Εξεγερτική Αναρχία κι Επαναστατική Οργάνωση.

2835B76500000578-3064272-image-a-19_1430504363698

Τα τελευταία χρόνια στο εσωτερικό του αναρχικού κινήματος, έχουν υπάρχει πολλές συζητήσεις σχετικά με την εξεγερτική μέθοδο οργάνωσης για την επανάσταση. (1) Συχνά όμως, οι συζητήσεις αυτές δεν φτάνουν σε λεπτομέρεις που αφορούν τις οργανωτικές λεπτομέρειες που προωθούν οι εξεγερσιακοί αναρχικοί. Το κείμενο αυτό ευελπιστεί να ρίξει λίγο φως σε αυτές τις οργανωτικές μεθόδους και να χρησιμεύσει ως μια εισαγωγή σε αυτά τα προτάγματα αλλά και την τάση στα πλαίσια της επαναστατικής αναρχικής σκέψης.

Φορμαλιστική εναντίον άτυπης οργάνωσης.

Μία από τις μεγαλύτερες αντιπαραθέσεις σχετικά με την εξεγερτική μέθοδο, υπήρξε αυτή για την αναγκαιότητα της φορμαλιστικής ή της άτυπης οργάνωσης. Δε χρειάζεται να σκάψει κανείς βαθειά για να δει ότι τέτοιες αντιπαραθέσεις αποτελούν ένα ψευδδή διχασμό. Στο υστερόγραφο του τεύχους 2 της σουηδικής εφημερίδας “Dissident” με τον τίτλο “Εξέγερση και Αναρχία”, η ομάδα Μπάτκο εξηγεί: “είναι σημαντικό να μην παγιδευτούμε στο ψευδές δίλημμα μεταξύ φορμαλιστικής ή άτυπης οργάνωσης. Η μορφή εξαρτάται πάντα απο τις δυνατότητες της πρωτοβουλίας. Οι φορμαλιστικές δομές μπορούν να χρησιμοποιούνται κάποιες φορές αρκεί να μη χάνεται η πρωτοβουλία. (2) “Όχι αντιπαράθεση. Ερωτήσεις κι απαντήσεις.”

Ακόμη κι ο πάτέρας του σύγχρονου εξεγερτικού αναρχισμού ο Αλφρέντο Μαρία Μπονάννο, γράφει σε ένα απο τα δοκίμια του με τον τίτλο “από τις ταραχές στην εξέγερση” :

Φυσικά, υπάρχει ακόμη η δυνατότητα χρησιμοποίησης της οργάνωσης σύνθεσης, της προπαγάνδας, της αναρχικής εκπαίδευσης και της συζήτησης- όπως κάνουμε και τώρα δηλαδή- γιατί όπως είπαμε αυτό αποτελεί ένα ζήτημα προτάγματος σε κίνηση, απόπειρας κατανόησης πραγμάτων πάνω σε ένα καπιταλιστικό σχέδιο που βρίσκεται σε εξέλιξη. Ως αναρχικοί επανστάτες όμως, είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε κατά νου αυτήν τη γραμμή εξέλιξης και να προετοιμάζουμε τους εαυτούς μας απο ‘δω και στο εξής ώστε να μετασχηματίσουμε τις άλογες καταστάσεις των ταραχών σε μια μια εξεγερτική και επαναστατική πραγματικότητα.” (3)

Θα ήταν αρκετά βοηθητικό αν το σύγχρονο αναρχικό κίνημα έδινε βάση στο άνωθεν παράδειγμα. Το απόσπασμα ήταν από ένα λόγο που δώθηκε σε ένα επίσημο συνέδριο σχετικά με την εφημερίδα “Anarchismo” της οποίας ο Μπονάννο ήταν ο βασικός εκδότης. Η άτυπη οργάνωση δεν προωθήθηκε για να γίνει δόγμα που θα ακολουθείται με κάθε κόστος, όπως κάνουν οι αμετανόητηοι πιστοί κομμάτων ή συνδικάτων, αλλά ως μια ιστορική τάση που ο Μπονάννο προσπαθούσε να αναλύσει εν (τη) εξελίξει (της).

Εκ των υστέρων, μπορούμε τώρα να δούμε, όπως ανέφερε η ομάδα Μπάτκο, ότι το αν θα παρεμβούμε στις ταξικές μάχες χρησιμοποιώντας φορμαλιστικές ή άτυπες πρακτικές, είναι ένα ζήτημα επιλογής των κατάλληλων μέσων για την επίτευξη των επιθυμητών σκοπών.

Αυτενέργεια και αυτοδιεύθυνση.

Ποια είναι λοιπόν τα μέσα που προτείνουν οι εξεγερτικοί αναρχικοί για την οργάνωση της επανάστασης; Αυτή ή οικεία στους περισσότερους επαναστάτες αναρχικούς, αυτοοργάνωση.

Οι εξεγερτικοί αναρχικοί δίνουν πολύ μεγάλη σημασία στο ότι η χειραφέτηση των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων μαζών πρέπει να είναι έργο που προκύπτει απ την ίδια τη δική τους αυτόνομη δραστηριότητα. Αυτό ισχύει είτε αφορά άτομα, ομάδες αναρχικών επαναστατών, είτε μεγάλα μαζικά σώματα εκμεταλλευόμενων που μάχονται για την αυτονομία τους.

Ο λόγος για τον οποίο αυτό είναι σημαντικό, είναι επειδή αποτελεί μια βασική ομοιότητα που μοιράζονται οι εξεγερτικοί αναρχικοί με το υπόλοιπο του αναρχικού επαναστατικού κινήματος. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον με το δεδομένο ότι αποτελεί ιστορικά ένα μέσο που οι περισσότεροι αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές έχουν επιθυμήσει, αν επανεξεταστεί όπως θα δούμε αργότερα στη συζήτηση των προτάσεών τους για τη μαζική οργάνωση. Η αυτενέργεια των εργατών δεν είναι απλά η προτιμώμενη μέθοδος αγώνα, αλλά και ο πυρήνας της αυτοοργανωμένης κοινωνίας που οι αναρχικοί επιθυμούν να δημιουργήσουν μέσα από την κοινωνική επανάσταση:

Η αυτοδιεύθυνση του αγώνα προηγείται, και ακολουθούν η αυτοδιεύθυνση της εργασίας και της κοινωνίας… Η επανάσταση της εργασίας είναι επομένως η αυτοδιευθυνόμενη οργάνωση αυτών των πρώτων στοιχείων της μελλοντικής κοινωνίας, των παραγωγικών πυρήνων βάσης που θα αναπτυχθούν μέσα από την αυτονομία των μαζών.” (4)

Ενεργή μειοψηφία: Ειδική Αναρχική Οργάνωση Συγγένειας.

Η σύγχρονη εξεγερτική σκέψη, ξεπήδησε μέσα από τις ιστορικές συνθήκες της μεταπολεμικής Ιταλίας. Στο ιταλικό αναρχικό κίνημα εκείνης της εποχής υπήρχε ιδιαίτερα έντονη διαμάχη ανάμεσα σε αυτούς που πίστευαν στην εγκυρότητα της ειδικής αναρχικής “οργάνωσης σύνθεσης” γύρω από την Ιταλική Αναρχική Ομοσπονδία (FΑΙ) που κατηγορούταν ως “καθαροί”, και σε εκείνους που υπερασπίζονταν το μοντέλο μιας ειδικής αναρχικής “οργάνωσης τάσης” γύρω από τις Αναρχικές Ομάδες Προλεταριακής Δράσης (GAAP). Και οι δύο ομάδες οργανώθηκαν γύρω από ένα ειδικό αναρχικό πρόγραμμα, είτε πλουραλιστικό (FAI) είτε πλατφορμιστικό (GAAP). (5)

Έμοιαζε εκτός πραγματικότητας το να ξεπηδήσει ένας τρίτος τύπος ειδικής οργάνωσης, γύρω από τοπικές ομάδες βασισμένες στη συγγένεια. Συγγένεια σε αυτήν την περίπτωση δε σήμαινε ότι οι αναρχικοί απλά θα έπρεπε να οργανώνονται μαζί με τους φίλους τους, ή να μην οργανώνονται καθόλου όπως οι αντιοργανωτικοί ατομικιστές, αλλά βασιζόταν σε ξεκάθαρη γνώση του πού βρίσκονταν οι σύντροφοι, μέσα από πολιτική συζήτηση, ανάλυση και κυρίως μέσα από την εμπειρία του να δουλεύει ο ένας με τον άλλο στον αγώνα. Με λίγα λόγια, στο επίκεντρο ήταν το χτίσιμο ενότητας με άλλο κόσμο μέσω της πράξης. Οι επαναστάτες αναρχικοί κάθε τάσης θα έπρεπε να σκεφτούν να προσπαθήσουν να μάθουν από τα καλύτερα στοιχεία τέτοιων στρατηγικών. Αντίθετα με το να συμφωνούν με πολιτικά προγράμματα (μινιμαρισμένα, μεταβατικά ή μαξιμαρισμένα) και τις απαράβατες εντολές τους, οι επαναστάτες αναρχικοί θα έπρεπε να αγωνίζονται να διατηρήσουν μια αναλυτική και οργανωτική πρακτική βασισμένη σε και επεξεργασμένη μέσα από τη συμμετοχή στον κοινωνικό αγώνα:

Από την άλλη, η ομάδα συγγένειας έχει πολύ μεγάλες προοπτικές και αφορά άμεσα την πράξη, βασιζόμενη όχι στην ποσότητα των φορέων της αλλά στην ποιότητα που γεννά η δύναμη ενός αριθμού ατόμων που εργάζονται μαζί για ένα σχέδιο που επεξεργάζονται μαζί όσο προχωρούν. Από το να είναι μια ειδική δομή του αναρχικού κινήματος και συνολικά της γκάμας δραστηριοτήτων που αυτό αφορά -προπαγάνδα, άμεση δράση, ίσως μια εφημερίδα, εργασία σε μια άτυπη οργάνωση- μπορεί επίσης να επιζητά το σχηματισμό ενπός πυρήνα βάσης ή κάποιων άλλων μαζικών δομών κι έτσι να παρέμβει πιο αποτελεσματικά στον κοινωνικό αγώνα.” (6)

Αυτόνομοι πυρήνες βάσης: Αυτοδιευθυνόμενες Συμμαχίες για την Αυτονομία των εργατών.

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, η αυτενέργεια των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων είναι απίστευτα σημαντική για τους εξεγερτικούς αναρχικούς. Αυτό φαίνεται μέσα από την ιδεώδη μορφή μαζικής οργάνωσης που προτείνουν, τους αυτόνομους πυρήνες βάσης. “Βάση” είναι μια άλλη λέξη για το “λαϊκό/σε επίπεδο λαού”. “Πυρήνας” είναι μια άλλη λέξη για το “κύτταρο”. Οι αυτόνομοι πυρήνες βάσης είναι ουσιαστικά αυτοδιευθυνόμενα λαϊκά κύτταρα ή συμμαχίες, ανεξάρτητες από οποιοδήποτε κόμμα ή συνδικαλιστική ένωση. Είναι μαζικές οργανώσεις βασισμένες στην πλήρη αυτονομία των εργατών και την αυτοδιεύθυνση.

Οι εξεγερτικοί αναρχικοί εργάζονται μέσα σε κοινοτικούς, εργασιακούς ή άλλους μαζικούς αγώνες με ενδιάμεσους στόχους, ενθαρρύνοντας πάντα τους εργάτες να οργανώνονται αυτόνομα αν αυτό είναι δυνατό. Παραδείγματα τέτοιων οργναώσεων στην πράξη ήταν οι αυτοδιευθυνόμενοι σύνδεσμοι που πολέμησαν ενάντια στην κατασκευή μιας πυραυλικής βάσης των Η.Π.Α. Στο Κομίσο της Ιταλίας . (6) Το Αυτόνομο Κίνημα Βάσης (των εργαζομένων στιυς σιδηροδρόμους) στο Τορίνο, αναφέρεται συχνά επίσης.

Υπήρξε συχνά η υπόνοια ότι τέτοιες δομές μιμούνται τις μετωπικές οργανώσεις που φτιάχνουν πολλά λενινιστικά κόμματα, αποδεικνύοντας οτι οι εξεγερτικοί αναρχικοί έχουν μια πρακτική υποκατάστασης και πρωτοπορίας. Αντιθέτως, το κάλεσμα για τέτοιες αυτοδιευθυνόμενες οργανώσεις με χαρακτηριστικά άμεσης δράσης (επίθεση), διαρκούς σύγκρουσης (κριτική της αντιπροσώπευσης) και όχι μόνο, δείχνει να αντανακλά την στρατηγική και τις τακτικές που υποστηρίζουν κάποιοι σύγχρονοι επαναστάτες αναρχικοί που θεωρητικοποίησαν μια πρακτική “άμεσων σωματείων”. (7)

Έχει επίσης υπάρξει μια αποπροσαναντολισμένη αντίληψη ότι ο εξεγερτικός αναρχισμός είναι μια πολιτική θεωρία και μέθοδος για την πρακτική επίθεση και καταστροφή της υπάρχουσας Αριστεράς στις διάφορες σωματειακές και συνδικαλιστικές οργανώσεις. Ίσως να αρκούσε μια ματιά στο “Κριτική των συνδικαλιστικών μεθόδων” του Μπονάννο για να δει κανείς ότι αυτό δεν είναι η πλήρης αλήθεια:

Ένα σχέδιο αποδιοργάνωσης των των εργατικών ενώσεων θα απαιτούσε μια καταστρεπτική λογική… Θα ήταν διασπαστικό να δοθεί ενέργεια (την οποία δεν κατέχουμε) σε μια τέτοια προοπτική, και όχι ο σωστός τρόπος να ασχοληθούμε με το πρόβλημα των εργατικών οργανώσεων. Γρηγορότερα και καλύτερα αποτελέσματα θα επιτυγχάνονταν από την πραγματοποίηση μιας ριζοσπαστικής κριτικής των σωματείων και της επέκτασής της εξίσου στον επαναστατικό αναρχοσυνδικαλισμό. (8)

Οι εξεγερτικοί αναρχικοί δε μάχονται ενάντια στο να δουλεύει κανείς μέσα από τέτοιες δομές, αλλά για να φέρουν τη δική τους ριζοσπαστική αναρχική κριτική και ιδέες σε αυτές τις οργανώσεις, προκειμένου αυτές να ξεπεράσουν το ιστορικό τέλμα όπου οι περισσότερες αντίστοιχες οργανώσεις βρίσκονται. Εργάζονται για την οικοδόμηση ευρύτερων ταξικά δομών που δεν περιορίζονται στους αγώνες ενός εργασιακού χώρου ή μιας κοινότητας, αλλά είναι εκεί όπου οι άνθρωποι μάχονται για τα ζητήματα και τους αγώνες τους, όχι απλά αμυντικά. Ένα πιο σύγχρονο παράδειγμα τέτοιων οργανώσεων μπορούν να βρεθούν στο μοντέλο του“δικτύου αλληλεγγύης” που ξεπήδησε πρόσφατα όπου οι εργάτες πολέμησαν ενάντια στα αφεντικά και τους ιδιοκτήτες, συμμετείχαν όμως και σε αγώνες ενάντια στην αστυνομία και σε δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων. (9)

Βάζοντας τους νεκρούς να ξεκουραστούν.

Συμπερασματικά, οι αναρχικοί θα έπρεπε να αναγνωρίσουν ότι οι υπαρκτές διαφορές μεταξύ των εξεγερτικών αναρχικών και άλλων ρευμάτων του αναρχισμού δεν έχουν το μέγεθος σχίσματος όπως συχνά περιγράφεται σε κάποιους κύκλους. Αυτά φαίνεται να απορρέουν από την άγνοια του εξεγερσιακού πλάνου είτε από τους υποστηρικτές είτε από τους αντιπάλους του, βασιζόμενα σε ιστορική σύγκριση με γνωστά αντίστοιχα ιστορικά ρεύματα. Ελπίζουμε ότι αυτή η εισαγωγή στις εξεγερτικές οργανωτικές μεθόδους για την επανάσταση, βοηθά στην αποσαφήνιση του πού υπάρχουν ομοιότητες και πού διαφορές, καθώς και στο γκρέμισμα διδεδομένων μύθων. Αντί να ταλαντεύεται μέσα σε μια διαρκή διαμάχη πάνω στην οργανωτική μορφή, μακάρι το αναρχικό κίνημα στο σύνολό του να αρχίσει να επικεντρώνει περισσότερο στους (αντι-)πολιτικούς στόχους και οράματα πάνω στα οποία συζητούν σήμερα οι επαναστάτες όλων των τάσεων.

Σημειώσεις.

  1. – Crimethinc’s Say You Want An Insurrection?, Peter Gelderloos’ Insurrection vs. Organization, and Joe Black’s Anarchism, insurrections and insurrectionalism.

  2. – Dissident #2 Postcript.

  3. – A.M. Bonanno From Riot to Insurrection.

  4. – A.M. Bonanno Looking Forward to Self-management.

  5. – Coordinadora Informal Anarquista Vivir la Anarquía.

  6. – Insurrection #4.

  7. – Libcom.org Direct Unionism.

  8. – A.M. Bonanno Critique of Syndicalist Methods.

  9. – Libcom.org Solidarity Networks.

    Λινκ απο το οποίο μεταφράστηκε το κείμενο – https://libcom.org/library/insurrectionary-anarchy-revolutionary-organization

Η επίθεση είναι η καλύτερη μορφή άμυνας. Γιόχαν Μοστ – 1884.

12921039_978755975545102_175467906_n

Εφόσον πιστεύουμε ότι η προπαγάνδα στην πράξη είναι χρήσιμη, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για οποιεσδήποτε επακόλουθες καταστάσεις αυτή αφορά.

Όλοι τώρα γνωρίζουν εμπειρικά πως, όσο πιο υψηλό το επίπεδο του στόχου που θα πυροβοληθεί ή ανατιναχτεί, και όσο πιο άψογα έρθει σε πέρας η ενέργεια, τόσο μεγαλύτερο και το προπαγανδιστικό αποτέλεσμα.

Οι βασικές προϋποθέσεις της επιτυχίας είναι η μεθοδική προετοιμασία, η εξαπάτηση του αντιπάλου και το ξεπέρασμα των όποιων εμποδίων παρουσιάζονται μεταξύ αυτού που είναι να επιτελέσει τη δράση και του εχθρού.

Τα έξοδα που προκύπτουν λόγω τέτοιων επιχειρήσεων, είναι κατά κανόνα αρκετά υψηλά. Στην ουσία, θα μπορούσε κανείς να φτάσει να πει ότι η πιθανότητα τέτοιων δράσεων να επιτύχουν συχνά εξαρτάται από το αν είναι διαθέσιμα τα απαραίτητα οικονομικά μέσα ώστε να ξεπεραστούν οι δυσκολίες. Στις μέρες μας , τα χρήματα ανοίγουν πόρτες που κανείς δε θα μπορούσε να σπάσει, με μια σιδερένια μπάρα. Ο πειστικός ήχος των κερμάτων τυφλώνει και χαζεύει τους ανθρώπους. Η ισχύς του τραπεζικού λογαριασμού υπερνικά κάθε διάταγμα.

Κάποιος που δεν έχει λεφτά, δεν μπορεί να πλασαριστεί στην “υψηλή κοινωνία” χωρείς να φανέι “ύποπτος”, χωρίς να μπει σε επιτήρηση και έιτε να συλληφθεί συνοπτικά είτε τουλάχιστον να προληφθεί με κάποιο τρόπο απ το να πραγματοποιήσει την επαναστατική του πρόθεση. Αντιθέτως, παρουσιάζοντας το νεαυτό του ως ελκυστικό και “διακεκριμένο”, ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να κυκλοφορεί ελύθερος και χωρίς να κινεί υποψίες, επιφέροντας πιθανώς την αποφασιστική έκρηξη, ή εκκινώντας μια κολασμένη μηχανή που απο πριν είχει κρυφτεί κατάλληλα σε κάποιο καλό κρησφύγετο.

Αν λοιπόν κάποιοι σύντροφοι εμπνευστούν από τέτοιες ιδέες, αν πάρουν την απόφαση να ρισκάρουν τις ζωές τους για να πραγματοποιήσουν μια επαναστατική δράση, και αν -συνειδητοποιώντας οτι η συνεισφορά των εργατών δεν είναι παρά μια σταγόνα στον ωκεανό- απαλλοτριώσουν τα μέσα που απαιτούνται για τη διεκπεραίωση της πράξης, κατά τη γνώμη μας οι πράξεις τους είναι απόλυτα σωστές και καθόλου αφύσικες.

Για την ακρίβεια, είμαστε απόλυτα πεισμένοι ότι δεν υπάρχει καν η πιθανότητα να έρθουν σε πέρας αξιοσημέιωτες επιχειρήσεις, εκτός αν έχουν από πριν απαλλοτριωθεί τα απαραίτητα ποσά απο το στρατόπεδο του εχθρού.

Επομένως, οποιοσδήποτε που, ενώ εγκρίνει μια δράση ενάντια σε κάποιο αντιπρόσωπο της σύγχρονης “τάξης των κλεφτών” την ίδια στιγμή, απορρίπτει τον τρόπο με τον οποίο μαζεύονται τα χρήματα, είναι ένοχος για χοντροειδέστατη ασυνέπεια. Κανείς που να θεωρεί ότι η πράξη είναι από μόνη της σωστή δε νοείται να προσβάλει τον τρόπο με τον οποίο αποκτούνται τα απαραίτητα χρήματα, γιατί θα ήταν σαν κάποιος που γιορτάζει την ύπαρξή του να καταριέται τη γέννησή του. Ας μην ακούμε λοιπόν πια αυτές τς ηλίθιες κουβέντες περί “ηθικής αγανάκτησης” απέναντι στη “ληστεία” ή την “κλοπή” ˙ από τα στόματα των σοσιαλιστών, αυτό το είδος παρλαπίπας είναι πραγματικά η πιο ανόητη ηλιθιότητα που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Αφού χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει, ληστεύουν από τους εργάτες τα πάντα εκτός από τα απολύτως απαραίτητα για την επιβίωση, αυτός που επιθυμεί να αναλάβει δράση προς το συμφέρον του προλεταριάτου ενάντια στους εχθρούς του, υποχρεούται να ανακατευτεί με τους προνομιούχους κλέφτες και ληστές προκειμένου να απαλλοτριώσει τουλάχιστον αυτά που μπορεί από όσα παρήξαν οι ίδοι οι εργάτες, και να τα χρησιμοποιήσει για τους κατάλληλους σκοπούς. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι κλοπή και ληστεία αυτό που αντιμετωπίζουμε, αλλά ακριβώς το αντίθετο.

Επομένως, αυτοί που καταδικάζουν τέτοιες επιχειρήσεις χρηματοδότησης στις οποίες αναφερόμαστε, είναι επίσης εναντίον των ατομικών επαναστατικών πράξεων˙ αυτοί που απεχθάνονται τέτοιες πράξεις είναι απόλυτα ασόβαροι, κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους όταν αυτοαποκαλούνται επαναστάτες, αποθαρρύνουν τους πιο δραστήριους και αφοσιωμένους πρωτοπόρους του προλεταριάτου, αντιμετωπίζουν το εργατικό κίνημα ως την ¨πόρνη τους”, και δεν είναι όταν τους δει κανείς καθαρά στο φως, τίποτα παρά προδότες και αχρείοι.

Επιπλέον, οποιαδήποτε “παράνομη” πράξη -είτε είναι απλά μια προπαρασκευαστική πράξη για κάποια άμεσα επαναστατική δράση είτε όχι- μπορεί εύκολα να επιφέρει απρόβλεπτες συνέπειες, οι οποίες από τη φύση τους συνηθίζουν να εμφανίζονται εν τω μέσω μιας κρίσιμης κατάστασης.

Προκύπτει λοιπόν από τα επιχειρήματά μας μέχρι τώρα, ότι αυτές οι δευτερεύουσες συνθήκες (τυχαίες συμπτώσεις) δεν μπορούν να αποκοπούν απ τις ίδιες τις πράξεις και να κριθούν με ειδικά κριτήρια.

Αν για παράδειγμα ένας επαναστάτης κατά τη διαδικασία διεκπεραίωσης μιας πράξης εκδίκησης ή κάτι αντίστοιχου, ή εξασφαλίζοντας τα μέσα για μια τέτοια πράξη (χρήματα, όπλα, δηλητήριο, εκρηκτικά κτλ) ξαφνικά βλέπει ότι κάποιος τον εμποδίζει, και αν αυτό τον θέτει σε πολύ σοβαρό κίνδυνο, τότε όχι απλά έχει το δικαίωμα, από τη συνήθη οπτική γωνιά της αυτοάμυνας και της αυτοσυντήρησης, να καταστρέψει οποιονδήποτε τον προδίδει με μια τέτοια παρέμβαση , αφού η άφιξη του όποιου ατόμου μπορεί να τον στείλει στη φυλακή ή την κρεμάλα, αλλά έχει και το καθήκον για χάρη του σκοπού για τον οποίο πολεμά, να βγάλει από το δρόμο του το απρόσκλητο σκουπίδι.

Σίντνεϋ Πάρκερ (1973) – Κάποιες σημειώσεις για τον αναρχισμό και τον προλεταριακό μύθο.

Λύσσα και συνείδηση αρνηση και βία να σπείρουμε το χάος και την αναρχία Ⓐ

Το ζήτημα του Αναρχισμού δεν είναι θέμα μιας μόνο τάξης, επομένως ούτε και της εργατικής τάξης, είναι ζήτημα κάθε ατόμου που θεωρεί ότι η προσωπική του ελευθερία έχει αξία..”

John Henry Mackay.

Oι αφέντες ποτέ δεν στερήθηκαν μια καλοσυνάτη και εργατική δύναμη, για να επαναφέρουν τους Φυγάδες. Ούτε και σήμερα τη στερούνται. Πείτε τους όπως θέλετε, συνηθισμένους ανθρώπους, μάζες, προλετάριους, είναι πάντοτε το πρώτο ανάμεσα σε άλλα μέσα συμμόρφωσης.

Paul Herr.

1

Για πολλά χρόνια, ο Τύπος και οι ιστορικοί συνέδεαν τον Αναρχισμό με ένα είδος αντιπολιτικού κρατικού σοσιαλισμού, βασισμένου στο μεσσιανικό ρόλο του “λαού” ή και των “εργατών”. Αυτήν την οπτική ενθάρρυναν και αρκετοί αυτοαποκαλούμενοι αναρχικοί, που στην ουσία είναι κολλεκτιβιστές που απεχθάνονται τον συγκεντρωτισμό. Παρά τις όποιες τροποποιήσεις επέβαλε η ίδια η πραγματικότητα στους πιο αδιάλλακτους λαϊκιστές, η ψευδαίσθηση επιμένει ακόμα όπως κάνουν συνήθως οι ψευδαισθήσεις.

Το πρώτο μέρος αυτού του δοκιμίου είναι αφιερωμένο σε μια κριτική της ψευδαίσθησης αυτής. Γιατί οι “μάζες” συνεχίζουν να μην ανταποκρίνονται στο “αναρχικό” μήνυμα; Ίσως επειδή αυτό απευθύνεται μόνο σε μια μειοψηφία; Κι αν ναι, τότε δε θα ήταν καλύτερα να προσαρμόσει κανείς αντίστοιχα τις απόψεις του;

Ένα σημαντικό στοιχείο του λαϊκίστικου μύθου, είναι η αντίληψη ότι κατά τη διάρκεια των ιστορικών επαναστάσεων, είναι ότι ο “λαός” ξεσηκώνεται ως ολότητα και ανατρέπει τους αφέντες του. Υποτίθεται ότι βρίσκονται ενστικτωδώς από την πλευρά της “ελευθερίας”. Αυτή η υπόθεση γίνεται επειδή ο εργάτης είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης, γιατί υπόκειται στις επιθυμίες των αφεντικών του, επομένως πρέπει εξατίας αυτής της κατάστασής του να επιθυμεί να είναι “ελεύθερος” κι έτσι να ανταποκρίνεται ευκολότερα στις αναρχικές ιδέες απ’ ότι μέλη άλλων τάξεων.

Υποστηρικτικά ως προς το συλλογισμό αυτό, οι προλεταρικοί μυθολόγοι συλλέγουν με επιμέλεια δείγματα πληροφοριών σε σχέση με την “άμεση δράση των μαζών”. Μας λένε για τη μάυρη σημαία που ανέμιζε πάνω απο εργοστάσια κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Κορέα, εκστασιάζονται όταν μιλούν για την εξέγερση του Βερολίνου το 1953, αυτή στην Ουγγαρία το 1956, ενθουσιάζονται με τις πρώτες μέρες του καθεστώτος Κάστρο στην Κούβα και τις μέρες του Μάη στο Παρίσι του 1968, πόσο μάλλον με την Παρισινή Κομμούνα, τη Μεξικανική, τη Σοβιετική και την Ισπανική επανάσταση. Αυτό που δεν ξεψαχνίζουν είναι τα πολύ πιο πολυάριθμα και επίμονα παραδείγματα των προλετάριων που υποστηρίζουν τους κυβερνώντες που τους ταϊζουν- που στελεχώνουν τη μεγάλη μάζα του προσωπικού φυλακών, αστυνομίας και στρατιωτικών υπηρεσιών, που είναι “πάντοτε το πρώτο ανάμεσα σε άλλα μέσα συμμόρφωσης” και που καταδιώκουν το ξεχωριστό άτομο κραυγάζοντας για κονφορμισμό.

Ένα από τα πιο βαριά φορτία που έχουν να κουβαλάνε οι αναρχικοί είναι αυτή η σύνδεση με την ανιαρή “εργατική” κουλτούρα αυτών των “συνηθσιμένων και προσγειωμένων” εκατομμυρίων, που έγιναν εθελοντικά το ποίμνιο των κηρύκων και των αφεντών τους δια μέσου των αιώνων. Οι προλεταριακοί μυθολόγοι μπορούν να πάνε όσο πίσω χρειαστεί στο παρελθόν για να βρουν παραδείγματα “άμεσης δράσης” και ”δημιουργικότητας” από πλευράς του “λαού”. Αυτό που δεν μπορούν να κάνουν είναι να δείξουν πώς αυτά ποτέ υποκατέστησαν εξουσιαστικά συστήματα, ή ότι δεν έφεραν μέσα τους τους σπόρους νέων μορφών εξουσίας. Πράγματι, τα συντριπτικά ιστορικά στοιχεία υποστηρίζουν την προκλητική θέση του Έρικ Χόφφερ στο “Ο πραγματικός πιστός” ότι συνήθως οι μάζες παίρνουν αυτά που θέλουν από “επιτυχημένες” επαναστάσεις – ένας ισχυρός αφέντης – κι ότι οι μόνοι που απογοητεύτηκαν ήταν οι πνευματικοί τους πρόδρομοι (όταν αποδεκατίστηκαν). Υποστηρίζουν επίσης τα μελαγχολικά συμπεράσματα της Σάημον Γουέι στις συνδικαλιστικές μέρες της:

Μπορούν οι εργατικές οργανώσεις να δώσουν στο προλεταριάτο τη δύναμη που του λείπει; Η ίδια η πολυπλοκότητα του καπιταλιστικού συστήματος κι επακόλουθα των ζητημάτων που αναδεικνύει ο αγώνας που πρέπει να έρθει σε πέρας, φέρουν μέσα στην ίδια την καρδιά του κινήματος της εργατικής τάξης, τον υποτιμητικό διαχωρισμό της εργασίας σε χειρωνακτική και πνευματική. Ο αυθόρμητος αγώνας αποδείχτηκε σχεδόν πάντα αναποτελεσματικός και η οργανωμένη δράση σχεδόν αυτόματα αποκρύπτει ένα διαχειριστικό μηχανισμό ο οποίος αργά ή γρήγορα γίνεται καταπιεστικός.”

2

Θ’ αρνιόμουν την ύπαρξη της ταξικής πάλης λοιπόν; Όχι δεν το κάνω. Υπάρχει όμως αξιοσημείωτη σύγχυση ανάμεσα στο γεγονός της ταξικής πάλης και στη θεωρία της.

Το γεγονός είναι η αναντίρρητη ύπαρξη μιας σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ εργαζομένων κι εργοδοτών- είτε κρατικών είτε ιδιωτικών. Η αυνειδητοποίηση και η έκταση αυτής της σύγκρουσης δεν έιναι τόσο διαδεδομένες όσο οι κήρυκες του “ταξικού πολέμου” θα ήθελαν να πιστεύουν αυτοί και άλλοι διάφοροι, υπάρχει όμως και έχει κατά καιρούς καταλήξει σε βελτιωμένες συνθήκες για τους εργαζόμενους. Είναι τόσο φυσικό να υπερασπίζεται τα συμφέροντά του κάποιος που ζει από το μισθό του, όσο είναι και το να υπερασπίζεται τα δικά του αυτός που πληρώνει το μισθό. Αυτό είναι γεγονός και μόνο ένας κουτός θα το αρνούνταν.

Από την άλλη, η θεωρία βασίζεται στην αναπόδεικτη πεποίθηση ότι αυτή η σύγκρουση θα ή και μπορεί να οδηγήσει σταδιακά στην κατάργηση της εκμετάλλευσης και την εγκατάσταση μιας αταξικής κοινωνίας. Είτε ως λογική βάση νοείται η Μαρξιστική οπτική μιας ιστορικής διαλεκτικής που ωθεί την ταξική πάλη ως την τελική κατάληξη όλων των συγκρούσεων στον κομμουνισμό, είτε η Μπακουνική/Κροποτκινική πίστη στην αυθόρμητη “δημιουργικότητα των μαζών”, έχει μικρή διαφορά ως προς τη βασική ιδέα ότι η ταξική πάλη είναι ο βασιλικός δρόμος προς την ουτοπία. Όσο και να τροποποιήθηκε από διάφορες αλλαγές και βελτιώσεις ή να καταπνίγηκε από επιστημονικές αρλούμπες, η θεωρία παραμένει μια εκλαϊκευμένη εκδοχή της μεσσιανικής αντίληψης περί έλευσης του “βασιλείου του παραδείσου” στη γη, και έχει περίπου τις ίδιες αποδείξεις να την στηρίζουν. Για πάνω από 150 χρόνια οι προλετάριοι ιδεολόγοι παρότρυναν τους “εργάτες” να είναι αυτό ή εκείνο, να κάνουν αυτό ή εκείνο, και η απόκρισή τους ήταν ουσιαστικά μηδενική – εκτός αν ήταν κάποιο κάλεσμα για πόλεμο. Μετά από περισσότερα χρόνια απ’ όσα οποιοσδήποτε απο εμάς τους ζωντανούς μπορεί να θυμηθεί, η ανταπόκριση της συντριπτική πλειοψηφίας των εργατών στις αναρχικές ιδέες ήταν είτε αδιάφορη είτε εχθρική.

Καμία εξέγερση των προλετάριων ή των προγόνων τους στην επαναστατική μυθολογία δεν έβαλε ποτέ κάποιο τέλος στην υποτακτικότητά τους. Η υποτιθέμενη “δημιουργικότητά” τους και η “επιθυμία για ελευθερία”, ως τάξη, είναι απλά λαϊκίστικες ανοησίες και κατά βάση αποτελούν το προϊόν ενοχικών μεσοαστών ή μεγαλοαστών διαννοούμενων που ψάχνουν να εξιλεωθούν για τις κοινωνικές τους αμαρτίες. Ο Κροπότκιν που είναι ένα τυπικό παράδειγμα, επαναλαμβάνει ξανά και ξανά ότι “ο Αναρχισμός είναι η ¨δημιουργικότητα” των μαζών”, αλλά ποτέ δεν εξηγεί την αιτιολογική σύνδεση μεταξύ των δύο. Αυτό που κάνει είναι να παραθέτει κάποια επιλεγμένα ιστορικά γεγονότα τα οποία ερμηνεύει ως τέτοια, κι αυτά συνήθως είναι δημοκρατικά παρά αναρχικά ως προς το χαρακτήρα τους.

3

Το πρόβλημα με μεγάλο μέρος όσων καλούνται σήμερα “αναρχισμός” είναι το γεγονός ότι οι εκπρόσωποί του κυριαρχούνται από “κοινωνιοποιημένες νοοτροπίες”. Εννοώ με αυτό μια εμμονή με την αντίληψη ότι η απελευθέρωση του ατόμου έρχεται μέσα από την σύμπλευση με την “κοινωνία”. Όχι, σε αυτήν την περίπτωση, μια υπαρκτή αλλά μια ιδεώδη αταξική/ακρατική κοινωνία, την οποία το απροσδιόριστο μέλλον υποτίθεται ότι θα φέρει.

Το διακριτικό χαρακτηριστικό αυτού του τύπου κοινωνιοποιημένης νοοτροπίας είναι ότι διακατέχεται από την πεποίθηση ότι ο αναρχισμός ισούται με τον αντικρατισμό. Από τη στιγμή που θα εκμηδενιστεί το κράτος, όπως λέει η άποψη, η ανθρωπότητα θα ζει στην ελευθερία. Δυστυχώς όμως αυτό δε συμβαίνει, αφού η εξουσία έχει κι άλλα μέσα/πηγές πέρα από το κράτος. Ένα από αυτά είναι η “κοινωνία”. Πράγματι, τα κοινωνικά ήθη κι έθιμα μη ώντας καθορισμένα σε και από κάποια νομικά διατάγματα, μπορούν να έιναι πιο επίμονα καταπιεστικά απ’ ότι οι νόμοι του κράτους, ενάντια στους οποίους, κατά καιρούς, υπάρχει κάποιο επίπεδο νομικής προστασίας. Πολλοί αποκαλούμενοι αναρχικοί αναγνωρίζουν την καταπιεστικότητα του κράτους, είναι όμως τυφλοί μπροστά σε αυτήν της κοινωνίας. Η “αναρχία” τους επομένως, συνίσταται στο να αντικατασταθεί η κάθετη εξουσία του κράτους, από την οριζόντια εξουσία της κοινωνίας.

Ως αναρχικός ατομικιστής δεν αναγνωρίζω ούτε την νομιμότητα του κρατικού ελέγχου πάνω μου, ούτε αυτή ενός ακέφαλου πλήθους που θα αυτοαποκαλείται “αναρχικό”. Συμφωνώ με τον Ρέντσο Νοβατόρε όταν έγραφε:

Η αναρχία δεν έιναι μια κοινωνική νόρμα, αλλά μια μέθοδος ατομικοποίησης. Καμία κοινωνία δε θα μου προσδώσει πιο πολύ από μια περιορισμένη ελευθερία και μια ευημερία που εξασφαλίζει σε κάθε ένα από τα μέλη της. Δε με ικανοποιεί όμως αυτό και θέλω περισσότερα. Θέλω όλα όσα έχω τη δύναμη να κατακτήσω. Κάθε κοινωνία ζητά να με περιορίσει στα αξιοσέβαστα όρια του επιτρεπόμενου και του απαγορευμένου. Δεν αναγνωρίζω όμως αυτά τα όρια, γιατί τίποτα δεν απαγορεύεται και όλα επιτρέπονται σε αυτούς που έχουν τη δύναμη και το θάρρος.

Επομένως, αναρχία δεν είναι η ανοικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας που κι αυτή θα υποφέρει. Είναι μια αποφασιστική μάχη ενάντια σε κάθε κοινωνία- τη χριστιανική, τη δημοκρατική, τη σοσιαλιστική, την κομμουνιστική, κτλ. Αναρχισμός είναι η αιώνια μάχη μιας μικρής μειοψηφίας αριστοκρατικών αουτσάηντερς ενάντια σε όλες τις κοινωνίες που ακολουθούν η μία την άλλη στην πίστα της ιστορίας.”

Είτε μας αρέσει είτε όχι, οι αναρχικές ιδέες δεν ήταν ποτέ κτήμα περισσότερο απο ενός μικρού αριθμού ατόμων που οικειοποιήθηκαν τον αναρχισμό και τον προώθησαν ως τέτοιο. Η επένδυση των εκμεταλλευόμενων μαζών με επαναστατικά προτερήματα, η υπερανάλυση πάνω σε αυτά μέσω κειμένων με ενός λεπτού διάρκεια ζωής που δε διαβάζουν οι ίδοι ποτέ, είναι συχνά μια απλή μεταμφίεση ενός ηθικισμού που μιλά για το πώς θα ‘πρεπε να φέρονται, πετώντας έναν πολύχρωμο μανδύα πάνω στο πώς έχουν ήδη φερθεί, πώς φέρονται και πώς θα φερθούν- με δεδομένη την έλευση της δευτέρας παρουσίας του Ιησού Χριστού, του Καρλ Μαρξ και του Μιχαήλ Μπακούνιν, ξεχωριστά ή όλων μαζί…

Όσοι θεωρούν ότι ο αναρχισμός συνδέεται οργανικά με την ταξική πάλη βρίσκονται πραγματικά κάπου στη μέση μεταξύ αναρχισμού και σοσιαλσμού. Από τη μία προσπαθούν να εξυψώνουν την αυτοκυριαρχία που είναι η ουσία του αναρχισμού. Από την άλλη παραμένουν αιχμάλωτοι δημοκρατικών, κολλεκτιβίστικων, προλεταριακών μύθων. Μέχρι να μπορέσουν να κόψουν αυτόν τον ομφάλιο λώρο που τους κρατά προσδεμένους στο σοσιαλισμό, δε θα μπορέσουν ποτέ να φτάσουν στο ζενίθ της δύναμής τους ως αυτεξούσια άτομα. Θα άγονται και θα φέρονται ακόμα κατά μήκος του ουτοπικού μονοπατιού που υποτίθεται ότι οδηγεί στις πηγές με τη λεμονάδα και τα τσιγαρόδεντρα του μεγάλου ζαχαρωτού βραχοβουνού.

4

Όποιες κι αν είναι οι ελπίδες μου, όσο αποκρουστικές και να βρίσκω τη μιζέρια και τις ιεραρχίες που συναντώ, γνωρίζω πως οι κυβερνώντες δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς τη συνεργασία των κυβερνόμενων, και είναι γελοίο να υποθέτουμε ότι οι πλούσιοι είναι απλώς παράγωγα της κυβέρνησης. Χωρίς την υποτακτικότητα των πολλών, οι λίγοι που έχουν τα προνόμια θα έχαναν την εξουσία τους. Αφού δεν εξαρτώμαι από τη μελλοντική πραγματοποίηση κάποιας ιδανικής κοινωνίας ως το “λόγο ύπαρξής μου”, δεν έχω ανάγκη να προστρέξω σε κάποια τάξη ή ομάδα για να επικυρώσει τις ιδέες μου.

Η απόρριψη όμως των κοινωνικοπολιτικών μύθων δεν έιναι συνώνυμη με την απόρριψη κάθε πράξης, από πλευράς ατόμου. Εάν οι μάζες είναι αδιάφορες ή εχθρικές, αν το μέλλον υπόσχεται πως θα είναι ένα ταραχώδες μείγμα του 1984 με τον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο, παρ’ όλες τις όποιες ατέλειες αντρών και γυναικών που, μέχρι την τελική ρομποτοποίηση, θα αφήνουν ακόμη κενά και ρωγμές στο κοινωνικό εργοστάσιο. Σε αντίστοιχες χαραμάδες της οργανωμένης Συλλογικότητας θα είναι ακόμη πιθανό, εδώ κι εκεί, να δημιουργούνται συμπαθητικοί χώροι, οάσεις ασύλου και αντίστασης, γι’ αυτούς που έχουν κόψει δεσμούς με τα ήθη και τις αξίες του Καθεστώτος και την ίδια στιγμή έχασαν την πίστη σε κολλεκτιβίστικες αλλά και εξουσιαστικές λύσεις των προβλημάτων τους. Ένας τέτοιος τρόπος να προχωράς, πάντως, δεν είναι προϊόν της “ταξικής πάλης”. Είναι πρώτα και κύρια μια ιντιβιντουαλιστική απόπειρα: η δημιουργία μιας εγωιστικής ευισθησίας.

Greece: Political statement of Panagiotis Argyrou for the trial for the escape attempt

Looking back…

We’re given our life only once, like a unique chance. It’s never going to exist again, at least in this autonomous form. And what do we do with it instead of living it? What do we do? We drag it from place to place, killing it…” (Hronis Missios)

The courts have a unit of their own to count life and freedom by; a unit that uses types and algorithms of the legal language to say what’s fair or unfair, right or wrong, normal or in decline. And in this process where lives and freedoms are being put in the balance of the law, you’re sometimes given the chance to look back; you feel guilty or you don’t. It’s an important moment because whatever you say might pour some more cement around you, it might increase the amount of those moments where the door opens up and closes, perhaps it makes your ear get used even more to the sound of the key turning into the door’s slot, enough to make you think you’ve always been hearing this sound, that there was no morning or evening you didn’t hear this sound at a certain pre-arranged time.

So here we are… For five and a half years I‘ve been hearing that key. Five and a half years that my eyes crash onto the walls. Five and a half years with two sentences (37 and 19 years) and another two coming. And now here in this trial one more. This will be the fifth trial in a row where I wait“to see what will happen to me” or for “my laughter to turn to crying“. And it is again the moment to put a mirror in front of the past and my choices and look back. So I look…

I look and I see myself growing up in the eras of the criminally indifferent, the peaceful monsters. I look and I remember that since childhood I‘ve been told not to delve into things I don’t understand. I remember they tried to teach me that it is wrong to care about things that no one else seemed to care about. I remember, still a young pupil at school, the humanitarian bombings in Kosovo and the various charity organizations coming to schools to convince us that the life of an orphan child in Yugoslavia was worth as much as a Unicef notebook. I remember the nights in my living room watching the gravediggers of the TV show broadcasts counting the number of those killed with such neutrality as if they were presenting the lottery. I remember the humanitarian fashion of adopting children of the so called “third world”, who suffered and died thirsty and hungry somewhere too far away to upset us.

I remember the streets filled with disabled war refugees and other people throwing coins at them as if they were spitting at them. I remember the street children, car drivers cursing the immigrants who were bouncing through traffic to clear windscreens and this… “go back to your owncountry”. I remember the homeless on the corners of the shopping streets, in front of, or just close by, to glitzy storefronts full of useless products manufactured by minors in a factory of a Third World country so that every citizen of the West can enjoy them, and the passersby who just passed with indifference and perhaps a little disturbed that their presence therein disrupted the aesthetics.

 

I remember the immigrant street-vendors who carried their wares in a sheet and the cops chasing them, beating them and pulling them by the neck dragging them onto the street in front of those passing by who only seemed to be bothered because all that happened in the course of their walk.

I remember entering puberty at the dawn of the millennium. When everybody celebrated and rejoiced just because it was the year 2000 and new editions of computer software were released. I remember most of my classmates not giving a damn about anything other than the new releases of some famous branded clothing, shoes, cellphones and video games. A whole generation spent the concerns of their adolescence in expensive garbage feeling happy, for they had the opportunity to spend money for that garbage. A whole generation learned to have fun watching stupid reality Big Brother-type shows where human dignity was voluntarily eliminated for a little publicity and some money was a prize, while at the same time it rained steel and death in the Middle East in the name of the war against terrorism.

It was a time when the morale and the background of values of the society was equivalent to that of the most stinking toilet. It was the time of there solved social issues. Stock exchange, entry to the Euro, dismantling of terrorism and the opening of the most solemn period: the preparation of the proud 2004 Olympics. Athens was modernized following the standards ofthe European metropolises; public transports were upgraded with metro, tram and new eco-buses, while they created new road networks to avoid wasting so many acres of burned forests during the previous summer-arsons. It was the opening of a long tourist season and they somehow had to upgrade the country roads, to make all kinds of brothels more accessible, as it is where the real holy spirit of the new Greek culture was highlighted, where the honored Greek peasantry spent their European subsidies, as in the rape of thousands of female immigrants of the former Eastern bloc, and the Greek housewives obtained a new national identity in the modern social environment, as they shared the same common concern “the sluts came to steal our men”. I remember the vulgar carelessness of that era. When the immigrants who drowned in the Aegean sea were not that many to appear in the news and at a push the politicians gave lifejackets to the children that survived from shipwrecks. The concentration camps for immigrants were fewer then; the killings and torture there did not reach so often to the outside and if they did there was only a slight reference just so as not to upset viewers. So…who cared that the construction sites of the Olympic facilities were built on the corpses of migrant workers due to the hundreds of accidents, in order to be delivered on time so that the public can watch doped athletes winning medals, it was a beautiful Greek summer where everyonediscovered the hidden charm of being Greek. It was then when the people full of national furore flooded the cities’ squares to celebrate the victories of the national soccer team in huge gatherings, shouting with one voice and one soul. It was the summer of proud Greece and nothing seemed to displease the “People” apart from the celebrations of Albanian immigrants at the win of their own national team. The locals were swept by holy indignation as “not only the Albanian children steal the flag in parades from our own ones, but they also have the nerve to stultify us in our own squares”. A holy indignation that caused a nationwide pogrom which apart from costing the life of at least one immigrant led to the injuries of hundreds of others. The social feeling of that era was not affected by the fact that we were heading towards a “control and surveillance society” with the so much advertised zeppelins with cameras seeing through walls and traffic cameras recognizing biometric features sprouting everywhere, but it could get people out on the streets with knives and shotguns due to their wounded “national pride”.

For me, it was the moment when something would break forever inside me and I would jump to the opposite coast. Because it’s not only that all this and even worse was happening, but mainly the total social indiferrence and silence. Since my very own childhood I remember asking and asking and asking… About the bombings on TV, the children in Africa, the homeless, the beggars, the immigrants, the police violence, and the answer cold, raw, cynical “it happens”. So simple. As if it was about a natural disaster, an earthquake or a flood. The young and the old, they were all using the same answer everywhere “it happens”, and the most rude ones, added “ok and what do you want me to do now?”. When I look back at that summer of 2004, I see myself disgusted and enraged with the world around me, with the will to move against it. Yes I‘m guilty for this. You can convict me for this. Because since very early I commited the crime of looking straight to the heart of this world and saw it being rotten, and since then I would never be the same again. I wouldn’t find peace anywhere if I didn’t do something, whatever, even if all by myself. From that moment on, I swore to myself that in this society I will always be an anarchist, an antisocial element fighting for the destruction of the civilization that gives birth to so much misery.

On November 17 2004, it’s the first time I took part in a demonstration with the organised anarchist block. A celebration that was controlled by the communist party (KKE) every year, and back in 1973 it had been condemned as an act provocation, something they were saying throughout the years that followed the junta when there were riots, proving KKE is a hostile, sneaky mechanism that has to be hit, because contrary to the clear enemies, the KKE pretends to be revolutionary. It was my first contact with the anarchists, the first time I smelled tear gas, the first time I saw riot police lynching demonstrators. I knew I was where I had to be.

Since then, only a few things have changed inside me. The hatred has settled down, matured and sharpened so as to be more effective. Not only did I not give up year by year but my first detentions, my first contact with the handcuffs a few months after November 17, strengthened my hatred. Persecuted like many others of my age from the parks and squares of our neighborhoods due to urban repression (which apart from a cataclysm of coffeshops that totally changed the regions where we grew up, the days only contained daily detentions, arrests, bullying at the local police stations). I started getting to know Exarchia. A place that I really felt it was pulsing. You thought that even the walls, the narrow streets exuded a feeling of rebellion. It was there where many of us met, we got to know each other and felt free from the oppression we felt in our own neighborhoods that had been forced to be modernized, upgraded and become so commercial and touristic that there was no room for us there. In Exarchia we felt like we were breathingin an air of freedom. We were not afraid to be arrested by a police patrol while hanging out on the street, at the square or at a narrow street. Many times, in order to get to Exarchia we risked facing police inspections by the squads of riot police and the cops surrounding the place and nevertheless we continued going there, learning how to approach the square while avoiding the police forces.

 

It was only a matter of time for me to begin to be part of the small or big insurrectional events that make this area special and famous, even abroad. Within these events very often there was neither targeted nor clear political strategy, no nothing. It was a simple, genuine expression of rage that reflected the oppression everyone of us received wherever we came from. Many times, things that obviously could not be the subject of a political project, were destroyed. Besides, what these insurrectionary events really were, was small, jerky, disjointed personal uprisings of a youth that perceived the metropolis in its entirety as a cage in which it suffocated and just as an enraged beast tries to destroy its cage we also destroyed everything we considered as an organic part of the metropolis-prison. Not because we would achieve something. Not because the state would fall. Not because we would send a message. And obviously not because we were nihilists. It was a subconscious insurrectionary purification as we wielded satisfaction from injuring the nerve endings of a metropolis-monster that we felt strangled our existence. That’s why now all these “elders“, the “experts”, the “veterans”, who in their own phase did the same and even worse, should bow their heads and listen to the pulse of this insurgent youth and what it has to offer, and see how they can pass on their own experiences so as to help having some conscious evolution and perspective. But if instead, they choose the easy solution of criticism, irony, derision and threats in order to be consistent with their conversion and transformation, marking a turn to the alleged quality of their aged political maturity, then they should first start by themselves. They should retrospectively make their self-critique and then let any threats begin. Because self-critique is not enough.

 

Following this, overcoming my initial excitement, I tried to pass from spontaneous insurrectionary outbreaks, to more organized groupings where I could collectivize my denials with other people who feel and think like me. So, constantly searching my way through procedures, groupings and conspiratorial networks I joined the Conspiracy of Cells of Fire and become an urban guerilla. During all these years I broke, I burned, I looted and I blew up as many symbols as possible of this disgusting civilization in whose name I am a prisoner and now go from trial to trial…

This was my way until prison with a small passage from the aggressive illegality where I chose my recourse as I wanted, not only to avoid captivity but also because I wanted to remain in an offensive stance against domination, as well. Looking back on then, I not only regret nothing, and I am proud of my choices.

I chose to be an anarchist because I believe in the destruction of all forms of power, explicit or implicit and I am determined to fight against every authoritarian alternative, no matter what mantle it uses each time. I am an anarchist because I believe in the absolute freedom of the individual and the free life that can be opened in front of such a prospect.

I chose to be an individualist because in a world where the rottenness reaches every aspect of social life I had no other choice, but I also consider that social legalization is a useless luxury and in no way a prerequisite for chosing my action. Some things cannot pass, no matter how many texts we give, how many posters we stick, how many interventions we do. The sensitivity, the interest for the injustice that occurs somewhere near or far away, are characteristics of the particular idiosyncrasy of each and everyone of us, just like indifference, intolerance and fear of the different. What many are afraid to admit to themselves is that behind every attitude to life, a free will may be in hiding. It is a common characteristic of all bigotry and obsessions that their followers always believe that all others are victims, deluded and deceived, the lost sheep constantly seeking for the good shepherd. This is because they feel terror when facing the idea that there may be people who freely choose to keep a distance from the dogmas that they themselves fanatically support.

I chose to be a nihilist, not because I do not believe in social revolution but because the only social revolution that I would be interested in is the one that would take place by conscious anarchist individualities. Besides, it’s the only possible way for an authentic anarchist revolution. Anything different moves towards other logics. Those that talk about pioneers, armed parties, leaderships, transitional stages, and other similar things, stand far from anarchy. This is utopian say several malevolent ones. Perhaps that’s why lately a shift in pragmatist realism which starts talking more and more the very language of the pioneers and the transitional stages, has been observed. Perhaps they’ve persuaded themselves that Anarchy is a utopian ideal and adopted more realistic revolutionary proposals. For me though, nothing has changed. Let anarchy be an utopia. I’d rather remain consciously on the sidelines, along with all those lunatics, the insubordinates, the antisocial, the provocative, the romantic and angry dreamers.

So I am a nihilist because I believe that only through the total destruction of civilization, and its ethics and values, that something really new can be born. And I am willing to fight to the end for this destruction.

I chose to become an urban guerilla to practice my desires, to arm my denials against this world. I have no illusion that my actions and my choices “touched” the world because most people have learned to be immune to any emotion that is not caused by television. Maybe I could arouse their interest if I was someone who promised a quiet and comfortable life with safety and prosperity. Because these are the values that modern subordinates worship, and of course they are as miserable as the civilization who gives birth and reproduces them. So I chose to become an urban guerrilla because for me it was an existential escape from the void world of organized putrefaction. I did not make this choice because it was the best, the most effective or objectively the more appropriate choice for a revolutionary but exactly because we’re given our life only once and personally, I did not want to drag it here and there killing it every day. Furthermore I do not believe in the prospect of a planned post-revolutionary future and so I don’t see the urban guerrilla as the most appropriate form of action for the “Revolution” but I understand it instead as a practical and continuous total denial of the existing world, as one piece of an overall mosaic where the anarchist denials find thousands of ways to meet.

 

This is my review of my choices so far. Concerning the present, I‘m again accused of a planned organized prison-break attempt. For a conspiracy intended to blow up the external walls of Korydallos prison and the escape of the members of the Conspiracy of Cells of Fire. The project was set, the explosives and weapons were ready, but luck was not on our side. The hiding places, the armor and the explosives came into the enemy’s hands, the chase begins and we saw successive arrests follow. Arrests of people unrelated and unknown to us, but also arrests of people we know, friends and relatives, all of them charged with accusations for terrorism, a charge which in the case of the latter will be founded on the occasion of the arrest of the anarchist Angeliki Spyropoulou. The state machine unfolds its revanchism. It’s not important that this attempt failed or that it was thwarted, since now they know what a determined anarchist minority, who wants to risk their own lives to live freely, is prepared to do, with the possibility to be able to attack again.

Because there is nothing more beautiful than risking your life to be able, free, to attack all over again with the same rage against the monster of modern totalitarian society, where the predetermined life requires everyone to think the same, to live the same, to fall in love the same, and to die the same way. But since much has been said and perhaps even more will be told, I feel the need to make clear in advance the following:

 

What always pushed me, after some point, in my choices, my actions and my decisions, was an inner urge to oppose every authority, an impulse which later became conscious and got armed. Just like I refused to be a well-working gear of the social machine that’s grinding human lives and souls into a chopper, I will always refuse to be a disposable unit that will serve the plans and ambitions of others. Obviously, the life I have chosen is a risky one. With risks that sometimes obey and sometimes do not, to reason. But when someone lets others decide the risks that he/she will take (due to technical or other difficulties) then one stops being a anarchist individuality and becomes again a gear in some other kind of machine that baptizes as timidity and excuses, anything that goes beyond its control. So I say that I could burn my life, throw it all in the fire even for the most absurd and self-destructive risks, as long as it would be my choice and I’d have with me real and original comrades who would consider me as equal to them. Of course, they should sincerely acknowledge the inequality of the stakes and not try to make an emotional decision out of an objectively correct one. Because obviously in life there are not only cold calculations but also the strong and comradely feelings between real brothers and not only (brothers)in words. So never again …

Therefore it’s not possible for me to fit into this world. I will always have this unceasing hatred against it, that pushes me almost simultaneously to constantly attacking it. It is like a unquenchable thirst for revenge. Revenge for our dreams that are being strangled. Revenge for the everyday execution of our wishes which are replaced by ads for shampoos and cellphones.

 

I don’t see the reality we live in as ugly because I’ve read some academic works or some kind of philosophical writings. It is ugly because it is the synthesis of thousands of millions of crimes in the name of power. And whoever doesn’t do anything against this reality, whatever, whoever stays inactive, is not just someone with a different opinion but an accomplice in this barbarity. Because mass silence, mass tolerance, mass indifference has always been the matrix of the most nightmarish moments in history. So I will not feel guilty because I’ve chosen a different insurgent life. I’m not elitist because I decided not to be an accomplice. I do not consider that I am superior to others, more clever, more skilful, on the contrary I think we’re at the same level and therefore I consider the mass as even more guilty for their criminal indifference. This indifference, this apathy is not different from the attitude of those who lived next to Nazi concentration camps going on normally with their lives, going normally to work, dining normally at their family tables, making love normally in their bedrooms as if nothing was happening, while at the same outside of their homes, the Holocaust horror was taking place. This silence is complicity. It was then, it is now and it will always be either in the big or in the small crimes of power. Because it’s not that “it happens” just like that. That happens when we, each one of us separately and all together, allow it. This responsibility is not something that’s lost in the crowd, we all have it because no one has the right not to take part in history unless one has fully renounced anything that has to do with the world.

That’s why I know I’m right. In this world therefore, in this society, it is a title of honor for me not an insult, to be considered an antisocial element. Because if choosing to be human in an era where the monsters wear the mask of peaceful and respectable citizens, makes me an antisocial element, then I’m willing to fully honor this title. Because I‘ve chosen the side of the anarchist revolt and no court (and you have already done many of them so far) will not make me repent for who I chose to be. We are representatives of two different worlds and I would have no hesitation to empty in cold blood a gun into your head for what you are, just like you have no hesitation to bury me under tons of cement, for what I am. And yet I don’t regret anything. In illegality at my 21 years, in prison since my 22, I already count nearly six years in captivity with an unknown perspective of exit, as both in this and in all other trials, everything is possible. I know that the years I have lost and those I‘m going to lose can not be replenished. It is valuable life time that evaporates within four walls. It is a lifetime where your own people are being crammed into the prison corridors to visit you, sometimes traveling many kilometres to arrive. It is an exclusion of the senses because all the senses are trapped in the dimensions of grey. It’s the slow death of desires, as you miss, you miss, you miss… Millions of obvious everyday things anyone can do at any time, a walk under the stars or in a forest’s glade, a swim in the sea, a loving embrace, you miss all of them. And as the“bill” of the trials rises, the time you feel this deprivation is lengthened. Nevertheless I prefer this life a thousand times to any other, more pleasant, more safe ones. Moreover I did not fall from the clouds. I knew from the beginning that the power is not gentle towards those who dare to challenge and fight it. However it was not my courage that made me choose this path, but my hatred for the situation around us. A hatred that helped me overcome every fear, every hesitation. It was this deeper inner assurance that I cannot be the one who’s wrong and not all the obedients who are swimming in the mud of their indifference.

 

Choosing anarchist conspiratorial actions I’ve helped a bit in disturbing order, tranquility, normality. And if I claimed responsibility for my participation in the Conspiracy of Cells of Fire, it was because it comes in the life some of us have chosen, that at the moment of arrest and depending on the case and the arrest conditions, it is necessary to show that conspirational action is not carried out by ghosts but by humans with a name and surname. Real people, with a life left behind, separated from their loved ones, and with a life standing by in the waiting room for whenever…

So I claimed responsibility not because I’m an one-dimensional being with only the identity of being a member of the Conspiracy of Cells of Fire, -besides I was also an active member of other processes of the anarchist movement (illegal or not)-, but because the opposite, by not claiming responsibility at the time of my arrest, I thought that would reduce the value of the conspiratorial actions. Certainly, I would have been treated in a more favorable way, but my personal dignity would have been injured. Because if an anarchist conspirator caught in the act tries through legal maneuvers to avoid further “weights” then what comes out is that actually we are people who easily find things difficult. Therefore claiming responsibility is not something we choose for some kind of posterity, as this would go against the spirit of anarchist conspiracy. The responsibility claim is only necessary when it’s worth showing that the anarchist attack is not an abstract conception but that it takes the form of a physical confrontation with the state as an entity. An individual stance where the subject is able to face with strength, laws, “anti-terror” laws, public order and justice ministries, courts, prisons and guardians, without fear.

In closing, with the occasion of this trial, I want to project some thoughts which were forged in the dark of some harsh moments that left some deeply engraved conclusions which I hope I won’t leave unused in the future.
Many times it happens, due to the excitement and the enthusiasm that’s caused by the extreme life we have chosen, a confrontational life full of excesses, to become absolute. So intoxicated by the absoluteness that we derived from our own excesses, we come to justify to ourselves this attitude and attribute to it the moral advantage of our consistency.

But what happens when there comes the moment when you realize with the most extreme way that you are not the consistency-monster you want others to believe and that you think you are?
What happens when looking in the mirror you see that not only you have extreme contradictions, but they are too many, that you’re swimming in them, that you’re drowning in them?

Then not only you lose your moral advantage over others, but you really start questioning deep inside who you are. Are you really who you say you are or have you simply turned into someone with weapons and explosives, who, fooled by a false image of himself, is trapped within his own contradictions?
The answer is never simple. And it doesn’t only require a self-critique however hard it may be because self-critique if it doesn’t start in turning oneself into another, to a different life‘s attitude, could easily serve something else, some tactics, a target or even your own illusions. That’s why for me the absoluteness is a bad advisor when you’ve already seen what extreme contradictions you may find yourself in, no matter how consistent you want to be with him yourself. The most important thing we should always remind ourselves is that whatever we do, whatever we sacrifice, it is not a reason to brag or self-praise. You are consistent when you realize that your sacrifice is a personal choice of selflessness and not a medal or a rank in the hierarchy of the guerrilla struggle. When you learn to handle your contradictions with dignity and humility so as to be able to show understanding of the contradictions of others.

The truth is that if you do not learn anything from the harsh and bitter lessons that life brings, then the extreme arrogance will make you even more absolute on one hand and even more submerged in your contradictions on the other.
An attitude that can make you forget things that should never be forgotten: the day that someone opened his door for you when noone else did while you were being chased, the day when someone came in to take you out of prison, the times when someone risked dying for you or when someone even made his life available for you. These are things that should never be forgotten whatever the distance between people.
So when your past is not as clean as you would like, you owe it to your own self to be more modest from now on. To move carefully, because you never know when you will need to face a future contradiction again, deriving from the fact that you don’t give up, that you continue on the same path, moving steadily towards the direction you have long now chosen.

No resignation therefore, no repentance, no retreat…
I still remain in a battle position with 
the continuous anarchist rebellion forever in my heart.

Long live the Conspiracy of Cells of Fire!
Long live the Informal Anarchist Federation / International Revolutionary Front!
For
the Insurrectionary Association of Theory and Practice!

Everything goes on

Panagiotis Argyrou – Member of the Conspiracy of Cells of Fire / FAI-IRF.

Translated by A-politiko/espivblogs.net

ΧΑΟΣ, Ή Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ;

 

66

Από το αμερικανικό περιοδικό «Sovereign Self», τεύχος 3, Νοέμβρης 2011.

Χάος! Ως εξεγερμένος που βαρέθηκα την τάξη που μου επιβάλλεται, ως άτομο που θέλω να επιδιώξω τη δημιουργία της ζωής μου με τους δικούς μου όρους, μπορώ να βρω μι συγκεκριμένη ποιητική ομορφιά σε αυτήν τη λέξη. Δείχνει ν’ ανοίγει το πεδίο προς το παιχνίδι και την εξερεύνηση.

Όταν όμως το σκέφτομαι περαιτέρω τη χρήση της λέξης αυτής από άλλους εξεγερμένους, βλέπω ένα μείζον πρόβλημα. Κάθε
άνθρωπος που ανατράφηκε μέσα σε αυτήν την κοινωνία, έχει μάθει να πιστεύει ότι η εξουσία είναι κάτι αυθύπαρκτο, 
πέρα από εμένα κι εσένα. Συχνά, οι εξεγερμένοι αυτοί που επικαλούνται το χάος, δείχνουν να επικαλούνται απλά μια 
εξωτερική δύναμη, η οποία υποτίθεται ότι “είναι στο πλευρό μας”. Αυτό θυμίζει κάτι από προσευχή, κάτι θρησκευτικό. 
Κάθε δύναμη που βρίσκεται έξω από 'μένα, είναι για εμένα εχθρός. Δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στο χάος ως κάτι τέτοιο. Η παρούσα κυρίαρχη τάξη πραγμάτων αναπτύχθηκε μέσα από το χάος και βεβαίως συνεχίζει να τροφοδοτείται από αυτό. 
Οι τρόποι με τους οποίους το κράτος και το καπιταλιστικό σύστημα χρησιμοποιούν τις καταστροφές για να εξαπλώσουν τηνεξουσία και τα κέρδη τους, το καθιστούν ξεκάθαρο. Το χάος επομένως δεν εγγυάται τίποτα από μόνο του. 
     Στο βαθμό που εμπιστεύομαι ο,τιδήποτε, εμπιστεύομαι και τη συνειδητή, αποτέλεσμα θέλησης, προταγματική 
δημιουργικότητα των ατόμων που μισούν την κυριαρχία,  και την ικανότητα των ατόμων αυτών να υφαίνουν από κοινού 
τα πλάνα τους για δημιουργική καταστροφή. Ακόμα όμως και η λέξη “εμπιστοσύνη” είναι υπό αμφιβήτηση. Για την 
ακρίβεια, αυτά είναι τα πράγματα για τα οποία θα στοιχηματίσω τη ζωή μου , αφού αυτά είναι που εκφράζουν την 
δημιουργική μου επιθυμία.
    Απορρίπτω την πνευματική παθητικότητα που αποζητά μια εξωτερική δύναμη στην οποία να πιστέψει, είτε η δύναμη 
αυτή είναι το χάος, μια επερχόμενη συντριβή,  ο υποτιθέμενος ορθολογισμός της ιστορίας που εγγυάται ποιό θα είναι 
το τέλος, ή μια ντε φάκτο επαναστατική τάξη. Η λογική της πίστης σε μια τέτοια άποψη είναι μια λογική παθητικότητας.
Κι αυτό είναι που βοηθάει στην αναπαραγωγή της παρούσας κατάστασης.  Μόνο εξασκώντας την ίδια μου την αυτονομία, 
δρώντας διαρκώς για να πάρω πίσω τη ζωή μου και να την επαναδημιουργήσω για τον εαυτό μου ενάντια στην τάξη του 
πολιτισμού, και ενωνόμενος ελεύθερα με άλλους  για τον ίδο σκοπό, θα έχω τότε κάποια πιθανότητα να αποκτήσω το 
σθένος για τη δημιουργία μιας ορμητικής δύναμης που θα πορευτεί κόντρα σε αυτό που τώρα κυριαρχεί στον πλανήτη, 
γιατί η δημιουργία ενός αντίθετου πόλου απαιτεί συνειδητή, με θέληση και διαρκή δραστηριότητα σε κάθε σφαίρα της 
ζωής..

ANΑΪΣ ΝΙΝ : Η ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ (ΑΠΡΙΛΗΣ 1974)

33

της Cresencia Desafio, από το τρίτο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού «Sovereign Self», Νοέμβρης 2011.

Όπως πολλοί, η πρώτη μου επαφή με τα γραπτά της Αναϊς Νιν ήρθε μέσα από τα ερωτικά της. Το “Δέλτα της Αφροδίτης” δεν ήταν το πρώτο δείγμα ερωτικής λογοτεχνίας που συναντούσα στη ζωή μου, σίγουρα όμως ήταν το πιο παράλογο και προκλητικό. Απλά δεν μπορούσα να το παρατήσω, όσο γραφικό ή ξένο προς τις “παραστάσεις” μου κι αν μου φαινόταν. Διαβάζω συνεχώς αυτές τις μικρές ιστορίες ξανά και ξανά, μαγεμένος απόλυτα. Όταν τελείωσα λαχταρούσα κι άλλο. Ερευνώντας, ανακάλυψα ότι τα ερωτικά της επισκίασαν το καλύτερο (και δυστυχώς πιο άγνωστο) γραπτό της. Κατά τη διάρκεια της ζωής της έγραψε υπέροχα, συχνά σε πρόζα, μικρές ιστορίες, νουβέλες και δοκίμια πάνω σε διάφορα και ζητήματα, και το ημερολόγιό της. Όταν άνοιξα την πόρτα προς τα γραπτά της Νιν, ανακάλυψα πως δεν μπορούσα να σταματήσω να τα ..καταβροχθίζω βιβλίο το βιβλίο, δοκίμιο το δοκίμιο.

Πήρα πολύ πρόσφατα μια συλλογή με δοκίμιά της, με τίτλο “Για χάρη του ευαίσθητου ανθρώπου και άλλα δοκίμια”, και ένα από αυτα το “γυναίκα”, με άγγιξε βαθιά. Όντας προορισμένο για διάλεξη, μιλάει για τις οπτικές της πάνω στο φεμινισμό, συνδυασμό με την καλλιτεχνική έκφραση : θέματα που πολύ δύσκολα θα τραβούσαν την προσοχή μου.Οι “νέες γυναίκες” έλεγε, θα θα προσέγγιζαν καλύτερα της ζωή τους, αν επέλεγαν πρώτα να αναζητήσουν την έμπνευση στις ίδιες τους τις εαυτές – να βρουν δύναμη σην ίδια τους τη θέληση, παρά τους χρόνιους μύθους περί των περιορισμένων ικανοτήτων μιας γυναίκας – χρησιμοποιώντας την τέχνη ως μέσο τους. Αυτό που μ’ εξιτάρησε σχετικά με το δοκίμιο αυτό, δεν ήταν τόσο η συζήτηση για τις ικανότητες της “νέας γυναίκας”, όσο ο τρόπος που μίλησε για τον “καλλιτέχνη”, τον οποίο αρνήθηκε να περιορίσει στο στερεότυπο (ζωγράφος, μουσικός, συγγραφέας κτλ), δηλώνοντας ότι ο καλλιτέχνης είναι “ το δημιουργικό πνεύμα σε κάθε του εκδήλωση”.

Η λογική της αντανακλάται στο σκεπτικό της όταν γράφει : Πιστεύω ότι κάποιος γράφει έπειδή έπρεπε να δημιουργήσει έναν κόσμο στον οποίο να μπορεί να ζήσει. Δεν θα μπορούσα να ζήσω σε κανέναν από τους κόσμους που μου προσφέρονται – τον κόσμο των γονιών μου, τον κόσμο του πολέμου, τον κόσμο της πολιτικής. Έπρεπε να δημιουργήσω έναν δικό μου κόσμο… στον οποίο θα μπορούσα να αναπνεύσω, να “βασιλεύω”, και να ξεκουράζω τον, κατεστραμμένο από την επιβίωση, εαυτό μου”.

Αρχικά, όταν ξεκίνησα να διαβάζω αυτό το έργο είχα ακαριαία δύο αντιδράσεις : απ τη μία τα μάτια μου γούρλωσαν με την αναφορά στη “νέα γυναίκα” κι έναν υπερήφανο χλευασμό προ; αυτό που θεωρούσα ότι αποτελούσε μια προώθηση του αναχωρητισμού. Συνεχίζοντας όμως, ξεκίνησα να βλέπω ότι αυτό που πραγματικά προωθούσε ήταν η σημαντικότητα της καλλιτεχνικής έκφρασης ως μια υπενθύμιση διαλείμματος και εσωτερικής αναζήτησης κάθε ανθρώπου, με σκοπό να βρει καταφύγιο στην απόλυτα δική του ερμηνεία του κόσμου – ως ένα μέσο να θεμελιώσει γερά κάποιος τον εαυτό του παρά το ότι ζει στον κόσμο που του προσφέρεται.

Γνωρίζω ότι μεταξύ των αναρχικών είναι διαδεδομένο να εκφράζεται ένα μίσος προς την τέχνη, εξ’ αιτίας της ανελέητης ικανότητας του καπιταλισμού να μπασταρδεύει τα πάντα και οτιδήποτε. Παρόλα αυτά, η οπτική της Νιν πάνω στη χρησιμότητα της τέχνης ως μέσο εξύψωσης του εαυτού, ήταν μια αναζωογονητική υπενθύμιση του γιατί την θεωρώ ως μια πτυχή που εμπλουτίζει τη ζωή μου. Επιτρέπει μια αίσθηση παύσης, διαλογισμού και συλλογισμού, σε ένα περιβάλλον πουείναι πάντα βιαστικό για απαντήσεις βασισμένες στον εξωτερικό κόσμο.

Ήρθε λοιπόν το έργο και έδεσε όμορφα με τις συζητήσεις που είχα πρόσφατα αναφορικά με τη βαρύτητα της ατομική γνώσης του εαυτού – αυτό πάνω απ’ όλα, πρέπει κανείς να γνωρίζει τον εαυτό του και μάλιστα καλά προκειμένου να μπορέσει πιο αποτελεσματικά να κινηθεί μέσα στο περιβάλλον (σ.τ.μ. που του δίνεται). Ειδάλλως , δεν θα γνωρίσουμε ποτέ αυτό που πολεμάμε, και αναμφίβολα θα ξεμείνουμε απογοητευμένοι όταν δεν θα έχουμε πετύχει τους στόχους μας. Παρ’όλο που το έργο αυτό δε δημιούργησε μέσα μου τη σπίθα μιας διαφώτισης που μου άλλαξε τη ζωή, θεωρώ ότι σαφώς αξίζει να διαβαστεί όπως και τα υπόλοιπα δοκίμια που βρίσκονται στο μικρό αυτό βιβλίο.

Υπάρχει μια παραδοχή του ότι χρειαζόμαστε τροφή για να συντηρήσουμε στη ζωή το πνεύμα, έτσι ώστε να μπορούμε να πράξουμε στον κόσμο, δεν εννοώ όμως να γυρίσουμε το πρόσωπο προς την άλλη πλευρά. Εννοώ ότι πρέπει να κατακτήσουμε τη δύναμη και τις αξίες μας μέσω της ανακάλυψης και της ανάπτυξης του εαυτού μας. Ενάντια στους .. οιωνούς, ενάντια στα εμπόδια, ενάντια στην αίθουσα του τρόμου που αποκαλούμε ιστορία, ο άνθρωπος συνέχισε να ονειρεύεται και να απεικονίζει τ’ αντίθετό του… Δε χρησιμοποιούμε τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και την τέχνη ως αποδράσεις – κινούμαστε προς τα εκεί για να αποκαταστήσουμε τους κατακερματισμένους μας εαυτούς σε μια ολότητα.

Μισανθρωπικός Πεσιμισμός (δεύτερο μέρος)

Ο Φλομπέρ, στοιχειωμένος από το φάντασμα ” της ηλιθιότητας με τα χίλια πρόσωπα” τη βρίσκει όπου και αν κοιτάξει. Βρίσκει, εναντίον της, καταφύγιο στις αγνές χαρές της τέχνης και της σκέψης. Είπε: ” Κατάλαβα κάτι σημαντικό: Για τους ανθρώπους της ράτσας μας η ευτυχία είναι μόνο στο χώρο των ιδεών και πουθενά αλλού.” “Από που προέρχεται η αδυναμία σου;”  έγραψε σε ένα φίλο του. “Είναι επειδή γνωρίζεις τον άνθρωπο; Τι σημασία έχει;  Δεν είναι αλήθεια. ότι μπορείς  να ορίσεις μια εξαίρετη γραμμή εσωτερικής άμυνας που σε κρατάει έναν ωκεανό μακριά από το γείτονά σου;”.

Σε κάποιον με τον οποίον αλληλογραφούσε και παραπονιόταν πως είναι ανήσυχος και αηδιασμένος από όλα γύρω του: “Υπάρχει ένα συναίσθημα,” γράφει, ” ή μάλλον μια συνήθεια που φαίνεται ότι σου λείπει· το να διανοείσαι, η αγάπη για τη σκέψη. Θεώρησε τη ζωή, τα πάθη και τον εαυτό σου υποκείμενα διανοητικών ασκήσεων.” Και πάλι: ¨” Ο σκεπτικισμός δεν θα έχει καμιά πικρία, για θα σου φαίνεται πως παρακολουθείς την κωμωδία της ανθρωπότητας και θα σου φαίνεται πως η ιστορία διατρέχει το χρόνο μόνο για σένα”.

Ο Taine οδηγήθηκε από τη μισανθρωπική οπτική του για την ανθρωπότητα σε μια στωική και ασκητική αντίληψη για τη ζωή, το να θεωρεί τη διάνοια ως το καλύτερο άσυλο για να απομονωθεί, το να υπερασπίζεται τον εαυτό του από την παγκόσμια αισχρότητα, την παγκόσμια βλακεία και την παγκόσμια κοινοτοπία. Μία μοναδική αναλογία ενώνει τον Taine με το Φλομπέρ. Ο Taine ζητά από την επιστημονική έρευνα αυτό που ο Φλομπέρ ζητά από την τέχνη και τη σκέψη: ένα διανοητικό άλλοθι, ένα τρόπο διαφυγής από την πραγματικότητα της κοινωνίας.

Το συμπέρασμα είναι λογικό. Ο μισανθρωπικός πεσιμισμός υποθέτει ή προξενεί διανοητική απομόνωση. Για να  απεχθάνεται κάποιος διανοητικά τους ανθρώπους πρέπει να ξεχωρίσει τον εαυτό του από αυτούς, να τους βλέπει από απόσταση.  Πρέπει να έχει αφήσει το κοπάδι, να έχει φτάσει στην αντίληψη του Ντεκάρτ ” που ζει ανάμεσα στους ανθρώπους όπως ανάμεσα στα δέντρα στο δάσος”. “Είτε το θέλουμε είτε όχι, υπάρχει μια θεωρητική απομόνωση, ένα είδος διανοητικής αυτοκρατίας, η αδιαφορία ενός αριστοκράτη και ενός ερασιτέχνη “που αποσπά τον εαυτό του από όλα, ώστε να μπορεί να περιπλανιέται παντού.” (Taine)

Ας προσθέσουμε πως η καθαρή οπτική της μισανθρωπικής διανόησης, έχει μέσα της, κάτι το αριστοκρατικό. Το να αντιλαμβάνεται ως θέμα για την ειρωνεία της, τη συνηθισμένη και κοινή ανθρώπινη βλακεία σημαίνει να φέρεσαι χωρίς σεβασμό σε μια πρωταρχική κοινωνική αξία. Η βλακεία είναι η πρώτη ύλη των προκαταλήψεων χωρίς τις οποίες καμιά κοινωνική ζωή δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Είναι το τσιμέντο του κοινωνικού οικοδομήματος. “Η βλακεία”, λέει ο δόκτορ Τρουμπλέ του Ανατόλ Φράνς, ” είναι το πρώτο καλό μιας εν τάξει κοινωνίας”. Οι κοινωνικές συμβάσεις επιβιώνουν εξαιτίας μιας γενικευμένης βλακείας που τυλίγει, υποστηρίζει, εγγυάται, προστατεύει και καθαγιάζει τη βλακεία των ατόμων. Γι’ αυτό το λόγο η κριτική, ειρωνική και πεσιμιστική ιδιοφυΐα είναι ένα κοινωνικό διαλυτικό. Είναι άσχετη με αυτό που είναι κοινωνικά σεβαστό: τη μετριότητα και τη βλακεία. Επιτίθεται στο σεβασμό και την ευπιστία, τα συντηρητικά συστατικά της κοινωνίας.

Κείμενο του Γάλλου ατομικιστή Georges Pallante, γραμμένο το 1914 στο Παρίσι.

Πηγή στα αγγλικά: http://individualistanarchism.blogspot.gr/2009/10/misanthropic-pessimism-by-georges.html

Μετάφραση στα ελληνικά: A-politiko, Parabellum.

Μπορείτε να κατεβάσετε ολόκληρο το κείμενο από εδώ: https://files.espiv.net/file.php?h=Rjrwo

Μισανθρωπικός Πεσιμισμός (πρώτο μέρος)

Ο πεσιμισμός που θέλουμε να μελετήσουμε τώρα, είναι αυτός που αποκαλούμε μισανθρωπικό πεσιμισμό. Αυτός δεν προκύπτει από μια εξοργισμένη και υποφέρουσα ευαισθησία, αλλά  από μια νηφάλια διάνοια που εξασκεί την κριτική της οξυδέρκεια στην κακή πλευρά του είδους μας.Ο μισανθρωπικός πεσιμισμός εμφανίζεται χοντρικά ως μια ιδεολογία οικουμενικής απάτης αλλά και ηλιθιότητας ∙ οικουμενικής πεζότητας αλλά και εξαχρείωσης.  Ως το ανελέητο ζωγράφισμα ενός κόσμου με κρετίνους και απατεώνες, βλάκες και ηλίθιους.

Ο χαρακτήρας του εμφανίζεται ως μια οικουμενική ψυχρότητα, μια ηθελημένη απάθεια, μια απουσία συναισθηματισμού που τον διακρίνει από τον ρομαντικό πεσιμισμό, τείνοντας μόνιμα προς την απελπισία ή την εξέγερση. Η άφωνη απελπισία του Vigny, είναι πιο θλιβερή από μια κραυγή πόνου. Στον Στίρνερ βρίσκουμε μια ξέφρενη έμφαση στην εξέγερση, ενώ στον Σοπενχάουερ ένα τραγικό αίσθημα του πόνου του κόσμου και μια απέλπιδα έκκληση προς το κενό. Όσο για τον μισανθρωπικό πεσιμιστή, δεν παραπονιέται. Δεν ερμηνεύει την ανθρώπινη κατάσταση ως τραγική, δεν εξεγείρεται ενάντια στο πεπρωμένο. Παρατηρεί με περιέργεια τους σύγχρονούς του, αναλύει δίχως έλεος τα αισθήματα και τις σκέψεις τους, διασκεδάζει με τη θρασύτητα, τη ματαιότητα, την υποκρισία ή την ασυνείδητη κακία τους, την πνευματική και ηθική τους αδυναμία. Δεν είναι πλέον ο ανθρώπινος πόνος ούτε κι η αρρώστια του να ζει κανείς, που σχηματοποιεί την ουσία αυτού του πεσιμισμού, αλλά μάλλον η ανθρώπινη κακία και βλακεία. Ένα από τα αγαπημένα μοτίβα του πεσιμισμού αυτού, θα μπορούσε να είναι αυτή η γνωστή φράση : «Το πιο ανόητο ζώο είναι ο άνθρωπος».

 

Η ανοησία στην οποία ιδιαίτερα στοχεύει ο πεσιμισμός αυτός, είναι αυτή η γεμάτη θρασύτητα και υποκρισία ανοησία, που μπορούμε να αποκαλέσουμε δογματική ανοησία, αυτή η ιερή και δογματική ανοησία που εξαπλώνεται στο πεδίο των κοινωνικών δογμάτων και τελετουργιών, στην κοινή γνώμη και τα ήθη/έθιμα, που αυτο-αγιοποιείται και αποκαλύπτει μέσω της οπτικής της στην αιωνιότητα, εκατοντάδες αξιολύπητες και γελοίες προκαταλήψεις.  Ενώ ο ρομαντικός πεσιμισμός προκύπτει από την ικανότητα κάποιου να υποφέρει και να βλαστημά, ο μισανθρωπικός πεσιμισμός προκύπτει από την ευχέρεια να κατανοεί και να περιφρονά. Είναι ο πεσιμισμός του πνευματώδους, ειρωνικού και υπερόπτη παρατηρητή. Προτιμά έναν περιπαικτικό παρά έναν ασήμαντο και τραγικό τόνο συζήτησης. Ένας Σουίφτ που συμβολίζει τη ματαιότητα των ανθρώπινων διαμαχών στη σταυροφορία των μεγάλων και μικρών σκοπών, ένας Βολταίρος που κοροϊδεύει τη μεταφυσική ανοησία του  Pangloss και την ανόητη απλοϊκότητα του Candide (σ.τ.μ.-τα δύο αυτά ονόματα είναι ήρωες του Βολταίρου από το έργο του “Candide)˙ ένας Benjamin Constant που στέλνει στο Red Notebook και το         Journal Intime τις επιγραμματικές παρατηρήσεις του για την ανθρωπότητα και την κοινωνία· ένας Σταντάλ του οποίου το έργο “ημερολόγιο και ζωή του Ανρί Μπρουλάρ” περιέχει τόσο πολλές μισανθρωπικές παρατηρήσεις για την οικογένειά του, τις σχέσεις , τους προϊστάμενους, τον περίγυρό του˙ ένας Μεριμέ (γάλλος δραματουργός, ιστορικός , αρχαιολόγος και συγγραφέας, 1803-1870) φίλος και μιμητής του Σταντάλ στην ειρωνική παρατήρηση της ανθρώπινης φύσης ένας Φλομπέρ που επιτίθεται στην βλακεία των υποχείριών του Frederic Moureau και Bouvard, και του Πεκουσέ˙ ένας Ταιν (γάλλος κριτικός και ιστορικός) στο “Thomas Graindorge” ˙ ένας  Challemel-Lacour (γάλλος πολιτευτής του 19ου αιώνα) έργο του “σκέψεις ενός πεσιμιστή”, όλα αυτά μπορούν να εκληφθούν ως οι αντιπροσωπευτικοί τύποι αυτής της υπεροπτικής, χαμογελαστής και περιφρονητικής σοφίας.

Στην πραγματικότητα, ο πεσιμισμός αυτός δεν είναι ξένος για λίγους από τους διανοητές που κατατάξαμε στον ρομαντικό πεσιμισμό, καθώς οι διάφοροι τύποι πεσιμισμού έχουν σημεία επαφής και αλληλεπίδρασης. Σοπενχάουερ και Στίρνερ έχουν επίσης εξασκήσει τον ειρωνικό τους οίστρο πάνω στην ανθρώπινη ηλιθιότητα, αλαζονεία κι ευπιστία.  Δε βρίσκει όμως κανείς σε αυτούς μια καθαρή μορφή του μισανθρωπικού πεσιμισμού. Παραμένει υποταγμένος στον πεσιμισμό του πόνου, της απόγνωσης ή της εξέγερσης,  στο συναισθηματικό πάθος ως χαρακτηριστικό γνώρισμα του ρομαντικού πεσιμισμού. Ο μισανθρωπικός πεσιμισμός θα μπορούσε ίσως να αποκαλείται ρεαλιστικός πεσιμισμός : στην πραγματικότητα, σε περισσότερους από έναν απ’ τους αντιπροσώπους του (Σταντάλ, Φλομπέρ) αυτό προκύπτει από εκείνο το πνεύμα ακριβούς, λεπτομερούς και ανελέητης παρατήρησης, από το ενδιαφέρον για αντικειμενικότητα και απάθεια που εμφανίζονται μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της αισθητικής του ρεαλισμού. Επιβεβαιώνει ο μισανθρωπικός πεσιμισμός τη θέση σύμφωνα με την οποία ο πεσιμισμός τείνει να γεννήσει τον ατομικισμό; Αυτό δεν είναι βέβαιο.  Ανάμεσα στους διανοητές που προαναφέραμε, υπάρχουν βεβαίως κάποιοι που ούτε συνέλαβαν ούτε εξάσκησαν τη στάση της εθελούσιας απομόνωσης που αποτελεί τον ατομικισμό.  Παρόλο που δεν είχαν ψευδαισθήσεις για τους ανθρώπους, δεν έφυγαν από την κοινωνία τους. Δεν τους κράτησαν σε μια απόσταση περιφρόνησης.  Δέχτηκαν να ανακατευτούν μαζί τους, να ζήσουν τις ζωές τους ανάμεσά τους. Ο Βολταίρος ήταν η ενσάρκωση της κοινωνικότητας. Ο Σουίφτ ένας σκληρός φιλόδοξος άνθρωπος, δεν είχε τίποτα από τη μοναχική φύση του Όμπερμαν και του Βινύ. Υπάρχουν όμως αρκετοί μεταξύ των μισανθρωπικών πεσιμιστών που προαναφέραμε, ιδιαίτερα ο Φλωμπέρ και ο Ταιν, που εξάσκησαν, θεωρητικοποίησαν και πρότειναν την πνευματική απομόνωση, την υποχώρηση της σκέψης προς το ίδιο της το εσωτερικό, ως τη μόνη πιθανή στάση για κάποιον που έχει οποιοδήποτε είδος εκλεπτυσμένης σκέψης και ευγένειας στην ψυχή, σε αυτόν τον κόσμο της μετριότητας και της κοινοτοπίας.

Κείμενο του Γάλλου ατομικιστή Georges Pallante, γραμμένο το 1914 στο Παρίσι.

Πηγή στα αγγλικά: Misanthropic Pessimism by Georges Pallante, Internet Archive of Individualist Anarchy

Μετάφραση στα ελληνικά: A-politiko / Parabellum

Ο θάνατος του πιο φρικτού τέρατος (Μέρος τρίτο)

«Τώρα θα έπρεπε για λίγο να σου μιλήσω για το  πειθαρχημένο, προοδευτικό και συνειδητοποιημένο προλεταριάτο, αλλά θα ήταν ανούσιο αφού ξέρεις πάρα πολύ καλά για την άπειρη αξία του ως υποζύγιο για τα βάρη και το μαστίγιο. Αντί για αυτό θα αναφερθώ στα διάφορα κόμματα, δημοκρατικά, σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά.

Όλα τα κόμματα είναι ισάξια, όλα βασίζονται στην κρατικίστικη λογική, στην αρχή της εξουσίας. Δεν είναι ένας αγώνας για την ελευθερία αλλά για την αντικατάσταση μιας λίγο-πολύ βάρβαρης και ηλίθιας τυραννίας με μια άλλη. Για παράδειγμα, στη Ρωσία ο Λένιν κινήθηκε εναντίον του Τσάρου και το Λένιν θα διαδεχθεί ο… Lenone*, και ούτω καθεξής, γιατί έτσι επιτάσσει ο ηθικός νόμος.

Όπως ξέρεις καλά, ούτε και οι αναρχικοί ακόμα -που ορίζονται καλύτερα ως ελευθεριακοί κομμουνιστές- δεν έχουν ανοσία στον ηθικισμό. Δεν έχεις ακούσει πως κηρύσσουν και πως υπερθεματίζουν για χάρη της Θεάς Ηθικής;

Και αυτοί οργανώνονται, δηλαδή κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους και τους άλλους. Και αυτοί θέλουν να εξιλεώσουν τον κόσμο, λες και η ελευθερία χαρίζεται. Η ελευθερία, αντίθετα πρέπει να βιωθεί. Και μιλούν στις μάζες για ένα φωτεινό μέλλον: και οι μάζες είτε δε καταλαβαίνουν τίποτα είτε στρέφουν το στραβωμένο βλέμμα τους στη γη της επαγγελίας. Αύριο η επανάσταση και η απαλλοτρίωση, αύριο η ισότητα, η ελευθερία και η ευτυχία για όλους. Εν τω μεταξύ, ας πεθάνουμε της πείνας.

Η θεωρία του μέλλοντος είναι η θεωρία λίγο-πολύ του ρόδινου ονείρου, τόσο μακριά από την πραγματικότητα. Είναι η θεωρία του Χριστιανισμού. Ο Χριστός πέθανε πριν είκοσι αιώνες αλλά ο Χριστιανισμός ζει και βασιλεύει. Ο Χριστός, για την αγάπη των ανθρώπων, είπε Αύριο!

Έχω αποδυναμώσει και εξημερώσει τους αναρχικούς· τους έκανα τίμιους και πολιτισμένους· τους μίλησα για την αγάπη ενάντια στο μίσος, για δικαιοσύνη και όχι εκδίκηση και εκείνοι –δυνατοί υπό την προστασία μου- ανέβηκαν στον άμβωνα και –σαν επαναστάτες- κήρυξαν ενάντια στις πράξεις ατομικού τερορισμού και –σαν απαλλοτριωτές- ενάντια στις ατομικές απαλλοτριώσεις. Δε σου φαίνεται αρκετά λογικό; Βέβαια γιατί για αυτούς το άτομο αξίζει λιγότερο από ένα παθογόνο μικρόβιο, ενώ η κοινωνία είναι το παν.

Είναι απαραίτητο να εξαφανιστεί ο εγωισμός από τους ανθρώπους –κραυγάζουν εμμονικά- γιατί όταν καταστραφεί ο εγωισμός οι άνθρωποι θα ζήσουν χαρούμενα στη γη σαν αδέρφια. Ενώ εσύ λες σε όλους και ειδικά στους επαναστάτες: Να είστε εγωιστές, γιατί όσο πιο εγωιστές είστε, τόσο πιο πολύ θα διψάτε για ελευθερία και ευτυχία και τόσο λιγότερο θα ανέχεστε  τη δυστυχία και τη σκλαβιά σας.

Σήμερα, λόγω φασιστικής αστυνομικής αντίδρασης, αρχίζεις να ξαναμιλάς μέσα από τα γραπτά σου για την ανάγκη του ηρωικού αναρχισμού. Αλλά είναι ακόμα σίγουρο πως οι αναρχικοί ηθικιστές, που θα στιγματίζουν κάθε πράξη ατομικής εξέγερσης, δε θα λείψουν ποτέ. Οι κοινωνικοί αναρχικοί ήταν αυτοί που μείωσαν, στιγμάτισαν και λιθοβόλησαν το Ραβασόλ, τον Ανρί, το Βαγιάν, το Ντυβάλ, το Μαριάννι, τον Αγκουγκίνι και τόσους άλλους εκδικητές της Αναρχίας. Και τα έκανα όλα αυτά μόνος μου, όλη η δόξα μου ανήκει. Είμαι η Ηθική, γεννημένη από την τυφλή άγνοια και το εξουσιαστικό πνεύμα της ανθρωπότητας και πρέπει να συνεχίσω το έργο μου συσκοτίζοντας τα μυαλά, δημιουργώντας φοβισμένα και λυπηρά φαντάσματα, σβήνοντας κάθε πνεύμα εξέγερσης και όσο ζω οι άνθρωποι θα είναι σκλάβοι, φτωχοί και δειλοί. Και ούτε εσύ θα γλιτώσεις από την δυστυχισμένη, δίχως έλεος οργή μου, διάβολε της κόλασης.»

«Σταμάτα, για το θεό», φώναξα και σε κλάσματα δευτερολέπτου τράβηξα το δηλητηριασμένο μαχαίρι μου· έτρεξα προς το τέρας και του ξέσκισα τρομερά το λαιμό. Το θανάσιμα πληγωμένο τέρας βύθισε τα νύχια του στη φτωχή μου σάρκα κάνοντάς τη να ματώσει και ξέρασε μια αναθυμιάζουσα πρασινοκίτρινη γλίτσα από το στόμα του, πλημμυρίζοντας το πρόσωπό μου. Άλλα νέα και πιο τρομερά χτυπήματα του μαχαιριού μου έπεσαν βροχή στο σώμα του τέρατος που έπεσε στο έδαφος. Ήταν νεκρό. Σκέφτηκα αμέσως να του ξεριζώσω την καρδιά και να τη δείξω στους φίλους μου, τους συντρόφους μου, τα αδέρφια μου στη θλίψη και στον αγώνα. Και ετοιμάστηκα να το κάνω με το όπλο μου στο χέρι.

Αλλά φαντάσου, ω αδερφέ μου, τι εντύπωση μου προκάλεσε το γεγονός ότι στη θέση της καρδιάς βρήκα μια τεράστια πέτρα. Ξαφνικά, ξεπερνώντας την έκπληξή μου, φώναξα: «Μου κάνει. Είναι κάτι που θα μου χρειαστεί για να τελειοποιήσω τα χτυπήματά μου όταν θα αντιμετωπίσω κανένα ηθικιστικό καθίκι, αν υπάρχει ακόμα κανένα.»

* Πρόκειται, για ένα προσβλητικό λογοπαίγνιο στα Ιταλικά που δε γίνεται δυστυχώς να μεταφραστεί. Lenone σημαίνει στα ιταλικά ο προαγωγός, ο νταβατζής.

Το «Ο θάνατος του πιο φρικτού τέρατος» είναι έργο του Ιταλού αναρχοατομικιστή επαναστάτη ErinneVivaniκαι εκδόθηκε στην εφημερίδα Proletario(τεύχος 4) στις 17 Σεπτεμβρίου του 1922.

Πηγή στα αγγλικά: The death of the most horrible monster, Internet Archive of Individualist Anarchism

Η μετάφραση είναι μια συνεργασία των blogs A-politiko και  Parabellum  .  Μπορείτε να βρείτε το κείμενο, το οποίο για μεγαλύτερη ευκολία θα δημοσιευτεί σε τρία μέρη, και στα δύο blogs. Επίσης μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ: http://www.mediafire.com/?13hhnrpege7g4qd.

Ο θάνατος του πιο φρικτού τέρατος – μέρος 2ο

«Αλλά η δουλειά μου γίνεται με μεγαλύτερη ευφράδεια και αποτελεσματικότητα όταν ασκώ την πατριωτική λειτουργία. Αχ, η πατρίδα! Λέω στα παιδιά των πλούσιων, στους αξιωματικούς, στους παπάδες, στις πόρνες: «Να είστε πατριώτες. Όποιος δεν αγαπάει την πατρίδα του δεν αγαπάει τη μητέρα του. Και να δείχνετε το πατριωτικό σας πάθος, τραγουδώντας τους ύμνους του πολέμου, την υγεία του κόσμου. Ορίστε οι εχθροί σας που μιλούν διαφορετική γλώσσα, που έχουν διαφορετικά έθιμα, εξολοθρεύστε τους στο όνομα της πατρίδας. Ο βασιλιάς μας, ο βασιλιάς των πλουσίων, θα κατακτήσει μια σπιθαμή γης, η δύναμη του θα μεγαλώσει και εξαιτίας της δύναμης του θα μεγαλώσει και η δικιά σας αφού είναι ο πατέρας, ο πατέρας της πατρίδας. Φωνάξτε στους δρόμους και τα στενά: Ζήτω ο πόλεμος! και ο πόλεμος θα έρθει. Δε θέλετε να πάτε; Σωστά. Είστε πλούσιοι και σας αξίζει να γλιτώσετε. Φωνάξτε: θα οπλιστούμε και θα αποχωρήσουμε και ο στρατός των απόκληρων θα αποχωρήσει χωρίς να σκεφτεί και θα σφάξει και θα σφαγιαστεί γιατί έτσι θέλουν ο βασιλιάς και η πατρίδα, έτσι θέλω εγώ.

Μητέρες, σύζυγοι, παιδιά αδερφές θα κλάψουν και θα βλαστημήσουν μάταια. Θα υπάρξουν απείθαρχοι στρατιώτες που δε θέλουν να πάνε, που δε θέλουν να δολοφονήσουν άγνωστους ανθρώπους που ποτέ δεν τους έβλαψαν; Μα έτσι φαίνεται; Οι εργάτες είναι πατριώτες, είναι ήρωες, θα πολεμήσουν σα λιοντάρια και θα επιστρέψουν νικηφόροι.

Και αν δεν αποδειχτούν τέτοιοι, οι καλοί μας χωροφύλακες, οι βασιλικοί φρουροί, οι αξιωματικοί της Guardia di Finanza* και οι άλλοι μπάτσοι θα σκεφτούν να τους δώσουν μια κλωτσιά στα πισινά και θα τους πιέσουν να επιτεθούν και να αντεπιτεθούν.

Εμπρός, αχυρόμυαλοι, με αγάπη ή με το ζόρι!

Το μίσος θα διαδοθεί σαν ανεξέλεγκτη φωτιά, η δίψα για αίμα θα γίνει ασίγαστη· θα γίνει πόθος. Θα είναι μια άγρια μάχη σώμα με σώμα, ποτάμια αίματος θα κυλήσουν και βουνά από πτώματα θα σχηματιστούν. Όσο πιο βάρβαρος είναι κάποιος, τόσο πιο ήρωας θα ανακηρυχτεί. Αυτό συνέβη στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Υπήρξαν εκατομμύρια νεκροί, εκατομμύρια που έμειναν τυφλοί, κουφοί, μουγκοί  που τρελάθηκαν, που έγιναν εγκληματίες, που έπαθαν φυματίωση, που ακρωτηριάστηκαν τα χέρια και τα πόδια τους, που αποβλακώθηκαν άλλα τι σημασία έχει;

Ο πόλεμος δημιούργησε λοιμό και πανούκλα. Γέροι και παιδιά άπλωσαν το χέρι τους ζητώντας έλεος, νέες γυναίκες έγιναν πόρνες, αλλά οι πλούσιοι απέκτησαν πιο πολλά λεφτά, πιο μεγάλη δύναμη, πιο πολύ δόξα. Αυτό είναι ο πόλεμος, αυτή είναι η πατρίδα, αυτό είναι η Ηθική.»

«Τώρα θα σου μιλήσω για έναν από τους πιο αγαπημένους μου απογόνους: το φασισμό. Προ τριών ετών, τα συμφέροντα της πατρίδας, δηλαδή της μπουρζουαζίας, απειλήθηκαν σοβαρά από την προλεταριακή παλίρροια, η οποία κουρασμένη να ανέχεται την ατελείωτη δυστυχία κατέκλυζε τα ιερά ιδρύματα της πατρίδας. Το προλεταριάτο δεν άκουγε πια τους αφέντες του που το προέτρεπαν να ηρεμήσει. Και τότε εμφανίστηκε ο φασισμός για να καταστρέψει τους ανατρεπτικούς. Στρατολογήθηκαν χιλιάδες νέοι άνδρες και οπλίστηκαν σαν αστακοί.

Η αστυνομία και η δικαιοσύνη τους εξασφάλισαν ατιμωρησία,  η μπουρζουαζία τους πλήρωνε διακριτικά ένα μισθό, ο τύπος τους χειροκροτούσε με σεβασμό και έτσι ήταν σε θέση να εφαρμόσουν τη μέθοδο του τρόμου σε μεγάλη κλίμακα.

Υποστηριζόμενοι από τη βασιλική φρουρά και του μελανοχίτωνες μπάτσους, έκαναν κάθε είδους νταηλίκια.  Υποχρέωσαν του πολίτες να κρεμάσουν τη σημαία στα μπαλκόνια, να φορούν την κορδέλα στο πέτο του παλτού τους, να κάθονται προσοχή και να βγάζουν τα καπέλα τους στις πρώτες νότες του βασιλικού εμβατηρίου, να φωνάζουν Ζήτω ο βασιλιάς! Για να αποζημιωθούν αποκαλούνται δημοκράτες όπως ο ντούτσε τους. Και βάζουν φωτιά στις καλύβες των εργατών. Τους επιτρέπονται τα πάντα εκτός από το να χτυπήσουν του αρχηγούς των άλλων κομμάτων, γιατί αν αυτά τα κόμματα έχαναν τους αρχηγούς τους, δε θα υπήρχε κανένας να αναλάβει το ρόλο του πυροσβέστη και του κατασκόπου.»

Το τέρας έκανε μια παύση και μετά συνέχισε:

«Ίσως δε γνωρίζει την απεριόριστη δύναμη μου και έτσι με πολεμάς, απαίσιε. Για να αντιληφθείς την υπέρτατη δύναμη μου σου λέω πως διαπερνάω τις ανθρώπινες καρδιές, καθοδηγώ τα συναισθήματα και τα πάθη και όλες τις σαρκικές σχέσεις μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας. Σε αυτήν την περίπτωση, παίρνω το όνομα της σεξουαλικής ηθικής.

Στους πολιτισμένους ανθρώπους σαν εμάς, προκρίνω τη μοναδική, μονογαμική αποκλειστική αγάπη. Είναι αλήθεια ότι πολύ λίγοι άνδρες και γυναίκες  την ακολουθούν, ότι σχεδόν όλοι προτιμούν την ποικιλία τρυφερότητας και συνουσίας, γιατί όλοι είναι εραστές του καινούριου και του ποικίλου σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής και ιδιαίτερα στον έρωτα, άλλα τι με ενδιαφέρει αυτό εμένα;

Απαιτώ την αγάπη για έναν, αν όχι στην ουσία τουλάχιστον στην επιφάνεια γιατί τα προσχήματα πρέπει να σωθούν οπωσδήποτε.

Ξέρω ότι δεν είσαι αυτής της άποψης, ότι σου αρέσει να παιχνιδίζεις από λουλούδι σε λουλούδι, να γεύεσαι αμαρτωλές ηδονές, να εισπνέεις με όλη σου τη δύναμη τα αρώματα της μεταξένιας σάρκας, να στολίζεις τον εαυτό σου με τα άνθη του κακού. Σε περιγελώ, περιγελώ τις απογοητεύσεις και τις θλίψεις που δημιουργώ για σένα. Σου υποσχέθηκα πως θα είμαι ειλικρινής και θα σου μιλήσω επίσης και για τις σοβαρές δυσχέρειες που προκαλούν οι απαγορεύσεις της σεξουαλικής ηθικής.

Νεαρά αγόρια και κορίτσια στα οποία, εξαιτίας της τρυφερής τους ηλικίας απαγορεύεται η συνουσία, καταναλώνονται και ξεσχίζονται με τον αυνανισμό.

Πριν μερικά χρόνια, θα θυμάσαι, οι εφημερίδες μιλούσαν για μια νεαρή γυναίκα με υψηλή αριστοκρατική καταγωγή, η οποία καθώς ψυχαγωγούσε τον εαυτό της με το σκύλο της στο δωμάτιο της άκουσε το πόμολο της πόρτας να κουνιέται. Θέλοντας να κρύψει την ενοχή της προσπάθησε να ελευθερωθεί από την αγκαλιά του σκύλου και το ζώο που δεν μπορούσε να ανεχθεί αυτή την απότομη διακοπή, την στραγγάλισε.

Υπάρχουν και οι περιπτώσεις που μια γυναίκα , στην προσπάθεια να κρύψει τα πειστήρια του παράνομου έρωτα της, προσπαθεί να αποβάλλει και τελειώνει τη ζωή της στο κρεβάτι κάποιου νοσοκομείου.

Κάποια άλλη γυναίκα, λόγω σεβασμού στην ηθική, πνίγει τον καρπό της μήτρας της με τα ίδια της τα χέρια και τον πετάει στα κανάλια του υπονόμου. Επίσης υπάρχουν και οι πανέμορφες  γυναίκες, πληθωρικές που ξεχειλίζουν νεότητα, διψασμένες για μέθη που υποχρεούνται να δώσουν τους εαυτούς τους στην αγκαλιά ενός γέρου, άρρωστου, σιχαμερού άνδρα. «Α», διέκοψα «είχα δίκιο λοιπόν, όταν έγραψα σε ένα περιοδικό πως τα αφροδίσια νοσήματα, η συνουσία με σκύλους, η βρεφοκτονία και όλα τα εγκλήματα που διαπράττονται για τα ανήθικα πάθη έχουν τις ρίζες τους στους περιορισμούς που βάζει η σεξουαλική ηθική!»

«Δε σου επιτρέπω να με διακόπτεις» διαμαρτυρήθηκε η Ηθική, « γιατί η αλήθεια μου δεν είναι προς συζήτηση άλλα προς αποδοχή.»

* Ένα στρατιωτικοποιημένο σώμα της Ιταλικής αστυνομίας που υπάγεται στο Υπουργείο Οικονομίας.

Το «Ο θάνατος του πιο φρικτού τέρατος» είναι έργο του Ιταλού αναρχοατομικιστή επαναστάτη ErinneVivaniκαι εκδόθηκε στην εφημερίδα Proletario(τεύχος 4) στις 17 Σεπτεμβρίου του 1922.

Πηγή στα αγγλικά: The death of the most horrible monster, Internet Archive of Individualist Anarchism

Η μετάφραση είναι μια συνεργασία των blogs A-politiko και Parabellum  . Μπορείτε να βρείτε το κείμενο, το οποίο για μεγαλύτερη ευκολία θα δημοσιευτεί σε τρία μέρη, και στα δύο blogs. Επίσης μπορείτε να το κατεβάσετε εδώ : http://www.mediafire.com/?13hhnrpege7g4qd