Έζρα Πάουντ – Εντολή.


Ο Πάουντ, είναι από τους αγαπημένους ποιητές των ανά τον κόσμο φασισταριών, λόγω της πολεμικής του από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Ρώμης ενάντια στις συμμαχικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου. Αυτός ήταν και ο λόγος που συνελήφθη και φυλακίστηκε στο στρατόπεδο της Πίζας. Φυλακίστηκε και στην Ουάσινγκτον αλλά απελευθερώθηκε ως ψυχασθενής. Πέθανε το Νοέμβρη του ’72 στη Βενετία.

Η “Εντολή” είναι ένα εξαιρετικό ποίημα του Έζρα Πάουντ, το οποίο βρίσκεται στη συλλογή Lustra. Διαβάζοντάς το, δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν υπέρ των δυνάμεων του Άξονα. Αποπνέει δύναμη, αξιοπρέπεια, περηφάνεια, και καλεί σε αγώνα ενάντια σε κάθε εξουσία. Μάλλον τα φασισταριά θα το έχουν διαγράψει/αποκηρύξει το ποίημα αυτό…

Οι στίχοι που είναι σε πλάγια γράμματα δεν ήταν έτσι στο αρχικό ποίημα. Αποτελεί προσωπική επιλογή να τονιστούν με αυτόν τον τρόπο.

Πηγαίνετε, τραγούδια μου, στον ανικανοποίητο και στον μοναχικό,

Πηγαίνετε σ’ αυτόν με τα κουρελιασμένα νεύρα, σ’ αυτόν

που της συμβατικότητας έγινε σκλάβος,

Και δώστε τους την καταφρόνια μου για τους δυνάστες.

Πηγαίνετε σαν κύμα παγωμένο και πελώριο

Την καταφρόνια μου για τους δυνάστες.

Μιλήστε για την ασυνείδητη επιβολή,

Μιλήστε για όσους τυραννούν γιατί δεν έχουν φαντασία,

Μιλήστε ενάντια στους δεσμούς.

Πηγαίνετε σ’ εκείνη την αστή που από ανία πεθαίνει,

Πηγαίνετε στων προαστίων τις γυναίκες.

Πηγαίνετε στους κακοπαντρεμένους,

Πηγαίνετε στους άτυχα ζευγαρωμένους,

Στη σύζυγο που αγοράστηκε,

Σ’ αυτήν πηγαίνετε που έγινε κληρονόμος.

Πηγαίνετε σ’ εκείνους με τους εξευγενισμένους πόθους,

Πηγαίνετε σ’ αυτούς που οι λεπτές επιθυμίες τους ναυάγησαν,

Πηγαίνετε σαν καταλύτης στη νωθρότητα του κόσμου·

Πηγαίνετε με τις αιχμές σας εναντίον τους,

Δώστε τη δύναμη σε αδύναμες χορδές,

Δώστε κουράγιο στα πλοκάμια και τα φύκια της ψυχής.

Πηγαίνετε με τρόπο φιλικό,

Πηγαίνετε με λόγο θαρρετό.

Αναζητήστε πρόθυμα καινά δαιμόνια, καινούρια αγαθά,

Σταθείτε ενάντια σε κάθε είδους καταπίεση.

Πηγαίνετε σ’ αυτούς που με τα χρόνια έχουν παχύνει,

Σ’ αυτούς που έχασαν πια τα ενδιαφέροντά τους.

Πηγαίνετε στους έφηβους που μέσ’ την οικογένεια πνίγονται –

Ώ, πόσο αποτρόπαιο είναι αυτό,

Να βλέπεις τρεις γενιές συνωστισμένες στο ίδιο σπίτι!

Κάτι σα δέντρο γέρικο με νέα βλαστάρια,

Και με κλαδιά που πέφτουν και ρημάζουν.

Βγείτε αψηφώντας την κοινή γνώμη,

Εναντιωθείτε στη χλιαρή δουλεία του αίματος,

Εναντιωθείτε σε κάθε είδους εξουσία.

Ρέντσο Νοβατόρε – ΧΙΙ.

Από την μπροσούρα “Προς το δημιουργικό τίποτα” – Αθήνα, Χειμώνας 2012.

– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –

Ο νιχιλισμός μας δεν είναι χριστιανικός νιχιλισμός.

Δεν αρνούμαστε τη ζωή.

Όχι! Είμαστε οι μεγάλοι εικονοκλάστες του ψέμματος. Κι όλα

όσα έχουν ανακηρυχθεί “ιερά” είναι ένα ψέμα.

Εμείς είμαστε εχθροί των “ιερών”.

Και για ‘σας ένας νόμος είναι “ιερός”, μια κοινωνία “ιερή”,

μια ηθική “ιερή”, μια ιδέα “ιερή”!

Αλλά εμείς οι κάτοχοι κι εραστές ανελέητης δύναμης και ομορφιάς με ισχυρή θέληση,

της γοητευτικής ιδέας – εμείς, οι εικονοκλάστες όλων των καθαγιασμένων – γελάμε σατανικά,

με ένα κομψό, ευρύ και κοροϊδευτικό γέλιο.

Γελάμε…

Και γελώντας, στρέφουμε το τόξο της παγανιστικής μας θέλησης για τη διαρκή απόλαυση, τεντωμένο προς την πλήρη ακεραιότητα της ζωής

Και γράφουμε τις αλήθειες μας με γέλιο.

Και γράφουμε τα πάθη μας με αίμα.

Και γελάμε!…

Γελάμε το κομψό, υγιές και κόκκινο γέλιο του μίσους.

Γελάμε το κομψό μπλε και φρέσκο γέλιο της αγάπης.

Γελάμε!

Αλλά γελώντας, θυμόμαστε, με μέγιστη σοβαρότητα, να είμαστε ο νόμιμος απόγονος

κι ο επάξιος κληρονόμος μιας σπουδαίας ελευθεριακής αριστοκρατίας, που μας μετέδωσε

σατανικά ξεσπάσματα τρελού ηρωισμού στο αίμα,

και κύματα ποίησης μονοφωνιών, τραγουδιών στη σάρκα!

Ο εγκέφαλός μας είναι μια λαμπερή πυρά, όπου η φωτιά των σκέψεων

καίει σε χαρούμενα βάσανα.

Ο νους μας είναι μια μοναχική όαση, συνέχεια ανθισμένη και κεφάτη,

όπου μυστική μουσική τραγουδάει την περίπλοκη μελωδία του

φτερωτού μας μυστηρίου.

Και στον εγκέφαλό μας όλοι οι άγγελοι των βουνών μας κραυγάζουν,

στη σάρκα μας όλες οι θύελλες της θάλασσας μας φωνάζουν,

όλες οι Νύμφες του Κακού, τα όνειρά μας είναι πραγματικοί παράδεισοι

κατοικημένοι από παρθένες μούσες.

Είμαστε οι αληθινοί δαίμονες της Ζωής.

Οι πρόδρομοι του χρόνου.

Οι πρώτες αναγγελίες!

Η ζωτική αφθονία μας μας μεθάει με δύναμη και περιφρόνηση.

Μας διδάσκει να περιφρονούμε το θάνατο.

Χορός του λυκόφωτος , του Ρέντσο Νοβατόρε.

Μετάφραση του ποιήματος το οποίο βρήκα εδώ : http://individualistanarchism.blogspot.com/2009/10/twilight-dance-by-renzo-novatore.html                                                                                                                                                                                                                                              

Αυτή είναι η ώρα των νυχτερινών μου σκέψεων.
Κοιμάται ο Δαίμονάς μου.
Κοιμάται στο σκοτεινό λυκόφως
αυτής μου της ψυχής
Ο ερυθρός Δαίμονας
της καταχθόνιας χαράς μου.
Καπνίζω..
Καπνίζω απεγνωσμένα, έντονα. Πάντα!
Πάντα! Πάντα! Πάντα!
Ευχόμουν να σκεφτώ, να γράψω, να τραγουδήσω…
Κοιμάται όμως ο Δαίμονάς μου.
Κοιμάται στο σκοτεινό λυκόφως
αυτής μου της ψυχής
Ο ερυθρός Δαίμονας
της καταχθόνιας χαράς μου.
Και οι σκέψεις δεν έρχονται…
Ούτε καν το γέλιο και η κατάρα…
Κι αυτή είναι η μαύρη  ώρα μου
Της μαύρης μελαγχολίας.
***
Κοιτάζω, αφηρημένα, το τσιγάρο μου.
Ισχνό, ωχρό και θερμό
Σαν άρρωστος εραστής.
Το κοιτάζω να αναλώνεται πολύ αργά
όπως η ζωή και τα όνειρα   μου:
όπως η ζωή και τα όνειρα όλων των αδερφών μου.
Η στάχτη έπεσε στη γη και διασκορπίστηκε. Έτσι!
Ο καπνός, όρθώνεται, πυκνός και γκρίζος, στον αέρα
και διασκορπίζεται κι αυτός. Έτσι.
Τίποτα για μένα δε μένει
παρά λίγη κίτρινη νικοτίνη στα τρυφερά χείλη πάνω. Έτσι.
***
Κοιμάται ο Δαίμονάς μου.
Κοιμάται στο σκοτεινό λυκόφως
αυτής μου της ψυχής
Ο ερυθρός Δαίμονας
της καταχθόνιας χαράς μου.
Κοιτώ τον ήλιο!
Τον βλέπω να κατεβαίνει εν μέσω της ξανθής δίνης
μιας πανέμορφης θάλασσας από χρυσό.
Από χρυσό και αίμα… Την καρδιά μου όμως έχει δαγκώσει.
Την έχει δαγκώσει ένα παγωμένο φυτό
χωρίς ελπίδες και δάκρυα,
χωρίς μίσος και χωρίς αγάπη.
Ω, θα μπορούσες τουλάχιστον να κλάψεις…
θα μπορούσες τουλάχιστον να καταραστείς…
Αλλά, όχι!
Όχι! όχι! όχι!
***
Ποιός;
Ποιός, επομένως, μ’ έκανε ποτέ τόσο κακό;
Ποιός είναι ο σατανικός μάστορας των βασάνων μου αυτών;
Ω μητέρα… μητέρα μου…
Αν είχες ακόμη τη δύναμη
να  είσαι ικανή να καταραστείς…
Αλλά, όχι!
Όχι! όχι! όχι!
Παρ’όλα αυτά ήσουν εσύ μόνο
εσύ! Που
μου έδωσες ζωή,
Που μου έδωσες πόνο,
Που μου έδωσες το Κακό!
Πες μου όμως :
Πίστευες ίσως στη χαρά του να ζεις;
Είμαι επομένως ο γιος ενός τέτοιου αλλόκοτου ονείρου;
Ή είμαι απλά το πιο χυδαίο τέκνο
της συλλογικής αναισθησίας;
Γιατί λοιπόν, ω μητέρα,
δεν είχες -εκείνη την ημέρα-
την ηρωική έμπνευση να χτυπήσεις
ΜΕ ΒΙΑ
το πρησμένο στομάχι σου
πάνω σε μια σκληρή πέτρα. Έτσι!
Γιατί δεν θα είχα θελήσει να δω
Τον Ήλιο.
Γιατί δεν θα είχα θελήσει
αυτήν τη μίζερη ζωή.
Γιατί υποφέρω τόσο, Έτσι…
Ω  μητέρα, κλαις;
Και γιατί;
Νιώθεις ίσως τις τύψεις
για το ότι με δημιούργησες;
Φαντάζεσαι ίσως το κακό
που με βασανίζει και
τόσο φρικτά με σπάει;
Ω, είχες τουλάχιστον τη δύναμη
Να είσαι ικανή να καταραστείς…
Αλλά, όχι!
Όχι! όχι! όχι!
Είναι πολύ  πρόστυχοι!
***
Το ποτάμι κυλά και τραγουδάει…
(το πανέμορφο ποτάμι, γαλήνιο και γελαστό)
κυλά πάνω από το ντελικάτο
Υγρό και σκονισμένο, κρεβάτι του
κι οι λευκοί αφροί του
είναι ένα χρυσό πάπλωμα.
Ο τιτάνειος ύφαλος
πλένει τα γρανιτικά του πλευρά
μέσα στα λιτά νερά σου
-ω μοναχικό ποτάμι-
και κάθησε στις όχθες σου
Κοιτάζω τα πράσινα φύλλα
που, κεντημένος με σκια και με φως,
ο άνεμος χαϊδεύει. Έτσι!
Κοιτάζω. Σκέφτομαι και θυμάμαι…
Η ψυχή μου όμως είναι σκοτεινή
και, τριγύρω μου,
το σούρουπο κλαίει. Μαύρο.
Δεν αγαπώ πλέον.
Δεν πιστεύω πια!
***
Ποιός;
Ποιός, επομένως, μ’ έκανε ποτέ τόσο κακό;
Οι γυναίκες και η Αγάπη;
Οι άντρες και η φιλία;
Η κοινωνία και ο νόμος της;
Η ανθρωπότητα και η πίστη της;
Ίσως όλα αυτά!
Ίσως κανένα από αυτά!
Δεν ξέρω…
Αισθάνομαι τόσο άσχημα…
Τόσο Πολύ! Τόσο Πολύ! Τόσο Πολύ!
Εδώ…στην ψυχή!
***
Κοιμάται ο Δαίμονάς μου.
κοιμάται στο σκοτεινό λυκόφως
αυτής μου της ψυχής
Πόσο είναι λυπηρό…λυπηρό και μελαγχολικό.
***
Εύχομαι για νέους φίλους.
Για αληθινούς νέους φίλους.
Χρειάζομαι να εμπιστευτώ
(σε κάποιον)
τις μαύρες μου μελαγχολίες.
Δεν έχω όμως φίλους
είμαι μόνος!
Μόνος με τις
ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΕΣ μου
Μόνος με τη Μοίρα μου.
Μόνος. Τόσο μόνος!
***
Κοιμάται ο Δαίμονάς μου.
Το μυαλό μου δέχτηκε πυροβολισμούς
Από τις κιτρινωπές
μαύρες και πράσινες ακτίνες
της βρώμικης πραγματικότητας!
Της πραγματικότητας που περνά…
«ένα μείγμα θηρίων και κτηνώδους.
Μια σύνθεση υποκρισίας και άγνοιας.
Μια ανάμειξη δειλίας και ψεμάτων
Ένα σύνολο από κόπρανα και λάσπη».
Α, όχι!
Όχι! Όχι! Όχι!
Υποφέρω τόσο!
Τόσο πολύ! Τόσο πολύ! Τόσο πολύ!
***
Ο ήλιος δύει.
(ο πανέμορφος από χρυσάφι ήλιος)
οι  Άγγελοι του δειλινού
αγωνιούν…
Τα πράσινα φύλλα είναι κρανία των νεκρών,
ψυχρά, γελούν περιφρονητικά…
Το ποτάμι
(το πανέμορφο λιτό ποτάμι)
είναι τώρα ένα μαύρο ερπετό
τρομακτικά εξαπλωμένο μέσα στη μάζα του ύφαλου.
Τάφος ζοφερός και άφωνος.
Τάφος ζοφερός και μαύρος.
***
Το τσιγάρο μου έχει σβήσει…
(το τσιγάρο μου ισχνό, ωχρό και θερμό
σαν άρρωστος εραστής)
Η στάχτη διασκορπίστηκε.
Ο καπνός επίσης.
Τίποτα για μένα δε μένει
παρά λίγη κίτρινη νικοτίνη στα τρυφερά χείλη πάνω: Λίγη όπως η ζωή και τα όνειρα. Έτσι!
***
Μέσα στο σκοτεινό
Της ψυχής μου λυκόφως
Ο κόκκινός μου Δαίμονας ξυπνά.
Νιώθω σαν ένα ρυάκι από πικρόαίμαι
που ρέει
πάνω από χείλη τρυφερά…
Έχω ένα τραγικό προαίσθημα…
Τί θα συμβεί τη νύχτα;
Όμως… τα αστέρια
τα αγαπημένα αστέρια
θα δουν
Ω, αν μόνο μπορούσες ξανά
να γελάσεις και να καταραστείς για μια ακόμη φορά…
Βλέπω όμως μια   λάμψη ( μια πυρά νεκρική;)
Να λάμπει στης νύχτας το σκοτάδι.
Αισθάνομαι…
Αισθάνομαι! Αισθάνομαι! Αισθάνομαι!
Είμαι ένα άστρο που γυρνά προς
ένα τραγικό ηλιοβασίλεμα.
 
 
 

Κατερίνα Γώγου – Υπερασπίζομαι την Αναρχία.

Μη με σταματάς.  Ονειρεύομαι.
Ζήσαμε σκυμμένοι αιώνες αδικίας.
Αιώνες μοναξιάς.


Τώρα μη, μη με σταματάς.
Τώρα κι εδώ για πάντα και παντού.
Ονειρεύομαι ελευθερία.


Μέσα απ’ του καθένα την πανέμορφη ιδιαιτερότητα, 
ν’ αποκαταστήσουμε του Σύμπαντος την αρμονία.
Ας παίξουμε. Η γνώση είναι χαρά.
Δεν είναι επιστράτευση απ’ τα σχολεία.


Ονειρεύομαι γιατί  αγαπώ.
Μεγάλα όνειρα στον ουρανό.
Εργάτες με δικά τους εργοστάσια
συμβάλλουν στην παγκόσμια σοκολατοποιία.


Ονειρεύομαι γιατί ΞΕΡΩ και ΜΠΟΡΩ.
Οι τράπεζες γεννάνε τους «ληστές».
Οι φυλακές τους «τρομοκράτες».
Η  μοναξιά τους «απροσάρμοστους».
Το προϊόν την «ανάγκη».
Τα σύνορα τους στρατούς.
Όλα η ιδιοχτησία.
Βία γεννάει η Βία.


Μη ρωτάς. Μη με σταματάς.
Είναι τώρα ν’ αποκαταστήσουμε
του ηθικού δικαίου την υπέρτατη πράξη.
Να κάνουμε ποίημα τη Ζωή.
Και τη Ζωή πράξη.


Είναι ένα όνειρο που μπορώ
μπορώ μπορώ
Σ’ ΑΓΑΠΩ
και δεν με σταματάς δεν ονειρεύομαι.
Ζω.
Απλώνω τα χέρια
Στον Έρωτα στην Αλληλεγγύη
στην Ελευθερία.
Όσες φορές  χρειαστεί κι απ’ την αρχή.

Υπερασπίζομαι την ΑΝΑΡΧΙΑ.

Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς.

Ένα μικρό αλλά απίστευτα δυνατό απόσπασμα από το βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου. Αφορά ακόμη και τώρα, σχεδόν το σύνολο της μαρξιστικής-μπολσεβίκικης αριστεράς. Δυστυχώς όμως αφορά και κάποια (ευτυχώς λίγα) κομμάτια του αναρχικού χώρου. Ανθρώπους δηλαδή που ερμηνεύουν τα πάντα μέσα από μια απόμακρη, άκρως ιδεολογική  και κλεισμένη στο απυρόβλητο του γυάλινου πύργου τους ηθική. Που ό,τι και να λένε ή να γράφουν, παραμένουν αιχμάλωτοι της συνειδητής αδυναμίας τους να ξεπεράσουν αυτό που λένε ότι πολεμούν. που ξεχνούν ότι η εξουσία, το κράτος, δεν είναι απλά έξω και γύρω μας, είναι μέσα μας και περιμένει-όσο της αφήνουμε χώρο- να βγεί προς τα έξω.


… … Τέλος, το χωράει ρε ο νους σου, να είμαστε επαναστάτες και η βάση της συμπεριφοράς μας να είναι… οι δέκα εντολές;  «Ού κλέψεις, ού μοιχεύσεις»  και άλλες μαλακίες, όταν μας έκλεβαν, μας σκότωναν και μας γαμούσαν απ’ όλες τις μπάντες. Αυτά τα μπαλαμούτια των αστών μας τα πασάρανε σαν κομμουνιστική ηθική κι επαναστατική συμπεριφορά. Διπλή σκλαβιά σουλέω, να τρελαθείς. Λούμπεν στοιχείο! Ξέρεις τί θα πει λούμπεν στοιχείο; Το ‘μαθα αργότερα, τότε ακόμα δεν ήξερα ξένες γλώσσες. Λούμπεν στοιχείο θα πει αλήτης, να πούμε στοιχείο αντικοινωνικό.
…Μια ζωή ρε, οι κερχανατζήδες μας μπαφιάσανε, μας γανώνανε το μυαλό πως ήταν ανήθικο ν’ ακούμε μπουζούκι και γενικά ρεμπέτικα τραγούδια, και πολύ περισσότερο να τα τραγουδάμε, διότι ήταν λέει, τραγούδια της παρακμής και της απαισιοδοξίας. Όλο αισιοδοξία βλέπεις ήταν η ζωή μας γενικά, κι έφταιγε η μουσική να πούμε, που ξεστράτιζε τον επαναστάτη από το σωστό δρόμο…Μας μπαφιάσανε στο καλαματιανό, στο αργεντίνικο ταγκό και στις γλυκανάλατες καντσονέτες.  Όλο παράνομα και ζούλα, με χίλιες ενοχές, να ψιλοπιάσουμε κανά Τσιτσάνη κανά Βαμβακάρη…Και πώς να ξεδώσεις μωρ’ αδερφέ μου με το Ξένοιαστα παίζουνε κρυφτούλι στις ανθισμένες κερασιές, ή με το Σαράντα παληκάρια από τη Λεβαδειά;  Πώς να ξεδώσεις και πώς να πεθάνεις χωρίς μεράκι και χωρίς πάθος; Μαλακία  σου λέω, να την κόβεις με το μαχαίρι. Άσε δε άμα σου σηκωνότανε κι όλας, άμα να πούμε είχες σεξουαλικές ανησυχίες όπως λένε, ε, τότε, ήσουνα για να ‘σουνα χαλασμένος πια.  Καλά εγώ μια ζωή όλο ενοχές ήμουνα, γιατί όλα τα απαγορευμένα μ’  άρεσαν: οι γυναίκες, το κρασί, οι πενιές…
Ρε γαμώτο, ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω, πώς να πούμε ταίριαζε να ‘μαστε επαναστάτες, δηλαδή άνθρωποι που καιγόμαστε από πάθος για τη ζωή, ρομαντικοί, ευαίσθητοι, ερωτευμένοι μέχρι θανάτου με τον άνθρωπο και τη λευτεριά του, να τραβάμε χαμογελώντας για το εκτελεστικό απόσπασμα, να υπομένουμε βασανιστήρια, φυλακές, κακό,  και να ‘μαστε νερουλοί, νερόβραστοι, χωρίς φωτιά μέσα μας, σ’ όλη μας τη ζωή χωρίς πάθος, χωρίς ένα φάλτσο, νότες πειθήνιες μέσα στο πεντάγραμμο, που ακούνε μονάχα το μαέστρο. Σκατά. Εκτός από κότες, πηγαίναν να μας κάνουν και μηχανάκια. Πώς να κάνεις επανάσταση με μηχανάκια ρε φίλε;  Η φαντασία, το όνειρο; Πώς να πεθάνεις; Ο επαναστάτης είναι πουλί, αετός, ερωτευμένος με το φως, με τα λουλούδια, τις γυναίκες, το κρασί, την αταξία…

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ.

Το μοντέλο, είναι ένα τραγούδι του παλιού συγκροτήματος «Επόμενη Κίνηση» που δυστυχώς δεν υπάρχει πια. Ξέθαψα πρόσφατα τους στίχους, γραμμένους σε ένα σκισμένο και κιτρινισμένο πλέον κομμάτι χαρτί. Θεώρησα πως ήταν τόσο καλοί που έπρεπε να τους μοιραστώ με κόσμο. Ευχαριστώ πραγματικά το άτομο που μου έδωσε αυτούς τους στίχους.

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ
Όμορφα ή άμορφα μέταλλα
μέταλλα ή ήμερα σίδερα,
Σίδερα που αντανακλούν το σήμερα
σήμερα…

Άνθρωποι ηχεία, άνθρωποι ψυγεία
Άνθρωποι ηχεία που βαδίζουν σαν έγχορδα, έντρομα έντομα
Παιδιά παχύσαρκα που μεγαλώνουν πεινασμένα…

Πέταξέ το το μοντέλο κατάστρεψέ το
το γαμημένο το μοντέλο πνίξτο,
Κατάστρεψέ το πνίξτο τώρα  πνίξτο γιατί…

Θέλω να ρισκάρω κι ας αποτύχω

Χάρτινα ή πέτρινα φρούρια
με ατσαλάκωτες βιτρίνες, δτείρες και ψυχρές.
Μόλις χτες ήταν καλύτερα τα πράγματα
ή απλά έτσι μιλούν τα γεράματα;
Με ανώδυνα τραύματα, με ακίνδυνα σφάλματα
Με σίδερα διδάγματα, σίδερα…
Τσακίζουν φυλακίζουν το σήμερα.

Σήμερα…

Σ’ ένα βιβλίο παληό

Σ’ ένα βιβλίο παληό -περίπου εκατό ετών-
ανάμεσα στα φύλλα του λησμονημένη,
ηύρα μιάν υδατογραφία άνευ υπογραφής.
Θάταν το έργον καλλιτέχνου λίαν δυνατού.
Έφερ’ ως τίτλον, «Παρουσίασις του Έρωτος».

Πλήν μάλλον ήρμοζε, «- του έρωτος των άκρως αισθητών».

Γιατί ήταν φανερό σαν έβλεπες το έργον
(εύκολα νοιώθονταν η ιδέα του καλλιτέχνου)
που για όσους αγαπούνε κάπως υγιεινά,
μες στ’ οπωσδήποτε επιτετραμμένον μένοντες,
δεν ήταν προωρισμένος ο έφηβος
της ζωγραφιάς – με καστανά, βαθύχροα μάτια·
με του προσώπου του την εκλεκτή εμορφιά,
την εμορφιά των ανωμάλων έλξεων·
με τα ιδεώδη χείλη του που φέρνουνε
την ηδονή εις αγαπημένο σώμα·
με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα για κρεββάτια
που αναίσχυντα τ’ αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική.

Η δεύτερη παράγραφος από το ποίημα αυτό του Κ. Καβάφη, είχε δημοσιευτεί στο ημερολόγιο του 2003 -μήνας Απρίλης- της Λέσχης Αρόδου (αυτοδιαχειρζόμενος χώρος που λειτούργησε από το 2001 μέχρι το 2005 στο κέντρο του Πειραιά) . 
Ποιό είναι αυτό που επιτρέπεται; Ποιό είναι το παράνομο; Τί καθορίζει τις επιλογές μας σε σχέση με την κυρίαρχη ηθική;
Αν η απόλαυση είναι ανωμαλία, είμαστε όλοι/ες  ανώμαλοι/ες.
Αν η ηθική είναι φυλακή, είμαστε όλοι ανήθικοι..

Η ομορφιά μας θα τσακίσει την ασχήμια σας.

Δεν είναι η αρχή  ούτε το τέλος, είναι απλά η διαδρομή.
Κι εκεί, είναι που βρίσκεται η ομορφιά. Αυτή που τόσο ξεδιάντροπα μας στερούν ή στην καλύτερη περίπτωση μας κρύβουν. Το πρωινό ξύπνημα δεν συνοδεύεται από μια αγκαλιά κι ένα φιλί, αλλά από το σιχαμένο ήχο του ξυπνητηριού και το άγχος για το 8ωρο της δουλειάς που ακολουθεί.

Η βόλτα στους δρόμους, το άραγμα στις πλατείες, μια βραδιά σε παραλία, αγωνιούν να ανακτήσουν την αγνότητα, το πάθος ,τη γαλήνη τους, συγκρουόμενα με το αδηφάγο τέρας της οικονομίας, πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα του κράτους.

Η απλή καθημερινή ανθρώπινη επαφή, η παρέα, η μοναξιά, η ελεύθερη του καθενός δημιουργία, τα ταξίδια και τα «ταξίδια», ο,τιδήποτε μπορεί να περιέχει και να αναβλύσει ερωτισμό, αλλοιώνεται. Καλύπτεται από προστυχιά, μιζέρια καταναγκασμό. Επενδύεται με ψευτιά, γελοιότητα, υποκρισία.

Σε όλα τα γελοία ανθρωπάκια που νομίζουν πως η εξουσία τους είναι παντοτινή, στέλνουμε ένα μήνυμα :
Δεν μπορείτε να κατευθύνετε τα μυαλά ή τις καρδιές μας.

Η ομορφιά μας θα τσακίσει την ασχήμια σας.

Άτιτλο.

Οι οσμές τους κυκλώνουν τις αισθήσεις τους.
Αναβλύζονται απ’ αυτούς παρουσιάζοντας τις ορέξεις τους.

 
Μυρωδιές γλυκές, όξινες, αεικίνητες, πολυδιάστατες, ενεργούν γύρω τους διεισδύοντας μέχρι το πιο νεκρωμένο από τις απαγορεύσεις και προστάγματα κύτταρο. 

Οι εκρήξεις καθαρτικές ζωογονούν τη φύση τους αφήνοντας πίσω τον καταναγκασμό των μοντέλων συμπεριφοράς και συμβιβασμού…

Κινούμενη άμμος

Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Κι εσύ
Σαν ένα φύκι απαλά χαϊδεμένο απ’ τον άνεμο
Στην άμμο του κρεβατιού δε βρίσκεις ησυχία καθώς ονειρεύεσαι
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Αλλά μέσα στα μισόκλειστά σου μάτια
Έμειναν δυο μικρά κύματα
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν.

Η κινούμενη άμμος, είναι ένα ποίημα του Γάλλου    ποιητή και σεναριογράφου  Ζακ  Πρεβέρ  (1900-1977).