναι όλα γνωστά σε όποιον/α σηκώνεται συχνά-πυκνά από τον καναπέ και συμμετέχει στα “κοινά”. Κι αν κάποιος δεν τα βλέπει, έιναι βλάκας, κνίτης ή και τα δύο.
Θα σταθώ μόνο στο πρόσφατο παράδειγμα τραμπουκισμού τους στο Βόλο. Όχι σαν παράπονο ή κλάψα, όχι για να δειχτεί τι κακοί και αυταρχικοί που είναι. Αλλά για να μην ξεχνάμε ούτε στιγμή τί αντιπροσωπεύει αυτός ο άθλιος κομματικός μηχανισμός. Για να μην ξεχνάμε ότι η στάση τους στους αγώνες των εργατών που τόσο θωπεύουν λεκτικά, είναι φυσικό αποτέλεσμα τους πώς αντιμετωπίζουν την ίδια τη ζωή σε κάθε πτυχή και έκφανσή της. Να μην ξεχνάμε ότι μια κόκκινη σημαία και ένα χαμηλό είσοδημα δεν κάνουν κάποιον έστω και εν δυνάμει σύμμαχο.
Πρόσφατα λοιπόν, το ιερατείο του Περισσού -ή και περιττού- έβγαλε μια ανακοίνωση ενάντια στο σύμφωνο συμβίωσης όταν αφορά ομόφυλα ζευγάρια και στο δικαίωμα αυτών να υιοθετούν παιδί. Φαίνεται, η αξιοπρέπεια κι η ποιότητα των ανθρώπων, κρίνεται από το φύλο και τις ερωτικές επιλογές τους. Παιδί με δυό μπαμπάδες ή με δυό μαμάδες δε νοοείται. Άλλωστε ο πατερούλης , ο φιντέλ και άλλα εικονίσματα, το έλυναν συνοπτικότατα το ζήτημα: Φυλακή, ξύλο περιθωριοποίηση.
Σαν μια πρώτη αντίδραση, βγήκαν δύο σατυρικά αυτοκόλλητα τα οποία και παραθέτω εδώ, αναδεικνύοντας το θέμα. Καυστικά, δηκτικά, ενοχλητικά, αθυρόστομα. Αλλά με άποψη. Όχι με επίκληση στην κοινή κινηματική λογική ώστε να προβληματιστούν ίσως οι κνίτες και να βάλουν μυαλό (τέτοιες αυταπάτες έχουν ψοφήσει χρόνια τώρα). Αλλά με ένα σκεπτικό που λέει ότι αυτοί οι νεκροθάφτες ανθρώπων και αγώνων, αυτά τα όρθια κόκκινα ντουβάρια, έχουν τόση σχέση με ο,τιδήποτε απελευθερωτικό, όση και η Λωζάνη με την Κοζάνη. Φαινομενική.
Τα αυτοκόλλητα αυτά κολλήθηκαν σε διάφορα σημεία της πόλης του Βόλου, και φυσικά κολλήθηκαν και στην είσοδο των γραφείων του κώματος. Αυτό προφανώς ενόχλησε, και μάλιστα πολύ, τα δίποδα απόβλητα του Στάλιν. -Μα τόσο θράσος πια? Τέτοια ασέβεια προς το ιστορικό κόμμα του λαού?
Η απάντηση στην βάρβαρη αυτή δράση των αυτοκόλλητων ήταν άμεση και δραστική. 5 κνίτες της πόλης, 5 νέοι γεμάτοι με όρεξη για αγώνα και ανατροπή, 5 πιστοί πατριώτες, κινήθηκαν την Τετάρτη το μεσημέρι προς κατάστημα όπου καθόταν ο “δράστης”, με απειλητικές διαθέσεις. Ο τσοπάνης του εν λόγω κοπαδιού, λίγο πιο θρασύς, ήταν μάλλον και ο μόνος που ήξερε να μιλάει. Μπήκε κραδαίνοντας ένα κομματικό αυτοκόλλητο (βαρύ ωσάν πυρότουβλο) και έφτασε σε απόσταση αναπνοής:
-θα σ αρέσει ρε να σου κολλήσω κι εγώ το αυτοκόλλητο στη μάπα?
-εγώ σε τοίχο το έβαλα, εκτός αν η μάπα σου είναι ντουβάρι /η απάντηση.

-Τί νομίζετε ότι κάνετε ρε κωλόπαιδα και κολλάτε αυτά? Νομίζετε ότι είναι αστείο?
-Ας μη βγάζατε τέτοιες ανακοινώσεις να μέναμε ήσυχοι /η απάντηση.

-Σε είδα ρε που τα κόλλησες, και σ έχω ξαναπροσέξει, να ξέρεις ότι θα σ έχουμε υπόψη μας και να προσέχεις. Άμα ξανακάνεις μαλακία …εδώ είμαστε.
-Ωραία και τί θα κάνεις, θα βαρέσεις? Ή μήπως θα με γαμήσετε κι όλας? Αν βέβαια το επιτρέπει το κόμμα/η απάντηση.

-Κάνουμε και χιούμορ ρε? Μαζέψου γιατί θα μας δεις αλλιώς. Εντάξει… αγαπούλα?
-Ανταποδίδω, και να ξέρεις ότι η πόλη είναι μικρή και όλοι είναι γνωστοί. Έτσι κι απλώσεις χέρι δε θα είμαι εγώ που θα μετανιώσω.
Αυτά είναι κάποιοι ενδεικτικοί από τους διαλόγους που εκτυλίχθηκαν κατά τα 5 λεπτάκια της επίσκεψης από τους κνίτες. Η οποία, πέρα από τη λεκτική ένταση περιείχε και μια λάητ σωματική επαφή – δυστυχώς μείναμε στις υποσχέσεις… Πέρα λοιπόν από το ότι έγιναν ρόμπα στον κόσμο που βρισκόταν εκεί, απέδειξαν ότι η απόσταση από τα μέλη/στελέχη τους ως την κορυφή του κκε είναι μηδενική. Όσο βρωμάει το κεφάλι βρωμάει και το υπόλοιπο ψάρι.
Κι επί του συγκεκριμένου θέματος των αυτοκόλλητων δυο λόγια.
Χαλινάρι στις επιθυμίες κάποιου και το πώς θα διαθέσει το κορμί του, δε θα βάλει κανένα κόμμα, καμία θρησκεία, καμία ιδεολογία. Το φύλο του συντρόφου που επιλέγει κάποιος θα το καθορίσουν οι δυο τους και κανένα π.γ. ή κ.ε. ή κάποιος/α γ.γ. Αν τα λοβοτομημένα μπατσάκια του περισσού θεωρούν περιθώριο και ίσως μίασμα τους γκέη, τις λεσβίες, τις τρανς, δεν είναι δικό τους πρόβλημα – είναι δικό μας που τους ανεχόμαστε. Όταν μάλιστα βγάζουν ξετσίπωτα προς τα έξω αντίστοιχο λόγο και πρακτικές, τότε η η θιγμένη μας αξιοπρέπεια ενδέχεται να αντιδράσει ποικιλότροπα…
Το περιεχόμενο των κομματικών ευαγγελίων, όχι μόνο δεν είναι προς ακολούθηση από ανθρώπους που λένε ότι αγωνίζονται ενάντια στην κρατική και καπιταλιστική κυριαρχία, αλλά πρέπει να πολεμιέται με κα΄θε ευκαιρία. Η πανούκλα του σταλινισμού, είναι εχθρική προς κάθε τί που σκέπτεται και δρα ελεύθερα και αυτόνομα. Ως τέτοια οφείλει να αντιμετωπίζεται, με το λόγο και τις πράξεις.10533454_546888738774181_609893934163128255_n

Περί μηδενισμού και άλλων δαιμόνων…(με αφορμή κείμενο που ανέβηκε πρόσφατα σε μηδενιστικό μπλογκ

63
Πολύς ο λόγος εσχάτως για το μηδενισμό. Προφανώς όχι γενικά στην …κοινωνία, αλλά στα πλαίσια του α/α χώρου και κατά κύριο λόγο σε αυτόν του αθηναϊκού κέντρου.
Καταδικαστική κατά κανόνα η ετυμηγορία των αναρχοδικείων, του αποδίδει την ευθύνη για τα όποια κουτσά, στραβά κι αναποτελεσματικά του χώρου, καθιστώντας αυτόν και τους –κάθε μορφής- εκφραστές του συλλογικά , αποδιοπομπαίους τράγους. Τον χρησιμοποιεί , μέρος των α/α, ως χαλάκι κάτω από το οποίο κρύβει τα προβλήματα του, αντί να αντιμετωπίσει κατάματα και να τα καταπολεμήσει.
Φυσικά και αναντίρρητα κανείς δεν είναι τέλειος, άμεμπτος και αλάνθαστος. Κάθε ένας και μία από εμάς, κάθε ομάδα , κατάληψη, οργάνωση, κάνει και λάθη, άλλοι λίγα άλλοι πολλά, άλλοι ασυνείδητα άλλοι συνειδητά. Υπάρχουν όμως κάποιες βασικές αξιακές σταθερές που στη συγκεκριμένη περίπτωση καταστρατηγούνται αν όχι κατακρεουργούνται. Κι αυτό συνοδεύεται από συμπεριφορές και πρακτικές που μόνο πολύ περιληπτικά θα αναφερθούν στο παρόν κείμενο – η ουσία άλλωστε πρέπει να αναλύεται κυρίως στην καθημερινή ζωή και δράση κάποιου/ας, όχι απλά σε μια κόλα χαρτί.
Διαχωρισμός. Η επιθυμία για κάτι τέτοιο αρχικά και μόνο πατάει σε κάτι υγειές. Εννοείται πως το «όλοι μαζί» αυτή η οριακά ανόητη φαντασιακή ενότητα έχει πεθάνει εδώ και χρόνια. Μόνο που δε θάφτηκε όσο βαθιά θα έπρεπε και η δυσωδία της αναδύεται ακόμη κατά καιρούς. {Η όποια ενότητα, οφείλει να βασίζεται σε ειλικρινείς προθέσεις και καθαρές εξηγήσεις και όχι σε ευκαιριακές και θολές συνεργασίες κα συμμαχίες}. Η ουσία όμως δε βρίσκεται στο να μετατραπεί αυτό σε μονομανία και αυτοσκοπό, αλλά να γίνει με όρους που θα βοηθήσουν τον αγώνα μας κι εμάς τους /τις ίδιους/ες, να πάμε ατομικά και συλλογικά μπροστά.
Είναι άλλο να κατακρίνει κανείς , όσο σκληρά κι αν το κάνει, νοοτροπίες και πρακτικές έχοντας πολιτικό υπόβαθρο κα στόχευση και άλλον να δαιμονοποιεί συλλογικά τάσεις ή κομμάτια α/α. Κομμάτια μάλιστα που συμφωνούμε ή διαφωνούμε, υπήρξαν πάντα ζωντανά κομμάτια της αναρχικής επαναστατικής ιστορία. Η αναρχική ιστορία άλλωστε, γράφεται πολυμορφικά και όχι μονοτασικά, κι εκεί είναι η ομορφιά της… όσο τη μικραίνουμε τόσο την φτωχαίνουμε.
Η πρεμούρα λοιπόν για …αποκήρυξη από μικρή μερίδα ατόμων σημαίνει απλά ότι το «αγνό» αγωνιστικό προσωπείο ξεπλένει το μαύρο λεκέ που του χαλάει το αποτέλεσμα της κρέμας κοινωνικού προσώπου που με τόσο κόπο κι αριστερόστροφη αγωνία κατασκεύασε. Έτσι η κατά κανόνα φοβισμένη κοινωνία θα μπορέσει να προσεγγίσει – ο σκύλος δε δαγκώνει αδιάκριτα… Και τα μικροσυλλογικά καβούκια μας θα κλείσουν ακόμα πιο ερμητικά, θα διωχτούν τα φαιδρά βαρίδια από το στιβαρό κινηματικό μας αερόστατο.
Μέσα λοιπόν στο θεόστραβο αυτό γιαλό, κάποιοι έρχονται ν’ αρμενίσουν εξίσου στραβά αλλά από την άλλη μπάντα. Έρχονται να βγάλουν τα μάτια τους από μόνοι τους αδιαφορώντας ή αγνοώντας επιδεικτικά για το ότι βγάζουν και μάτια άλλων.
Για τον γράφοντα, ο μηδενισμός είναι φιλοσοφικό ρεύμα, στάση-μα όχι τρόπος- ζωής, και πολύ χρήσιμο αναλυτικό εργαλείο. Αλλά μέχρι εκεί. Απέχει αφάνταστα από το να αποτελεί μια ακόμη πολιτική ιδεολογία, ένα ακόμη σιδερόφραχτο δόγμα, που υπεροπτικά και με περίσσεια θα κατακεραυνώνει ανελέητα τους πάντες και τα πάντα. Απέχει όμως εξ’ ίσου και από το να αποτελεί στέγαστρο και «ορμητήριο» λογοτεχνιζόντων διανοούμενων, ποιητών του τίποτα και του πουθενά.
Αν δηλαδή ο φορέας του δε βάζει το χέρι κι όχι μόνο στη φωτιά, μετατρέπεται μέσα από τη συνειδητή ή όχι υποκρισία του ε μηδενικό πιθανότερο και όχι σε μηδενιστή. Προσβάλλει την ιστορία του ίδιου του μηδενισμού γενικότερα αλλά και πιο συγκεκριμένα του αναρχικού μηδενισμού. Αυτού που ποθεί να ισοπεδώσει τον παλιό κόσμο κι όχι τον κόσμο γενικά. Που αποτελεί την ολική άρνηση των κυρίαρχων ηθών κα αξιών και όχι όλων των αξιών.
Αυτού που κατανοεί ότι οι λύκοι ούτε ήταν, ούτε είναι, ούτε και θα γίνουν ποτέ μοναχικοί αλλά ζουν και θα ζουν σε αγέλες. Γιατί το Εγώ που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τις συνθήκες γύρω του ψάχνει κι άλλα Εγώ ώστε να χαράξουν μαζί και παράλληλα το δρόμο για την ελευθερία και τον αυτοκαθορισμό αυτού και όλων, για την Αναρχία. Δεν οχυρώνεται πίσω από πομπωδέστατους βερμπαλισμούς, πάνω από πληκτρολόγια και στο πλάι της επιτηδευμένης μελαγχολίας. Μισεί αλλά όχι τυφλά, αγαπά αλλά όχι χριστιανικά, αγωνίζεται αλλά όχι δογματκά. Κι έχει πείσμα, πάθος κι επιμονή.
Υ.γ. Όσο αφορά το κομμάτι στο κείμενο όπου ασκείται «κριτική» στη Νέα Αναρχία, δύο μόνο λόγια. ΔΕΝ είναι θέμα ταύτισης, απόλυτης συμφωνίας ή οπαδικής υποστήριξης στους συντρόφους της Σ.Π.Φ. –δε θα μπορούσε άλλωστε. Η όποια κριτική όμως, για να θεωρείται σοβαρή θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να έχει απτές και συμπαγείς βάσεις και όχι λόγια του αέρα. Και θα πρέπει να συμπορεύεται με την πράξη αν δε θέλει να απορρίπτεται εξ’ αρχής ως αβάσιμη, ανούσια κι αδιέξοδη. Εκτός αν αδιαφορεί για την ουσιαστική προώθηση απελευθερωτικών σχέσεων, ιδεών και πρακτικών και στοχεύει απλά στην αυτοανύψωση του αφηρημένου αλλά και θεοποιημένου εγώ, μέχρι τις απομακρυσμένες από τα πάντα βουνοκορφές της άρνησης, ιερής, άνυδρης και αυτοαναφορικής.
Κρίνοντας πάντα υποκειμενικά, η Ν.Α. δεν διεκδίκησε ποτέ άλλωστε το αλάθητο, δεν πλασαρίστηκε ως νέο δόγμα, δε μίλησε αβάσιμα και αφηρημένα-αν μη τι άλλο. Με τα όποια λάθη ή υπερβολές, τις καλές και κακές επιλογές, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε τη συνεισφορά της στον Αγώνα για ατομική και συλλογική Ελευθερία.
Κι αν για κάποιους αυτά είναι λίγα ή λάθος, η συνεισφορά με ποιότητα και ειλικρίνεια, η βουτιά στην πράξη, είναι προτιμότερη και πιο αποτελεσματική από την αφ’ υψηλού και σαλονιού «κριτική».
Αυτά προς το παρόν, και η πρό-σ-κληση για δημιουργική συνέχεια διαλόγου και αλληλεπίδρασης, είναι ανοιχτή.
A-politiko.

Η άτακτη ανταρσία.

65Δεν έχει νόημα να προσπαθείς να διδάξεις να μιλάει σε κάποιον που δεν έχει γλώσσα. Δεν έχει νόημα να φοβάσαι τα ουρλιαχτά και τις ριψοκίνδυνες κινήσεις. Δεν έχει νόημα να προτείνεις διαμεσολαβήσεις σε κάποιον που θέλει το αδύνατο. Δεν έχει νόημα να ικετεύεις για ελευθερία αυτόν που επιβάλλει τη σκλαβιά…

Οι βάρβαροι ας ορμήσουν, ας ακονίσουν τα μαχαίρια, ας αρπάξουν τα τσεκούρια και ας χτυπήσουν ανελέητα τους εχθρούς τους. Το μίσος ας αντικαταστήσει την ανοχή, η λύσσα ας αντικαταστήσει την παραίτηση, η προσβολή ας αντικαταστήσει το σεβασμό.

Οι βάρβαροι ας εξαπολύσουν -αυτόνομα και με τους τρόπους που επιθυμούν- την έφοδο και μετά το πέρασμά τους ας μη φυτρώσει ποτέ πια κανένα κοινοβούλιο, πιστωτικό ίδρυμα, σούπερ μάρκετ, στρατόπεδο, εργοστάσιο.

Ενώπιον του τσιμέντου που χαστουκίζει και της μόλυνσης που ρυπαίνει τον ουρανό μπορούμε να πούμε, μαζί με τον Dejacque, πως «Αυτήν τη φορά οι Βάρβαροι δε θα φέρουν στον κόσμο τις στάχτες αλλά το φως».

Από την μπροσούρα «Βάρβαροι» των εκδόσεων Τζεντάι. Αθήνα 2005.

 

Με αφορμή την ερτ, ένας σύντομος και μερικός προβληματισμός.

Υπάρχει κανείς που να μην κατάλαβε ακόμη τη διαφορά του «κρατικού» με το «δημόσιο»?
Υπάρχει κανείς που εξακολουθεί να πιστεύει έστω και με το ζόρι, πως ο,τιδήποτε ανήκει στο κράτος ή τους δήμους , μπορεί να λογιστεί ως δημόσιο? Ότι δηλαδή είναι κάτι που όποιος επιθυμεί μπορεί να έχει σε αυτό άμεση και ελεύθερη πρόσβαση και χρήση?
Θεωρεί κανείς ότι υπάρχει οποιουδήποτε είδους ελπίδα για κάτι αν όχι καλό τουλάχιστον καλύτερο, από την παρούσα κοινωνία ?
Αν η βλακεία είναι ανίκητη, έχουμε πολύ πείσμα και θα φάει τα μούτρα της μ’ εμάς.
Μόνο με την καταστροφή του κράτους και του κεφαλαίου, και την οικοδόμηση νέων σχέσεων και δομών μπορούμε να πάρουμε πίσω τις ζωές μας – να τους δώσουμε το νόημα που θέλουμε να έχουν.
Κι αυτό απαιτεί κάθε μα κάθε δυνατό μέσο.

Χαοτικά Μανιφέστα – του Feral Faun

Παραθέτω το λινκ για το αρχείο του πολύ σημαντικού και ιδιαίτερου αυτού έργου του Feral Faun.  Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεώτεροι..γιατί το χάος δεν είναι ένα μπάχαλο, ούτε ένα μπάχαλο φέρνει το χάος…

http://www.anarxeio.gr/files/pdf/DaimonTupografeiou_FeralFaun_Xaotika-manifesta_1995-04_BR.pdfχαος

Προβοκάροντας τα δίκια του λαού…

Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από εδώ : http://diskordia.squat.gr/2013/01/30/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%B1-%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%8D/

63

Εδώ και αρκετό, υπό το πρίσμα της κοινωνικής στροφής (ή ανοίγματος) των αντιεξουσιαστών, έχουν ξεσπάσει συζητήσεις επί συζητήσεων σχετικά με την ιδεολογική περιχαράκωση, τις ελιτίστικες νοοτροπίες… Το πρόβλημα που εντοπίζουμε είναι ότι στο όνομα αυτής της απεύθυνσης αρκετές φορές ο λαϊκισμός βαφτίζεται διαλλακτικότητα και κάθε τιεπαναστατικό ελιτισμός.
Αρχικά, τοποθετώντας τον εαυτό μας ενάντια στο κράτος, το κεφάλαιο αλλά και τις σχέσεις εξουσίας που διέπουν το κοινωνικό σύνολο (ρατσισμό, σεξισμό, κανονικότητα κτλ.) αναγνωρίζουμε πως είμαστε μια αισχρή μειοψηφία. Δεν είμαστε όμως ούτε η πεφωτισμένη μειοψηφία, ούτε οι γαμάτοι της πόλης που πρέπει να διδάξουν τους υπόλοιπους. Η σημαντική διαφορά με τις όποιες πρωτοπορίες είναι ότι αυτές θέτουν τον εαυτό τους ως τέτοιο, ψάχνουν ακολουθητές και αυτόματα αναπαράγουν την ιεραρχία. Τέτοιες πρωτοπορίες συναντάμε συχνά στην επαναστατική ιστορία, και με κάθε ευκαιρία τις πολεμάμε. Η πιο κλασσική είναι η κομματική πρωτοπορία και ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός του Λένιν, μια αυτόκλητη κλειστή γκρούπα που θα σώσει την εργατική τάξη, εν ονόματι της αλλά με την ίδια σε ρόλο θεατή (άντε στην καλύτερη σε ρόλο υπαλλήλου). Μία πιο μιλιταριστική εκδοχή είναι η ένοπλη πρωτοπορία, το ένοπλο κόμμα με πιο αιρετικές λενινιστικές αναφορές (π.χ. 17 Νοέμβρη). Με άλλα λόγια, όταν πράττεις στο όνομα ενός συνόλου (εργατική τάξη, λαός) χωρίς να συμμετέχει το σύνολο παίρνεις τον ρόλο του μεσσία.
Η μειοψηφική μας δράση δεν γίνεται στο όνομα κανενός πέρα από τους εαυτούς μας και τους εκάστοτε συντρόφους μας, ασχέτως αν στοχεύει σε μια καθολική απελευθέρωση. Ο καθένας μπορεί να συμπράξει με μας, να μας κριτικάρει, να κάνει κάτι διαφορετικό το οποίο θα μας εμπνεύσει να εξελιχθούμε. Είναι σαφές ότι δεν ψάχνουμε κανένα ποίμνιο, αυτή είναι και στην ουσία η αυτοργάνωση. Εν ολίγοις πρωτοπορία δεν σε καθιστούν από μόνα τους τα μέσα σου (βίαια ή μη), ούτε το πόσο θίγει ο πολιτικός σου λόγος το κοινωνικό σύνολο.
Η διαμάχη αυτή οξύνθηκε με ορόσημο το κίνημα των πλατειών. Ένας εθνικός όχλος θίχτηκε από τον αντίστοιχο Ισπανικό («Κάντε ησυχία μηνξυπνήσουμε τους Έλληνες»), και οι μικροαστοί έβαλαν τα καλά τους (τα λάβαρα και την
αγανάκτηση) για να καταλάβουν τις πλατείες. Δεν θέλουμε να στηλιτεύσουμε όσους πήγαν στις πλατείες για την οποιαδήποτε παρέμβαση, αλλά αυτούς που έγιναν «ένα με τον κόσμο», και ακόμα εκθειάζουν τον «Ιούνη της άμεσης δημοκρατίας». Στην καλύτερη περίπτωση, όποιος είδε τους Αγανακτισμένους σαν ελπιδοφόρο κίνημα, τοποθέτησε την ταξική-οικονομική σχέση σαν κεντρική απέναντι στις άλλες (δηλαδή αφού αντιδρούμε όλοι μαζί ενάντια στο μνημόνιο, στην άκρη ο πατριωτισμός, η ξενοφοβία, η ομοφοβία, κλπ). Βέβαια, επειδή ούτε καν ταξικά χαρακτηριστικά δεν πήρε η Πλατεία, παρά μόνο μια θολή εναντίωση στους πολιτικούς και τους πλούσιους, κυρίως τους ξένους, η παρακαταθήκη της είναι η ενίσχυση της ακροδεξιάς (Χρυσή Αυγή, ΑΝΕΛ, ΕΠΑΜ από την πάνω πλατεία), το κινηματικό άλλοθι της αριστεράς (κάτω πλατεία) και μια φαγούρα για μαζικότητα από πλευράς αρκετών αντιεξουσιαστών.
Ένα χρόνο μετά τους Αγανακτισμένους, η άνοδος της Χρυσής Αυγής έδωσε ένα επιπλέον κίνητρο στο λαϊκισμό, «να μην αφήσουμε τον κόσμο που είναι απελπισμένος στα χέρια των φασιστών». Το μούδιασμα ενός πολιτικού χώρου μπροστά στις αναπάντεχες εξελίξεις, έριξε τα προσχήματα και είδαμε πρωτοφανής κινήσεις: συμμετοχή σε διαμαρτυρίες ενάντια στους επίσημους στις παρελάσεις (η παρέλαση δεν μας πειράζει, ούτε ο στρατός, μόνο οι επίσημοι), αντιγερμανική διαδήλωση ενάντια στην έλευση της Μέρκελ (πατριωτική φιέστα όπου συνυπάρχουν ΟΥΚάδες, ακροδεξιοί και αριστεροί, αντιεξουσιαστές(?), με το συνοδευτικό μπάχαλο), και γενικά μια ξεκάθαρη αποστροφή σε καυστικά συνθήματα που κάποτε δονούσαν τις πορείες των αναρχικών, με αντίστοιχα αυξημένη ανεκτικότητα σε ελληνικές σημαίες, μάτσο φρασεολογίες, συμπόρευση με το ΕΠΑΜ…

Το δια ταύτα (σκέψεις από τον ιδεολογικό μας θρόνο)

Θα κάνουμε εδώ μια αναφορά στο αρχαιοελληνικό κόσμο, να αγγίξουμε κι εμείς τον μπάρμπα-Γιώργο που του έκοψαν τη σύνταξη (sic!). Ο ιδιώτης στην αρχαία Αθήνα, δηλαδή αυτός που δεν ασχολείται με τα πολιτικά (σε οποιαδήποτε μορφή) ήταν ο βλάκας που κανένας δεν θα λογοδοτούσε σ’ αυτόν για τα πολιτικά ζητήματα. Κι επειδή ανέκαθεν οι πλειοψηφίες παρατηρούσαν την ιστορία από τους καναπέδες τους (και τα αντίστοιχα έπιπλα του παρελθόντος), νιώθουν ανασφάλεια σε όποιον τους προτείνει να αυτενεργήσουν. Ε λοιπόν, οι οποιεσδήποτε πολιτικές μειοψηφίες (εξουσιαστικές, αντιεξουσιαστικές ή οτιδήποτε) μπορεί να είναι σύμμαχος, φίλος, μακρινός ή εχθρός ενός επαναστατικού κινήματος, και εκεί διακυβεύεται η μάχη. Οι αδιάφοροι δεν μπορούν να αποτελούν κριτήριο για τις δράσεις μας.
Η κρίση ανακάτεψε το σχετικά αδρανές μίγμα της ελληνικής ησυχίας, και ώθησε περισσότερους ανθρώπους να θέλουν να κάνουν κάτι. Δεν εξαφάνισε όμως ούτε την ανάθεση, την θέληση να βρεθεί ο μεσσίας, ούτε τον εθνικισμό, ίσα ίσα. Αν κάποιος είτε από οπτιμιστικό σκεπτικό (ο λαός είναι μαζί μας, είμαστε σε προεπαναστατική περίοδο) είτε από πεσιμιστικό (όλα πάνε κατά διαόλου, αν δεν λαϊκίσουμε θα εξαφανιστούμε) ρίχνει το βάρος στην ποσότητα και όχι στην ποιότητα, γίνεται ένας κοινός ψηφοθήρας ακόμη κι αν δεν έχει ψηφοδέλτιο.
Σίγουρα επιζητάς συντρόφους στον κοινωνικό πόλεμο, κι εμείς δεν φυτρώσαμε ούτε ήρθαμε με διαστημόπλοιο από τον πλανήτη Ουτοπία, είμαστε κομμάτι της κοινωνίας. Όταν εξωτερικεύουμε τον λόγο μας, επικαλούμαστε την κριτική του καθενός και
όχι την αγελαία του παρόρμηση λες και είμαστε κερκίδα. Επίσης δεν χρησιμοποιούμε αφορισμούς, θίγουμε θεσμούς και συμπεριφορές, τόσο όταν τις βλέπουμε σε πολιτικές ελίτ, όσο κι όταν τις βλέπουμε στην πλειοψηφία του κοινωνικού συνόλου.

 

Διευκρινίσεις.

Μερικές διευκρινίσεις   για αποφυγή  πιθανών παρανοήσεων...

 Δυό  λόγια, απλά προς διευκρίνιση κάποιων σημείων της ανάρτησης  με τίτλο  “σχόλιο #3”. Όχι
τίποτ' άλλο, αλλά  επειδή δεν ερμηνεύονται όλα  από όλους  με τον ίδιο τρόπο, καλό είναι να 
αποφεύγονται παρερμηνείες και παρεξηγήσεις. 
Ιδού λοιπόν :

 Η κριτική για τις συνελεύσεις-γκρουπ  θέραπυ, δεν σημαίνει απαξίωση της συνέλευσης  ως μέσο 
σε καμία περίπτωση. 
 Άλλωστε, χωρίς  αυτές, το κάθε σχέδιο, η οποιαδήποτε  ενότητα  -όπως  κι οι διαφορές- μένει 
σε φαντασιακό επίπεδο και δεν μπορεί να δοκιμαστεί ή να πάρει σάρκα και οστά.  Εκεί είναι που 
δοκιμάζονται οι αντοχές μας σε συμπεριφορές και νοοτροπίες που δεν είναι συμβατές  με αυτό που
έχουμε στο  μυαλό μας ως πλάνο αγώνα, ως προοπτική. Εκεί βέβαια είναι και που δοκιμάζουν τις 
δυνατότητές τους  οι κάθε λογής επίδοξοι .. αναρχηγοί, που περνάν την ώρα τους οι χομπίστες 
που συλλέγουν εμπειρίες και αναρχόσημα.  Δεν απαξιώνεται λοιπόν το μέσο με αυτά που έγραψα,
αλλά στηλιτεύονται  συνήθειες, νοοτροπίες  και λογικές που καθιστούν τις συνελεύσεις
ένα χώρο και χρόνο που δε συμβάλλει στον αγώνα αλλά αντίθετα τον εμπαίζει και τον παρωδεί. 
Μια διαδικασία ανέξοδης  και κρυψίνοης  ανταλλαγής  μονολόγων δίχως  ουσιαστικές δεσμεύσεις, 
συνέχεια και συνέπεια – με λίγες  μόνο  εξαιρέσεις. Χωρίς λοιπόν να τις θεωρώ το Α και το Ω 
του αγώνα, είναι απαραίτητες όπως και κάθε άλλο μέσο. Κι ακριβώς γι' αυτό οφείλουμε να τις 
σεβόμαστε και να τις περιφρουρούμε από ό,τι λαι όποιον τις υποβιβάζει σε .. πασατέμπο..
 
Για την κοινωνία τώρα. 
 Γράφοντας  “με την κοινωνία  αλλά  κι εναντίον της  όπου  χρειάζεται”, ήμουν  αρκετά σαφής
και άμεσος.  Δεν είμαι λάτρης  της κοινωνίας  γενικά  κι αόριστα, ούτε και μισώ ό,τι και 
όποιον την αποτελεί, εξίσου.  Δεν θεωρώ ότι αυτό  είναι μεσοβέζικη  λογική που πατάει σε δυο
βάρκες, αλλά συνειδητή, μόνιμη και σταθερή θέση.  Δεν μπορώ παρά να θεωρώ αυτονόητο ότι η 
κοινωνία δεν είναι ένα ενιαίο σύνολο  με απλά δυο αντιμαχόμενες παρατάξεις : καλούς και 
κακούς.  Αυτό που λέμε κοινωνία είναι ένα τεράστιο πλέγμα  δομών και σχέσεων, 
διαρκώς εξελισσόμενο  ή και μεταλλασόμενο, που όσο  κι αν επιζητά  συνήθως  ιδιαίτερα βίαια, 
την  ομοιομορφία σε κάποια πράγματα, μέσα της ανθίζει η διαφορετικότητα. Σκέψεις, 
συμπεριφορές, νοοτροπίες, αναλύσεις, προοπτικές, επιλογές, προσδοκίες,  υπάρχουν σε τόσο 
μεγάλη ποικιλία, που καθιστούν απαγορευτική οποιαδήποτε  σχετική γενίκευση.
 Είναι ένα σύνολο  αποτελούμενο  από άπειρα υποσύνολα, αλληλοσυμπληρούμενα, αλληλοσυγκρου-
όμενα ή αδιάφορα.  Μέσα λοιπόν  σε  αυτό το σύνολο,  υπάρχουν  φορές  που  αναδεικνύονται 
τα καλύτερα ή και τα χειρότερα δυνατά ανθρώπινα ένστικτα.. 
Υπάρχει η γειτονιά  που δε χρειάζεται τους  μπάτσους  γιατί, έχοντας  ενσωματώσει την 
καταστολή  και το μπατσιλίκι,  περιφρουρεί  η ίδια με όπλα  την περιουσία της,-  ενώ στις 
άλλες  πτυχές  της  ζωής της  αφήνει την διαμεσολάβηση  να  κυριαρχεί -,  υπάρχει όμως 
και  η γειτονιά  που  διατηρεί  ακέραιες  τις  σχέσεις αξιοπρέπειας και   αλληλεγγύης  
στο  εσωτερικό της - παρ'όλες τις  κακουχίες  που μπορεί να συναντά. 
 Υπάρχει ο εργατικός αγώνας που παραμένοντας  εγκλωβισμένος στα κλασσικά συνδικαλιστικά 
στεγανά και την ηθική της εργασίας, σβήνει αφήνοντας μια γεύση πίκρας και απογοήτευσης,
υπάρχει όμως κι αυτός που βάζει μπροστά την αξιοπρέπεια, αφήνοντας έτσι -ανεξαρτήτως 
έκβασης- παρακαταθήκες για  το  μέλλον, γεμίζοντας με δύναμη κι εμπειρία 
τους συμμετέχοντες..
 Ακόμη, υπάρχει ο περαστικός που σε μια ληστεία τράπεζας θα κυνηγήσει τον ληστή, αλλά 
υπάρχει κι ο κάτοικος μιας περιοχής που θα ανοίξει την πόρτα του να δώσει καταφύγιο σε 
κόσμο που πρέπει να κρυφτεί κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης.
 Είναι λοιπόν ορθό να βαφτίζεται  κάποιος από τους  δύο πόλους, κοινωνία? -Αν  ναι,
θα κλείσουμε τα μάτια στην ύπαρξη του άλλου;  Είναι μήπως  και οι δύο κοινωνία? 
-Αν  ναι, μήπως οι θεωρίες περί συγκεκριμένων επαναστατικών υποκειμένων  είναι ήδη 
κατά  πολύ  ξεπερασμένες  και άκαιρες;  Πώς μπορεί να γίνει  μια τέτοια
υπεργενίκευση ώστε  να πει κανείς ότι είναι  υπέρ ή εναντίον της  κοινωνίας  γενικά ? 
 Κι όταν γίνεται, μήπως είναι τόσο  υπεραπλουστευτική που  αποτρέπει τη σκέψη μας από
το  να  αναλύσει   πιο  ουσιαστικά την όποια κατάσταση καταστρώνοντας   ένα πιο..
αποτελεσματικό και αντιπροσωπευτικό  πλάνο  δράσης;  Και κατά συνέπεια , δεν στερεί  
από το λόγο και τις  πράξεις μας,  τη δυνατότητα  πιο δυνατής  επίθεσης  ενάντια σε  
κράτος  και κεφάλαιο,  πιο στέρεης  δόμησης  δικών μας  αξιακών συστημάτων-δικών μας  
αντιδομών;
 Δεν έχω  καμία διάθεση να παλέψω  για την  κοινωνική απελευθέρωση αν πρώτα δεν έχω 
βρει και μοιραστεί κάποια από τα εργαλεία που οδηγούν  στην ατομική μου  απελευθέρωση.. 
δεν είμαι ούτε   χριστιανός  ούτε μπολσεβίκος.  
Δεν έχω επίσης τη διάθεση να παλέψω για την ατομική μου απελευθέρωση και να αρκεστώ σε 
αυτό  αδιαφορώντας για το τί γίνεται γύρω μου.. δεν είμαι ούτε φιλελεύθερος  ή χίππης. 
 Με λίγα λόγια: Μας λείπει η καλλιέργεια της  έννοιας της  κοινότητας -όσο   και της 
διαφορετικότητας- πιο πολύ απ' ότι η πίστη στην  προκατασκευασμένη  ιδέα  κάποιας  
ιδανικής  κοινωνίας.  Χωρίς την έννοια της κοινότητας να είναι διάχυτη και βαθιά
 ριζωμένη, η κοινωνία οδηγείται σε άλλα μονοπάτια - έχει κατά κανόνα την ανάγκη 
αποδιοπομαίων τράγων για να κρατηθεί ενωμένη.. Και η κοινωνία ή οι κοινωνίες του σήμερα,  
ακολουθούν  στην συντριπτική  τους  πλειοψηφία αυτόν το δρόμο. Είναι κοινωνίες όπου 
κυριαρχεί  (αυτό ευτυχώς σημαίνει αυτόματα ότι υπάρχουν κι οι αντίθετες λογικές) η 
ιδιώτευση, η καβάτζα, το θρησκευτικού τύπου  αίσθημα αφοσίωσης και υποκριτικής αγάπης,
η απουσία πρωτοβουλίας  και ευθύνης.  
Είναι τόσο δύσκολο, όσο και απλό: Το ατομικό και το συλλογικό δεν διαχωρίζονται, 
συμβαδίζουν αλληλοσυμπληρούμενα. Αν γείρουμε προς τη μία ή την άλλη πλευρά αποκλειστικά,
το χάσαμε το παιχνίδι, -  κοινωνία χωρίς άτομα μοναδικά και ολοκληρωμένα,   είναι μια 
καρικατούρα κοινωνίας, και  άτομο απομονωμένο χωρίς αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους,
είναι αδιέξοδος αναχωρητισμός, είτε κάποιος ζει σε πόλη είτε σε βουνό.
Αυτά προς το παρόν..