ΛΙΓΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΜΠΑΤΣΟΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΙΣ 29/6

 Εδώ και κάποιες μέρες δημοσιοποιήθηκε η πρόθεση των μπάτσων της π.ο.ασ.υ. για πραγματοποίηση εκδήλωσης στην πλατεία εξαρχείων, με θέμα “ανοιχτές κι ελεύθερες πόλεις” και αναφέρει πως είναι “ενάντια σε κάθε μορφή βίας και αυταρχισμού”.

 Η έκπληξή μας για την απόφαση τους αυτή, θα έπρεπε να είναι τόση όση και για το ότι ο ήλιος ανατέλλει το πρωί. Ως φυσική συνέχεια ενός κλίματος “δημοκρατικής λαϊκής αγανάκτησης” για τα φαινόμενα βίας στην περιοχή, καθώς και των καλεσμάτων του Τόσκα σε “φορείς και συλλογικότητες της περιοχής”, εδραιώνει επικοινωνιακά την “ηθική” νομιμοποίηση της διαρκούς -και με λυμμένα χέρια-παρουσίας μπάτσων στα εξάρχεια.

 Αποτελεί όμως κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό επικοινωνιακό παιχνίδι. Πέρα από λογικές μιας ιδιότυπης “φετιχοποίησης” των εξαρχείων από πλευράς μας, έχει σημασία να μπορέσουμε να ..δούμε με τα μάτια του εχθρού, προσπαθώντας να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε βαθύτερα. Φυσικά τα διαφορετικά σκεπτικά και αναλύσεις μας ως α/α, οδηγούν σε διαφορετικές ερμηνείες και εκτιμήσεις-άρα εν μέρει και διαφορετικές επιλογές δράσης, κάτι που έχει γίνει σαφές όλο αυτό το διάστημα. Υπάρχουν επιλογές που ανεξαρτήτως πρόθεσης δεν βοήθησαν να ξεκαθαριστεί μια και καλή η διαχωριστική γραμμή μεταξύ.. ημών και της ποικίλων μορφών αυλικών του σύριζα. Κι αυτό δε θα φαινόταν εύκολα παρά με τον καιρό, κάτι που τώρα πλέον γίνεται σε όλο και πιο πολύ κόσμο ορατό.

 Η εκδήλωση αυτή λοιπόν των ένστολων δολοφόνων, είτε ακυρωθεί απ το κράτος είτε όχι, ΔΕΝ πρέπει να γίνει. Όχι λόγω μιας ανυπομονησίας για ..μπάχαλα, όχι λόγω υπερεκτίμησης της σημασίας της ή των δυνατοτήτων μας, αλλά επειδή η θιγμένη μας αξιοπρέπεια αντιδρά.

 Αντιδρά επειδή έχουμε Μνήμη. Επειδή δεν ξεχνάμε τους δολοφονημένους από μπάτσους στα εξάρχεια αδερφούς μας Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο και Μιχάλη Καλτεζά. Δεν ξεχνάμε τις επιδρομές των μπάτσων και τα όργια καταστολής με κάθε κυβέρνηση. Δεν ξεχνάμε τους “φίλα προσκείμενους” συριζαίους και τη μάσκα αληλεγγύης τους που έκρυβε το άθλιο πραγματικό τους πρόσωπο για κάποιο κόσμο, ούτε και το ρόλο των κεκαλυμμένων παρατρεχάμενών τους.

 Αντιδρά επίσης, επειδή θέλουμε και θα έχουμε προοπτική. Προοπτική πολύμορφων δράσεων, για τη διάχυση του αναρχικού λόγου και πρακτικών. Για την εδραίωση του φυσικού δικαιώματος να ζούμε και να κινούμαστε ελεύθερα όπου όπως και όταν το επιθυμούμε εμείς και όχι οποιαδήποτε κρατική ή άλλη εξουσία.

 Έτσι λοιπόν απλώνουμε ένα χέρι αλληλεγγύης σε κάθε άτομο ή ομάδα, σε κάθε σύντροφο και συντρόφισσα, στα εξάρχεια ή οπουδήποτε που επιλέγει τη μάχη των οδοφραγμάτων στον καθημερινό κι αδιαπραγμάτευτο αγώνα μας ενάντια στο κράτος, τους μπάτσους και σε ό,τι πρεσβεύουν.

 ΕΞΩ ΟΙ ΜΠΑΤΣΟΙ ΑΠ ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ ΚΙ ΑΠ ΤΙΣ ΖΩΕΣ ΜΑΣ.

 A-politiko.

Καταστροφή και γλώσσα, του Alfredo Bonanno

[μεταφραση: aixmi]

αναδημοσίευση από: https://artbloggr.wordpress.com/2015/10/04/1058/

(…) Η δομή της κυριαρχίας, οι όροι της σύγκρουσης και η σύνθεση της εκμεταλλευόμενης τάξης έχουν αλλάξει σε τέτοιο βαθμό ώστε μια επιχείρηση όπως «η κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων» με τη μαρξιστική έννοια ή μια απελευθέρωση από τα κάτω με τtumblr_n1996knoae1sgw0cbo1_500ην αναρχική έννοια έχουν γίνει εντελώς αδιανόητες. Αυτές οι δύο προσπάθειες είναι αντιθετικές, αλλά μοιράζονται την ιδέα της κατάληψης των μέσων παραγωγής και της παράδοσής τους στα χέρια των αντιπροσώπων της εκμεταλλευόμενης τάξης που θα οργανώσει την απελευθερωμένη κοινωνία. Τότε τί απομένει;

Αυτό που απομένει είναι η καταστροφική επίθεση… και αυτό είναι ένα πολύ διφορούμενο σημείο… Τί σημαίνει καταστροφή; Τί σημαίνει να καταστρέφεις έναν πυλώνα, όταν εκατό χιλιάδες, ίσως ένα εκατομμύριο από αυτούς είναι ακόμα όρθιοι; Ποιά είναι η σημασία της;

Νομίζω πως θα πρέπει να σκεφτούμε για λίγο, να κάνουμε ένα βήμα πίσω. Καθένας από μας έχει φτιάξει μια θετική και μια αρνητική αντίληψη της πραγματικότητας μέσα του. Ζούμε σε ένα πλαίσιο που λαμβάνουμε σαν πραγματικό (εκτός αν αποδεχόμαστε την ιδέα της πεταλούδας και του ονείρου), πραγματικό και θετικό, δηλαδή, αντίστοιχο με μια εποικοδομητική διάσταση προμηθευμένη με χαρακτηριστικά που εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου, και που ορίζουμε την εξέλιξη αυτή σαν ιστορία. Από την ομίχλη ενός υποθετικού αρνητικού σκοταδισμού, μεσαίωνα, έχουμε φτάσει στο σύγχρονο πολιτισμό. Τώρα υπάρχει η πενικιλίνη, και οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν πλέον από την πανώλη ή ακόμη από την ελονοσία, τουλάχιστον εντός ορισμένων ορίων, δεδομένου ότι εξακολουθούν να υπάρχουν μέρη στον πλανήτη όπου οι άνθρωποι πεθαίνουν από αυτά τα πράγματα.

Έτσι, μέσα μας, δίνουμε μια θετική αξία στην εποικοδομητική διάσταση, δεδομένου ότι είμαστε ένας οργανισμός (ακόμη και από βιολογική άποψη) και φοβόμαστε το θάνατο σαν την ακραία ιδέα της καταστροφής. Νομίζουμε ότι η ζωή μας είναι μια συσσώρευση θετικών. Είμαστε μωρά, μεγαλώνουμε, γινόμαστε πιο δυνατοί, γινόμαστε ενήλικες, μετά ηλικιωμένοι, και μετά πεθαίνουμε. Το τελευταίο πάντα μετατίθεται στο μέλλον, αλλά κατά τη διάρκεια της ζωής μας θέλουμε μόνο να αποκτήσουμε… αναγνώριση (αλλά όχι ακίνητη περιουσία, δεδομένου ότι ως αναρχικοί και επαναστάτες δεν κατέχουμε ιδιοκτησία). Αλλά αυτό δεν είναι εκείνο που θέλουμε να κάνουμε. Από τη στιγμή που σκεφτόμαστε την ανάπτυξη και την απόκτηση ως θετικές, θεωρούμε την ποσότητα θετική. Με άλλα λόγια, αν ξέρουμε τρεις γλώσσες, θεωρούμε τους εαυτούς μας καλύτερους από κάποιον που ξέρει μόνο μία ή δύο. Δεν συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει μια λειτουργιστική υπόθεση, μια υλιστική υπόθεση, σε όλα αυτά. Υπάρχουν υπολείμματα της παλιάς αυτής διαδικασίας του 18ου αιώνα η οποία νόμιζε ότι με την επιδίωξη αυτού που είναι χρήσιμο στο επιμέρους άτομο αυξάνεται συνολικά εκείνο που είναι χρήσιμο στην ανθρωπότητα. Αυτή είναι η πιο αισχρή ιδέα που είχε πολλές αρνητικές συνέπειες. Τί συμβαίνει όταν θεωρούμε την ποσότητα, την καθημερινή ποσότητα, σαν την ποιότητα της ζωής μας;

Στην αγωνιώδη επιθυμία να έχουμε κάτι στην κατοχή μας, έχουμε χάσει κάτι ώστε να είμαστε κάποιοι, έχουμε χάσει την ποιότητα του να είμαστε κάποιοι, και δεν είμαστε πλέον σε θέση να διακρίνουμε αυτή την πραγματικότητά μας, αυτό το πράγμα για το οποίο αξίζει τον κόπο να ζει κανείς.

Εδώ βρίσκεται ο λόγος που φοβόμαστε την καταστροφή: Πρώτον, διότι μας θυμίζει το θάνατο. Δεύτερον, διότι μας θυμίζει την άρνηση της λειτουργικότητας. Εκείνος που καταστρέφει δεν είναι λειτουργικός σε τίποτα.

Δεν είναι, στην πραγματικότητα, αλήθεια — τουλάχιστον όχι εντελώς — ότι καταστρέφοντας έναν πυλώνα προκαλείται πραγματική ζημιά στα συμφέροντα της ENEL (η ιταλική ενεργειακή εταιρία). Δεν υπάρχει εξίσωση με την οποία «ένας λιγότερος πυλώνας» ισούται με «μια μεγαλύτερη ζημιά στην ENEL.» Μια απόλυτη σχέση αυτού του είδους δεν υπάρχει, και όποιος προσπαθεί να αποδείξει μια τέτοια εξίσωση λέει ανοησίες. Γιατί λοιπόν φοβόμαστε την καταστροφή; Φοβόμαστε κάτι μέσα μας, όχι κάτι έξω από μας. Μπορούμε να κατανοήσουμε την ποσότητα, την ανάπτυξη και την απόκτηση μέσω της λογικής. Μπορούμε να κατανοήσουμε την κριτική όλων αυτών μέσω της λογικής, που οδηγεί στην αδύναμη σκέψη που ανέφερα προηγουμένως, στην αβεβαιότητα, την αμφιβολία, κλπ. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την καταστροφή μέσω της λογικής, διότι το να κατανοήσουμε την ιδέα της καταστροφής στην πιο ριζοσπαστική της έννοια, καθένας από μας θα έπρεπε να έχει μια αίσθηση αποστροφής για την προσβεβλημένη αξιοπρέπειά μας, προκειμένου να κατανοήσουμε τη σημασία της καταστροφής, ο καθένας μας θα έπρεπε να εμπλακεί σε προσωπικό επίπεδο.

Δεν μπορούμε να καταστρέψουμε κάτι αν δεν είμαστε πρόθυμοι να καταστρέψουμε τον εαυτό μας τη στιγμή που καταστρέφουμε αυτό το πράγμα. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η ιδέα της συμμετοχής στην καταστροφική πράξη. Μπορούμε να διαχωρίσουμε την άπληστη, εποικοδομητική πράξη από τον εαυτό μας και να πούμε: «Κοιτάξτε, έχω ένα σπίτι και μια βιβλιοθήκη 10.000 τόμων», αλλά δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την ιδέα της καταστροφής από τους εαυτούς μας. Με άλλα λόγια, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα για να αναδείξουμε την άπληστη ιδέα, το σπίτι, τα βιβλία, τον πολιτισμό, την ανάπτυξη, τις τρεις γλώσσες που έχουμε μάθει, αλλά δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα για να διευκρινίσουμε το πρόβλημα της καταστροφής. Οι λέξεις μου δεν έχουν κανένα νόημα. Αυτός είναι ο λόγος που πέφτουν βροχή στα κεφάλια σας σαν να στερούνται νοήματος, διότι το να μιλάς για καταστροφή δεν έχει κανένα νόημα παρά μόνον μέσω μιας άλλου είδους γλώσσας. Αυτό το άλλο είδος γλώσσας… δεν αποτελείται απλώς από λέξεις, αλλά από αυτόν τον εξαιρετικά πολύπλοκο συνδυασμό που πραγματώνεται μεταξύ θεωρίας και πράξης. Η ολότητα του καθενός μας, της ανθρώπινης ύπαρξής μας, η βαθύτερη ουσία του σώματός μας και της σκέψης μας, είναι η συνύπαρξη θεωρίας και πράξης, όχι μόνο το ρίσκο, αλλά επίσης η επιθυμία, η ευχαρίστηση, η λαχτάρα να ζήσουμε τη ζωή μας ολοκληρωμένα, αυτό είναι μια διαφορετική γλώσσα. Και δεν είναι μια γλώσσα που μπορεί να ταξινομηθεί σε λέξεις…

…Η καταστροφή δεν είναι μια μεταφυσική ιδέα. H καταστροφή έγκειται στο να πας σε ένα μέρος και να καταστρέψεις κάτι, αλλά η διαδικασία που μπορεί να μας επιτρέψει να πραγματοποιήσουμε αυτή την ενέργεια είναι μια διαδικασία που πρέπει να μας εμπλέξει στο σύνολό μας, ως ολοκληρωμένες ανθρώπινες υπάρξεις, όπως οι άνδρες και οι γυναίκες είναι ικανοί να εκφράζουν τους εαυτούς τους με πληρότητα, όχι στο διαχωρισμό που θέλει να μας διακρίνει από αυτό που έχουμε αποκτήσει, από αυτό που γνωρίζουμε, από αυτό που κατέχουμε, όχι σε αυτό το διαχωρισμό, διότι η γλώσσα των λέξεων κυριαρχεί σε αυτό τον διαχωρισμό. Και αυτή είναι μια γλώσσα που υπαγορεύεται από την ορθολογικότητα αιώνων καταπίεσης, εν ολίγοις, την Καρτεσιανή γλώσσα εκείνων που κατασκευάζουν φυλακές, βασανιστήρια, ανακρίσεις· τη γλώσσα των ιερέων, των Φραγκισκανών, των Δομηνικανών που έστειλαν τον Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά στην Campo di Fiori. Όμως στην καταστροφή άλλη γλώσσα επικρατεί, στην καταστροφή άλλη γλώσσα είναι απαραίτητη.

Στην καταστροφή, η γλώσσα της γενναιοδωρίας, της απογύμνωσης, η γλώσσα του μύθου, του Διονύσου, ανθεί. Ο Διόνυσος είναι ο θεός της παραδοξότητας, ο θεός που έρχεται σαν κλέφτης μέσα στη νύχτα, που διεισδύει μέσα μας. Ο Διόνυσος είναι ο θεός των γυναικών, όχι των ανδρών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή η ιδέα της καταστροφής είναι πιο κατανοητή στις γυναίκες παρά στους άνδρες που είναι πολύ πιο φοβισμένοι από τις γυναίκες.

Γιατί η ιδέα της καταστροφής συνδέεται με το Διόνυσο, το θεό που ήρθε μέσα στη νύχτα σαν κλέφτης, ο θεός που δεν είχε μέρος λατρείας αλλά ήταν ένας ξένος παντού και παντού διείσδυε στη λατρεία άλλων θεών; Επειδή η λατρεία του Διονύσου βασίζεται κυρίως στην καταστροφή, μάλιστα, στο σκίσιμο σε κομμάτια (σπαραγμός) του εχθρού. Το θύμα είναι διαμελισμένο, συντριμμένο, σπασμένο, και αυτή είναι η αποτελεσματική σημασία της καταστροφής, στην οποία βλέπουμε τη διονυσιακή συμμετοχή στην πρωτογενή πράξη της ριζικής καταστροφής του εχθρού στη βαθύτερη ρίζα της. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με ποσοτική επίθεση.

Για πρώτη φορά, μπαίνουμε σε μια σειρά προβλημάτων που είναι διαφορετικά, που δεν έχουν καμία σχέση με την παραδοσιακή κριτική του κόμματος, του συνδικάτου, κλπ. Φυσικά, όταν μιλάμε για καταστροφή, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα επικίνδυνο ναρκοπέδιο στο οποίο υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις, η συζήτηση θα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ άπειρον. Αυτός είναι ο λόγος που θέλω να τελειώσω λέγοντας ότι η ιδέα της καταστροφής είναι εκφράσιμη μέσα από το σύνολο του προσώπου που την πραγματώνει με πράξεις, και τη στιγμή που την πραγματώνει στην πράξη, είναι μια θεωρία, η δυνατότητα να γίνει κατανοητή από τους άλλους. Σε αντίθεση με την εποικοδομητική ιδέα, η οποία μπορεί να διαχωριστεί από αυτόν που την πραγματοποιεί, που μπορεί έπειτα να είναι πολύ καλός στο να μιλάει για τα προβλήματα που σχετίζονται με την κατασκευή, και ούτω καθεξής.

…Θέλω να γίνω πλήρως κατανοητός στο ότι δεν υπάρχει μόνο η γλώσσα των λέξεων που όλοι μας γνωρίζουμε, αλλά επίσης άλλες δυνατότητες για επικοινωνία. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο καθένας από μας έχει τη δική του γλώσσα. Γι’ αυτό, όταν καταλάβουμε τι είναι η καταστροφή, όταν αντιληφθούμε ότι δεν πρόκειται μόνο για σπάσιμο υπολογιστών, όταν γινόμαστε γνώστες του ότι αυτό είναι μόνο η παιχνιδιάρικη άποψη του προβλήματος, αλλά ότι υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να μελετήσουμε, κάτι που εμπλέκει εμάς προσωπικά στις βαθύτερες ρίζες μας, και ότι αυτό έχει την αρχική του ώθηση σε εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας που αναφέρεται στην πληγωμένη αξιοπρέπεια που σίγουρα γνωρίζουμε, διότι αλλιώς δεν θα ήμασταν εδώ, δεν θα είμασταν καν ένας από τους συντρόφους, τότε κατέχουμε ήδη την καταστροφική γλώσσα, μπορούμε να αρχίσουμε να γινόμαστε καταστροφικοί.

Έχετε ποτέ αναρωτηθεί γιατί αηδιάζετε όταν βλέπετε ένα φασίστα; Είναι ένας άνθρωπος, όπως εσείς, όπως εγώ. Ή μάλλον, αφού οι φασίστες είναι μερικές φορές ακόμα και όμορφοι νέοι άνδρες και γυναίκες, γιατί σας κάνουν να αηδιάζετε; Γιατί η αστυνομία σας αηδιάζει; Επειδή είναι επικίνδυνοι; Γι’ αυτά που λένε; Όχι. Αυτό είναι κάτι που δεν είναι πλήρως κατανοητό. Όταν είμαι στη φυλακή, το χειρότερο πράγμα που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου είναι ο άνθρωπος με τη στολή. Γι’ αυτό κλείνω την πόρτα μου ώστε να αποφύγω να τους βλέπω, να αποφύγω να τους ακούω να μιλάνε. Μπορεί να λένε ακόμα έξυπνα πράγματα (πράγμα δύσκολο από μόνο του), αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να κατανοηθεί, κάτι που αηδιάζει.

Όταν μιλάμε για το πρόβλημα της καταστροφής, υπάρχει επίσης η αντίρρηση ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει διάκριση μεταξύ του βάνδαλου που σπάει τα πάντα και του επαναστάτη που επιτίθεται ύστερα από μια ακριβή διαδικασία συλλογισμού. Το πρόβλημα παραμένει και δεν είναι εύκολα εντοπίσιμο. Μια «αντικειμενική» διαφορά μεταξύ της καταστροφικής επαναστατικής πράξης και της πράξης βανδαλισμού δεν μπορεί να καθοριστεί, δίχως να υπεισέλθουμε σε ορισμένες πολύ μεγάλες δυσκολίες. Δεν μπορούμε να επιδιώξουμε μια «αντικειμενική» διαφορά που να μας καθησυχάζει μια για πάντα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι σπάζοντας το βαν της αστυνομίας και καταστρέφοντας τον πυλώνα είναι επαναστατικές πράξεις από μόνες τους, ενώ μαλώνοντας στα γήπεδα είναι χουλιγκανισμός. Η γενναιοδωρία δεν αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για το πώς ένας αποφασίζει τη διάκριση μεταξύ χουλιγκανισμού και επαναστατικής πράξης. Αν ήταν, για ακόμη μια φορά η λειτουργιστική υπόθεση θα ήταν εκεί, ο στόχος που θα είχε επιτευχθεί θα καταλάμβανε εξ’ ολοκλήρου το χώρο του συλλογισμού. Αν νομίζουμε ότι με την καταστροφή ενός πυλώνα της ENEL, χτυπάμε την καρδιά του κράτους, τότε είμαστε πραγματικά χαμένοι στο διάστημα, ακόμη και αν ήταν εκατοντάδες πυλώνες. Δεν είναι η μαθηματική λογική που μετράει.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η διαφορά που υπάρχει πρέπει να αναζητηθεί στην ατομική ωριμότητα των ανθρώπων που πραγματοποιούν αυτές τις πράξεις, στο τί αισθάνονται, τί επιθυμούν, και ακόμα τί είναι ικανοί να προβάλλουν πρακτικά, μετατρέποντας το όνειρο σε συγκεκριμένη δραστηριότητα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο χούλιγκαν βρίσκει κανείς, και αντιτάσσεται, μια περίεργη συσσώρευση συναισθημάτων. Υπάρχει η γενναιοδωρία της πράξης, η άγνοια, η ανικανότητα του βάνδαλου να αντιληφθεί τα στοιχεία που καθορίζουν την πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Αλλά υπάρχει επίσης μια αίσθηση εξέγερσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η εξέγερση βρίσκεται σε προτεραιότητα, δεδομένου ότι συχνά στο χούλιγκαν, επικρατεί το ένστικτο της αγέλης. Δεν είναι, στην ουσία, αλήθεια ότι εκείνοι που μαλώνουν μεταξύ τους στα γήπεδα εξεγείρονται ατομικά. Είναι σχεδόν πάντα συνταγμένοι μέσω διαδικασιών συγκέντρωσης, χρηματοδοτούμενες από διάφορους συλλόγους, συγκεντρωμένοι μέσω των δομών της ομάδας, συμβόλων, συνθημάτων, υπολειμμάτων παλαιών ιδεολογιών, κλπ.

Ο σύντροφος που δρα επιτιθέμενος σε μια δομή του εχθρού, ενώ δεν θέλει να κάνει χρήση της ταυτότητας ενός καθαρά «αντικειμενικού» σχεδίου, ξεκινά από διαφορετικά κίνητρα, από μια πιο σύνθετη κοινωνική ωρίμανση. Αν, στην ατομική σφαίρα, ο χούλιγκαν δεν ξέρει πώς να περνάει ευχάριστα την Κυριακή, ο σύντροφος, αντίθετα, εμπλέκει ολόκληρη την ύπαρξή του επιτιθέμενος σε ένα στόχο. Εισερχόμενος στην καταστροφική διάσταση έρχεται σε ρήξη με την επίμονη παράδοση της ποσοτικής διάστασης, την ανάπτυξη και τη θεσμοθέτηση της ζωής που έχει συνταχθεί από άλλους. Αυτή είναι η διαφορά.

Κατά τη γνώμη μου, το κλειδί της εξήγησης βρίσκεται στις συμπεριφορές που έχουν μια υποκειμενική σπουδαιότητα, δίχως τέτοιες συμπεριφορές να εγκαταλείπονται, έτσι, στον ατομισμό, στη στοιχειώδη κατάσταση των ξεχωριστών στοιχείων δίχως συνοχή μεταξύ τους. Και είναι προφανές ότι φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε ότι είναι δυνατόν ένα μεμονωμένο κίνητρο να είναι ένα σημείο καμπής. Και φοβόμαστε διότι για εκατόν πενήντα χρόνια μας έχει επισημανθεί ότι δεν είναι απαραίτητο να ξεκινήσουμε από το άτομο, αλλά από την τάξη, από αντικειμενική ανάλυση, από την ιστορία, από τους εσωτερικούς μηχανισμούς της ιστορίας, από αυτό το πράγμα που ονομάζεται διαλεκτικός υλισμός. Δεν έχουμε απελευθερωθεί ακόμα από την κληρονομιά αυτή.

1996

Σημειώσεις: Κάτω από τον τίτλο Distruzione e linguaggio, το κείμενο αυτό πάρθηκε από μια σειρά τεσσάρων αυτο-διαχειριζόμενων ομιλιών που έλαβαν χώρα στη Σχολή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου La Sapienza στη Ρώμη από της 23 Φεβρουαρίου μέχρι και της 25 Μαρτίου 1996. Η σειρά των ομιλιών είχε τίτλο «Κυριαρχία και Εξέγερση στη Μετα-Βιομηχανική Κοινωνία: Εσωκλεισμένοι και Αποκλεισμένοι». Η μεταγραφή εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή στα Ιταλικά στο βιβλίο Dominio e rivolta (Κυριαρχία και Εξέγερση) από την Edizione Anarchismo, Κατάνια, Ιταλία, Δεκέμβριος 2000. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή στα Αγγλικά στο πρώτο (και μοναδικό μέχρι σήμερα) θέμα του Outsiders, δημοσιευμένο από τις Vagabond Publications (Όκλαντ) τον Ιανουάριο του 2009. Στα Ελληνικά κυκλοφορεί στο βιβλίο Κυριαρχία και Εξέγερση στη Μετα-Βιομηχανική Κοινωνία: Εσωκλεισμένοι και Αποκλεισμένοι από το Ελευθεριακό Ινστιτούτο Κοινωνικών Μελετών, Ιωάννινα, 2008.

ΠΗΓΗ-Άλφα στερητικό

Η επίθεση είναι η καλύτερη μορφή άμυνας. Γιόχαν Μοστ – 1884.

12921039_978755975545102_175467906_n

Εφόσον πιστεύουμε ότι η προπαγάνδα στην πράξη είναι χρήσιμη, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για οποιεσδήποτε επακόλουθες καταστάσεις αυτή αφορά.

Όλοι τώρα γνωρίζουν εμπειρικά πως, όσο πιο υψηλό το επίπεδο του στόχου που θα πυροβοληθεί ή ανατιναχτεί, και όσο πιο άψογα έρθει σε πέρας η ενέργεια, τόσο μεγαλύτερο και το προπαγανδιστικό αποτέλεσμα.

Οι βασικές προϋποθέσεις της επιτυχίας είναι η μεθοδική προετοιμασία, η εξαπάτηση του αντιπάλου και το ξεπέρασμα των όποιων εμποδίων παρουσιάζονται μεταξύ αυτού που είναι να επιτελέσει τη δράση και του εχθρού.

Τα έξοδα που προκύπτουν λόγω τέτοιων επιχειρήσεων, είναι κατά κανόνα αρκετά υψηλά. Στην ουσία, θα μπορούσε κανείς να φτάσει να πει ότι η πιθανότητα τέτοιων δράσεων να επιτύχουν συχνά εξαρτάται από το αν είναι διαθέσιμα τα απαραίτητα οικονομικά μέσα ώστε να ξεπεραστούν οι δυσκολίες. Στις μέρες μας , τα χρήματα ανοίγουν πόρτες που κανείς δε θα μπορούσε να σπάσει, με μια σιδερένια μπάρα. Ο πειστικός ήχος των κερμάτων τυφλώνει και χαζεύει τους ανθρώπους. Η ισχύς του τραπεζικού λογαριασμού υπερνικά κάθε διάταγμα.

Κάποιος που δεν έχει λεφτά, δεν μπορεί να πλασαριστεί στην “υψηλή κοινωνία” χωρείς να φανέι “ύποπτος”, χωρίς να μπει σε επιτήρηση και έιτε να συλληφθεί συνοπτικά είτε τουλάχιστον να προληφθεί με κάποιο τρόπο απ το να πραγματοποιήσει την επαναστατική του πρόθεση. Αντιθέτως, παρουσιάζοντας το νεαυτό του ως ελκυστικό και “διακεκριμένο”, ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να κυκλοφορεί ελύθερος και χωρίς να κινεί υποψίες, επιφέροντας πιθανώς την αποφασιστική έκρηξη, ή εκκινώντας μια κολασμένη μηχανή που απο πριν είχει κρυφτεί κατάλληλα σε κάποιο καλό κρησφύγετο.

Αν λοιπόν κάποιοι σύντροφοι εμπνευστούν από τέτοιες ιδέες, αν πάρουν την απόφαση να ρισκάρουν τις ζωές τους για να πραγματοποιήσουν μια επαναστατική δράση, και αν -συνειδητοποιώντας οτι η συνεισφορά των εργατών δεν είναι παρά μια σταγόνα στον ωκεανό- απαλλοτριώσουν τα μέσα που απαιτούνται για τη διεκπεραίωση της πράξης, κατά τη γνώμη μας οι πράξεις τους είναι απόλυτα σωστές και καθόλου αφύσικες.

Για την ακρίβεια, είμαστε απόλυτα πεισμένοι ότι δεν υπάρχει καν η πιθανότητα να έρθουν σε πέρας αξιοσημέιωτες επιχειρήσεις, εκτός αν έχουν από πριν απαλλοτριωθεί τα απαραίτητα ποσά απο το στρατόπεδο του εχθρού.

Επομένως, οποιοσδήποτε που, ενώ εγκρίνει μια δράση ενάντια σε κάποιο αντιπρόσωπο της σύγχρονης “τάξης των κλεφτών” την ίδια στιγμή, απορρίπτει τον τρόπο με τον οποίο μαζεύονται τα χρήματα, είναι ένοχος για χοντροειδέστατη ασυνέπεια. Κανείς που να θεωρεί ότι η πράξη είναι από μόνη της σωστή δε νοείται να προσβάλει τον τρόπο με τον οποίο αποκτούνται τα απαραίτητα χρήματα, γιατί θα ήταν σαν κάποιος που γιορτάζει την ύπαρξή του να καταριέται τη γέννησή του. Ας μην ακούμε λοιπόν πια αυτές τς ηλίθιες κουβέντες περί “ηθικής αγανάκτησης” απέναντι στη “ληστεία” ή την “κλοπή” ˙ από τα στόματα των σοσιαλιστών, αυτό το είδος παρλαπίπας είναι πραγματικά η πιο ανόητη ηλιθιότητα που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Αφού χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει, ληστεύουν από τους εργάτες τα πάντα εκτός από τα απολύτως απαραίτητα για την επιβίωση, αυτός που επιθυμεί να αναλάβει δράση προς το συμφέρον του προλεταριάτου ενάντια στους εχθρούς του, υποχρεούται να ανακατευτεί με τους προνομιούχους κλέφτες και ληστές προκειμένου να απαλλοτριώσει τουλάχιστον αυτά που μπορεί από όσα παρήξαν οι ίδοι οι εργάτες, και να τα χρησιμοποιήσει για τους κατάλληλους σκοπούς. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι κλοπή και ληστεία αυτό που αντιμετωπίζουμε, αλλά ακριβώς το αντίθετο.

Επομένως, αυτοί που καταδικάζουν τέτοιες επιχειρήσεις χρηματοδότησης στις οποίες αναφερόμαστε, είναι επίσης εναντίον των ατομικών επαναστατικών πράξεων˙ αυτοί που απεχθάνονται τέτοιες πράξεις είναι απόλυτα ασόβαροι, κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους όταν αυτοαποκαλούνται επαναστάτες, αποθαρρύνουν τους πιο δραστήριους και αφοσιωμένους πρωτοπόρους του προλεταριάτου, αντιμετωπίζουν το εργατικό κίνημα ως την ¨πόρνη τους”, και δεν είναι όταν τους δει κανείς καθαρά στο φως, τίποτα παρά προδότες και αχρείοι.

Επιπλέον, οποιαδήποτε “παράνομη” πράξη -είτε είναι απλά μια προπαρασκευαστική πράξη για κάποια άμεσα επαναστατική δράση είτε όχι- μπορεί εύκολα να επιφέρει απρόβλεπτες συνέπειες, οι οποίες από τη φύση τους συνηθίζουν να εμφανίζονται εν τω μέσω μιας κρίσιμης κατάστασης.

Προκύπτει λοιπόν από τα επιχειρήματά μας μέχρι τώρα, ότι αυτές οι δευτερεύουσες συνθήκες (τυχαίες συμπτώσεις) δεν μπορούν να αποκοπούν απ τις ίδιες τις πράξεις και να κριθούν με ειδικά κριτήρια.

Αν για παράδειγμα ένας επαναστάτης κατά τη διαδικασία διεκπεραίωσης μιας πράξης εκδίκησης ή κάτι αντίστοιχου, ή εξασφαλίζοντας τα μέσα για μια τέτοια πράξη (χρήματα, όπλα, δηλητήριο, εκρηκτικά κτλ) ξαφνικά βλέπει ότι κάποιος τον εμποδίζει, και αν αυτό τον θέτει σε πολύ σοβαρό κίνδυνο, τότε όχι απλά έχει το δικαίωμα, από τη συνήθη οπτική γωνιά της αυτοάμυνας και της αυτοσυντήρησης, να καταστρέψει οποιονδήποτε τον προδίδει με μια τέτοια παρέμβαση , αφού η άφιξη του όποιου ατόμου μπορεί να τον στείλει στη φυλακή ή την κρεμάλα, αλλά έχει και το καθήκον για χάρη του σκοπού για τον οποίο πολεμά, να βγάλει από το δρόμο του το απρόσκλητο σκουπίδι.

Σίντνεϋ Πάρκερ (1973) – Κάποιες σημειώσεις για τον αναρχισμό και τον προλεταριακό μύθο.

Λύσσα και συνείδηση αρνηση και βία να σπείρουμε το χάος και την αναρχία Ⓐ

Το ζήτημα του Αναρχισμού δεν είναι θέμα μιας μόνο τάξης, επομένως ούτε και της εργατικής τάξης, είναι ζήτημα κάθε ατόμου που θεωρεί ότι η προσωπική του ελευθερία έχει αξία..”

John Henry Mackay.

Oι αφέντες ποτέ δεν στερήθηκαν μια καλοσυνάτη και εργατική δύναμη, για να επαναφέρουν τους Φυγάδες. Ούτε και σήμερα τη στερούνται. Πείτε τους όπως θέλετε, συνηθισμένους ανθρώπους, μάζες, προλετάριους, είναι πάντοτε το πρώτο ανάμεσα σε άλλα μέσα συμμόρφωσης.

Paul Herr.

1

Για πολλά χρόνια, ο Τύπος και οι ιστορικοί συνέδεαν τον Αναρχισμό με ένα είδος αντιπολιτικού κρατικού σοσιαλισμού, βασισμένου στο μεσσιανικό ρόλο του “λαού” ή και των “εργατών”. Αυτήν την οπτική ενθάρρυναν και αρκετοί αυτοαποκαλούμενοι αναρχικοί, που στην ουσία είναι κολλεκτιβιστές που απεχθάνονται τον συγκεντρωτισμό. Παρά τις όποιες τροποποιήσεις επέβαλε η ίδια η πραγματικότητα στους πιο αδιάλλακτους λαϊκιστές, η ψευδαίσθηση επιμένει ακόμα όπως κάνουν συνήθως οι ψευδαισθήσεις.

Το πρώτο μέρος αυτού του δοκιμίου είναι αφιερωμένο σε μια κριτική της ψευδαίσθησης αυτής. Γιατί οι “μάζες” συνεχίζουν να μην ανταποκρίνονται στο “αναρχικό” μήνυμα; Ίσως επειδή αυτό απευθύνεται μόνο σε μια μειοψηφία; Κι αν ναι, τότε δε θα ήταν καλύτερα να προσαρμόσει κανείς αντίστοιχα τις απόψεις του;

Ένα σημαντικό στοιχείο του λαϊκίστικου μύθου, είναι η αντίληψη ότι κατά τη διάρκεια των ιστορικών επαναστάσεων, είναι ότι ο “λαός” ξεσηκώνεται ως ολότητα και ανατρέπει τους αφέντες του. Υποτίθεται ότι βρίσκονται ενστικτωδώς από την πλευρά της “ελευθερίας”. Αυτή η υπόθεση γίνεται επειδή ο εργάτης είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης, γιατί υπόκειται στις επιθυμίες των αφεντικών του, επομένως πρέπει εξατίας αυτής της κατάστασής του να επιθυμεί να είναι “ελεύθερος” κι έτσι να ανταποκρίνεται ευκολότερα στις αναρχικές ιδέες απ’ ότι μέλη άλλων τάξεων.

Υποστηρικτικά ως προς το συλλογισμό αυτό, οι προλεταρικοί μυθολόγοι συλλέγουν με επιμέλεια δείγματα πληροφοριών σε σχέση με την “άμεση δράση των μαζών”. Μας λένε για τη μάυρη σημαία που ανέμιζε πάνω απο εργοστάσια κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Κορέα, εκστασιάζονται όταν μιλούν για την εξέγερση του Βερολίνου το 1953, αυτή στην Ουγγαρία το 1956, ενθουσιάζονται με τις πρώτες μέρες του καθεστώτος Κάστρο στην Κούβα και τις μέρες του Μάη στο Παρίσι του 1968, πόσο μάλλον με την Παρισινή Κομμούνα, τη Μεξικανική, τη Σοβιετική και την Ισπανική επανάσταση. Αυτό που δεν ξεψαχνίζουν είναι τα πολύ πιο πολυάριθμα και επίμονα παραδείγματα των προλετάριων που υποστηρίζουν τους κυβερνώντες που τους ταϊζουν- που στελεχώνουν τη μεγάλη μάζα του προσωπικού φυλακών, αστυνομίας και στρατιωτικών υπηρεσιών, που είναι “πάντοτε το πρώτο ανάμεσα σε άλλα μέσα συμμόρφωσης” και που καταδιώκουν το ξεχωριστό άτομο κραυγάζοντας για κονφορμισμό.

Ένα από τα πιο βαριά φορτία που έχουν να κουβαλάνε οι αναρχικοί είναι αυτή η σύνδεση με την ανιαρή “εργατική” κουλτούρα αυτών των “συνηθσιμένων και προσγειωμένων” εκατομμυρίων, που έγιναν εθελοντικά το ποίμνιο των κηρύκων και των αφεντών τους δια μέσου των αιώνων. Οι προλεταριακοί μυθολόγοι μπορούν να πάνε όσο πίσω χρειαστεί στο παρελθόν για να βρουν παραδείγματα “άμεσης δράσης” και ”δημιουργικότητας” από πλευράς του “λαού”. Αυτό που δεν μπορούν να κάνουν είναι να δείξουν πώς αυτά ποτέ υποκατέστησαν εξουσιαστικά συστήματα, ή ότι δεν έφεραν μέσα τους τους σπόρους νέων μορφών εξουσίας. Πράγματι, τα συντριπτικά ιστορικά στοιχεία υποστηρίζουν την προκλητική θέση του Έρικ Χόφφερ στο “Ο πραγματικός πιστός” ότι συνήθως οι μάζες παίρνουν αυτά που θέλουν από “επιτυχημένες” επαναστάσεις – ένας ισχυρός αφέντης – κι ότι οι μόνοι που απογοητεύτηκαν ήταν οι πνευματικοί τους πρόδρομοι (όταν αποδεκατίστηκαν). Υποστηρίζουν επίσης τα μελαγχολικά συμπεράσματα της Σάημον Γουέι στις συνδικαλιστικές μέρες της:

Μπορούν οι εργατικές οργανώσεις να δώσουν στο προλεταριάτο τη δύναμη που του λείπει; Η ίδια η πολυπλοκότητα του καπιταλιστικού συστήματος κι επακόλουθα των ζητημάτων που αναδεικνύει ο αγώνας που πρέπει να έρθει σε πέρας, φέρουν μέσα στην ίδια την καρδιά του κινήματος της εργατικής τάξης, τον υποτιμητικό διαχωρισμό της εργασίας σε χειρωνακτική και πνευματική. Ο αυθόρμητος αγώνας αποδείχτηκε σχεδόν πάντα αναποτελεσματικός και η οργανωμένη δράση σχεδόν αυτόματα αποκρύπτει ένα διαχειριστικό μηχανισμό ο οποίος αργά ή γρήγορα γίνεται καταπιεστικός.”

2

Θ’ αρνιόμουν την ύπαρξη της ταξικής πάλης λοιπόν; Όχι δεν το κάνω. Υπάρχει όμως αξιοσημείωτη σύγχυση ανάμεσα στο γεγονός της ταξικής πάλης και στη θεωρία της.

Το γεγονός είναι η αναντίρρητη ύπαρξη μιας σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ εργαζομένων κι εργοδοτών- είτε κρατικών είτε ιδιωτικών. Η αυνειδητοποίηση και η έκταση αυτής της σύγκρουσης δεν έιναι τόσο διαδεδομένες όσο οι κήρυκες του “ταξικού πολέμου” θα ήθελαν να πιστεύουν αυτοί και άλλοι διάφοροι, υπάρχει όμως και έχει κατά καιρούς καταλήξει σε βελτιωμένες συνθήκες για τους εργαζόμενους. Είναι τόσο φυσικό να υπερασπίζεται τα συμφέροντά του κάποιος που ζει από το μισθό του, όσο είναι και το να υπερασπίζεται τα δικά του αυτός που πληρώνει το μισθό. Αυτό είναι γεγονός και μόνο ένας κουτός θα το αρνούνταν.

Από την άλλη, η θεωρία βασίζεται στην αναπόδεικτη πεποίθηση ότι αυτή η σύγκρουση θα ή και μπορεί να οδηγήσει σταδιακά στην κατάργηση της εκμετάλλευσης και την εγκατάσταση μιας αταξικής κοινωνίας. Είτε ως λογική βάση νοείται η Μαρξιστική οπτική μιας ιστορικής διαλεκτικής που ωθεί την ταξική πάλη ως την τελική κατάληξη όλων των συγκρούσεων στον κομμουνισμό, είτε η Μπακουνική/Κροποτκινική πίστη στην αυθόρμητη “δημιουργικότητα των μαζών”, έχει μικρή διαφορά ως προς τη βασική ιδέα ότι η ταξική πάλη είναι ο βασιλικός δρόμος προς την ουτοπία. Όσο και να τροποποιήθηκε από διάφορες αλλαγές και βελτιώσεις ή να καταπνίγηκε από επιστημονικές αρλούμπες, η θεωρία παραμένει μια εκλαϊκευμένη εκδοχή της μεσσιανικής αντίληψης περί έλευσης του “βασιλείου του παραδείσου” στη γη, και έχει περίπου τις ίδιες αποδείξεις να την στηρίζουν. Για πάνω από 150 χρόνια οι προλετάριοι ιδεολόγοι παρότρυναν τους “εργάτες” να είναι αυτό ή εκείνο, να κάνουν αυτό ή εκείνο, και η απόκρισή τους ήταν ουσιαστικά μηδενική – εκτός αν ήταν κάποιο κάλεσμα για πόλεμο. Μετά από περισσότερα χρόνια απ’ όσα οποιοσδήποτε απο εμάς τους ζωντανούς μπορεί να θυμηθεί, η ανταπόκριση της συντριπτική πλειοψηφίας των εργατών στις αναρχικές ιδέες ήταν είτε αδιάφορη είτε εχθρική.

Καμία εξέγερση των προλετάριων ή των προγόνων τους στην επαναστατική μυθολογία δεν έβαλε ποτέ κάποιο τέλος στην υποτακτικότητά τους. Η υποτιθέμενη “δημιουργικότητά” τους και η “επιθυμία για ελευθερία”, ως τάξη, είναι απλά λαϊκίστικες ανοησίες και κατά βάση αποτελούν το προϊόν ενοχικών μεσοαστών ή μεγαλοαστών διαννοούμενων που ψάχνουν να εξιλεωθούν για τις κοινωνικές τους αμαρτίες. Ο Κροπότκιν που είναι ένα τυπικό παράδειγμα, επαναλαμβάνει ξανά και ξανά ότι “ο Αναρχισμός είναι η ¨δημιουργικότητα” των μαζών”, αλλά ποτέ δεν εξηγεί την αιτιολογική σύνδεση μεταξύ των δύο. Αυτό που κάνει είναι να παραθέτει κάποια επιλεγμένα ιστορικά γεγονότα τα οποία ερμηνεύει ως τέτοια, κι αυτά συνήθως είναι δημοκρατικά παρά αναρχικά ως προς το χαρακτήρα τους.

3

Το πρόβλημα με μεγάλο μέρος όσων καλούνται σήμερα “αναρχισμός” είναι το γεγονός ότι οι εκπρόσωποί του κυριαρχούνται από “κοινωνιοποιημένες νοοτροπίες”. Εννοώ με αυτό μια εμμονή με την αντίληψη ότι η απελευθέρωση του ατόμου έρχεται μέσα από την σύμπλευση με την “κοινωνία”. Όχι, σε αυτήν την περίπτωση, μια υπαρκτή αλλά μια ιδεώδη αταξική/ακρατική κοινωνία, την οποία το απροσδιόριστο μέλλον υποτίθεται ότι θα φέρει.

Το διακριτικό χαρακτηριστικό αυτού του τύπου κοινωνιοποιημένης νοοτροπίας είναι ότι διακατέχεται από την πεποίθηση ότι ο αναρχισμός ισούται με τον αντικρατισμό. Από τη στιγμή που θα εκμηδενιστεί το κράτος, όπως λέει η άποψη, η ανθρωπότητα θα ζει στην ελευθερία. Δυστυχώς όμως αυτό δε συμβαίνει, αφού η εξουσία έχει κι άλλα μέσα/πηγές πέρα από το κράτος. Ένα από αυτά είναι η “κοινωνία”. Πράγματι, τα κοινωνικά ήθη κι έθιμα μη ώντας καθορισμένα σε και από κάποια νομικά διατάγματα, μπορούν να έιναι πιο επίμονα καταπιεστικά απ’ ότι οι νόμοι του κράτους, ενάντια στους οποίους, κατά καιρούς, υπάρχει κάποιο επίπεδο νομικής προστασίας. Πολλοί αποκαλούμενοι αναρχικοί αναγνωρίζουν την καταπιεστικότητα του κράτους, είναι όμως τυφλοί μπροστά σε αυτήν της κοινωνίας. Η “αναρχία” τους επομένως, συνίσταται στο να αντικατασταθεί η κάθετη εξουσία του κράτους, από την οριζόντια εξουσία της κοινωνίας.

Ως αναρχικός ατομικιστής δεν αναγνωρίζω ούτε την νομιμότητα του κρατικού ελέγχου πάνω μου, ούτε αυτή ενός ακέφαλου πλήθους που θα αυτοαποκαλείται “αναρχικό”. Συμφωνώ με τον Ρέντσο Νοβατόρε όταν έγραφε:

Η αναρχία δεν έιναι μια κοινωνική νόρμα, αλλά μια μέθοδος ατομικοποίησης. Καμία κοινωνία δε θα μου προσδώσει πιο πολύ από μια περιορισμένη ελευθερία και μια ευημερία που εξασφαλίζει σε κάθε ένα από τα μέλη της. Δε με ικανοποιεί όμως αυτό και θέλω περισσότερα. Θέλω όλα όσα έχω τη δύναμη να κατακτήσω. Κάθε κοινωνία ζητά να με περιορίσει στα αξιοσέβαστα όρια του επιτρεπόμενου και του απαγορευμένου. Δεν αναγνωρίζω όμως αυτά τα όρια, γιατί τίποτα δεν απαγορεύεται και όλα επιτρέπονται σε αυτούς που έχουν τη δύναμη και το θάρρος.

Επομένως, αναρχία δεν είναι η ανοικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας που κι αυτή θα υποφέρει. Είναι μια αποφασιστική μάχη ενάντια σε κάθε κοινωνία- τη χριστιανική, τη δημοκρατική, τη σοσιαλιστική, την κομμουνιστική, κτλ. Αναρχισμός είναι η αιώνια μάχη μιας μικρής μειοψηφίας αριστοκρατικών αουτσάηντερς ενάντια σε όλες τις κοινωνίες που ακολουθούν η μία την άλλη στην πίστα της ιστορίας.”

Είτε μας αρέσει είτε όχι, οι αναρχικές ιδέες δεν ήταν ποτέ κτήμα περισσότερο απο ενός μικρού αριθμού ατόμων που οικειοποιήθηκαν τον αναρχισμό και τον προώθησαν ως τέτοιο. Η επένδυση των εκμεταλλευόμενων μαζών με επαναστατικά προτερήματα, η υπερανάλυση πάνω σε αυτά μέσω κειμένων με ενός λεπτού διάρκεια ζωής που δε διαβάζουν οι ίδοι ποτέ, είναι συχνά μια απλή μεταμφίεση ενός ηθικισμού που μιλά για το πώς θα ‘πρεπε να φέρονται, πετώντας έναν πολύχρωμο μανδύα πάνω στο πώς έχουν ήδη φερθεί, πώς φέρονται και πώς θα φερθούν- με δεδομένη την έλευση της δευτέρας παρουσίας του Ιησού Χριστού, του Καρλ Μαρξ και του Μιχαήλ Μπακούνιν, ξεχωριστά ή όλων μαζί…

Όσοι θεωρούν ότι ο αναρχισμός συνδέεται οργανικά με την ταξική πάλη βρίσκονται πραγματικά κάπου στη μέση μεταξύ αναρχισμού και σοσιαλσμού. Από τη μία προσπαθούν να εξυψώνουν την αυτοκυριαρχία που είναι η ουσία του αναρχισμού. Από την άλλη παραμένουν αιχμάλωτοι δημοκρατικών, κολλεκτιβίστικων, προλεταριακών μύθων. Μέχρι να μπορέσουν να κόψουν αυτόν τον ομφάλιο λώρο που τους κρατά προσδεμένους στο σοσιαλισμό, δε θα μπορέσουν ποτέ να φτάσουν στο ζενίθ της δύναμής τους ως αυτεξούσια άτομα. Θα άγονται και θα φέρονται ακόμα κατά μήκος του ουτοπικού μονοπατιού που υποτίθεται ότι οδηγεί στις πηγές με τη λεμονάδα και τα τσιγαρόδεντρα του μεγάλου ζαχαρωτού βραχοβουνού.

4

Όποιες κι αν είναι οι ελπίδες μου, όσο αποκρουστικές και να βρίσκω τη μιζέρια και τις ιεραρχίες που συναντώ, γνωρίζω πως οι κυβερνώντες δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς τη συνεργασία των κυβερνόμενων, και είναι γελοίο να υποθέτουμε ότι οι πλούσιοι είναι απλώς παράγωγα της κυβέρνησης. Χωρίς την υποτακτικότητα των πολλών, οι λίγοι που έχουν τα προνόμια θα έχαναν την εξουσία τους. Αφού δεν εξαρτώμαι από τη μελλοντική πραγματοποίηση κάποιας ιδανικής κοινωνίας ως το “λόγο ύπαρξής μου”, δεν έχω ανάγκη να προστρέξω σε κάποια τάξη ή ομάδα για να επικυρώσει τις ιδέες μου.

Η απόρριψη όμως των κοινωνικοπολιτικών μύθων δεν έιναι συνώνυμη με την απόρριψη κάθε πράξης, από πλευράς ατόμου. Εάν οι μάζες είναι αδιάφορες ή εχθρικές, αν το μέλλον υπόσχεται πως θα είναι ένα ταραχώδες μείγμα του 1984 με τον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο, παρ’ όλες τις όποιες ατέλειες αντρών και γυναικών που, μέχρι την τελική ρομποτοποίηση, θα αφήνουν ακόμη κενά και ρωγμές στο κοινωνικό εργοστάσιο. Σε αντίστοιχες χαραμάδες της οργανωμένης Συλλογικότητας θα είναι ακόμη πιθανό, εδώ κι εκεί, να δημιουργούνται συμπαθητικοί χώροι, οάσεις ασύλου και αντίστασης, γι’ αυτούς που έχουν κόψει δεσμούς με τα ήθη και τις αξίες του Καθεστώτος και την ίδια στιγμή έχασαν την πίστη σε κολλεκτιβίστικες αλλά και εξουσιαστικές λύσεις των προβλημάτων τους. Ένας τέτοιος τρόπος να προχωράς, πάντως, δεν είναι προϊόν της “ταξικής πάλης”. Είναι πρώτα και κύρια μια ιντιβιντουαλιστική απόπειρα: η δημιουργία μιας εγωιστικής ευισθησίας.

Επιστροφή στα βασικά: άτομο-κοινότητα-κοινωνία, κάποιες βασικές σημειώσεις.

10365757_567645886714931_4250189439103496166_n

Πόσο και πόσο μελάνι έχει ξοδευτεί από ατομικιστές αναρχικούς και όχι μόνο, στην ιστορία, για να τονιστούν και να αναπτυχθούν οι θέσεις περί θεμελιακότητας του ατόμου. Πόσες και πόσες κουβέντες έχουν γίνει, επίσημες, φιλικές, έντονες, αφοριστικές, υμνητικές, σε καταλήψεις, σχολές, παρέες, για να αναπτυχθούν οι σχετικές απόψεις, καθώς το άτομο -όχι απλά η μονάδα, όχι ο ιδιώτης αλλά το άτομο ως ον ξεχωριστό και μοναδικό- οφείλει μακριά από ακαδημαϊκής πρέλευσης και κατάληξης υπερβολές να κατακτήσει τη θέση που του αξίζει. Και πόσα -κι από τα δύο- πρέπει ακόμα να γίνουν...

Το ζήτημα του ατόμου, η σύλληψη, η έννοια, η ερμηνεία και ό,τι το αφορά, δε θα πάψουν ποτέ να απασχολούν τα μυαλά εκείνων, που ψάχνουν να δημιουργήσουν δρόμους ζωής και αγώνα, ατομικά και συλλογικά μονοπάτια ελευθερίας. Εκείνων που την ελευθερία αυτή δεν την αναζητούν σε δοκιμασμένα αποτυχημένες αλλά και προκαθορισμένες συνταγές που το παραγκωνίζουν χάριν της μάζας -και όχι χάρην της συλλογικότητας όπως αρέσκονται οι θιασώτες αυτών να πιστεύουν-, αλλά το βρίσκουν να μάχεται εναντίον της, στο λόγο ή και στην πράξη.

Δε θα πάψει ποτέ, παράλληλα, να αποτελεί κι ένα σημείο τριβής ανάμεσα σε τόσο διαφορετικές μεταξύ τους κοσμοθεωρίες, αντιλήψεις, στάσεις ζωής. Λογικό μάλλον…

Άλλωστε για κάποιους άτομο και μοναδικότητα είναι βάση της ελευθερίας, το απαραίτητο πρώτο βήμα που παράλληλα οφείλει να παύει να είναι πρώτο συντροφεύοντας τους/τις αγωνιζόμενους/ες σε κάθε βήμα τους. Για άλλους αποτελούν δυνητικά απειλή για την ελευθερία, καθώς τα θεωρούν ως άλλωθι ακατάσχετων ακαδημαϊσμών και ένδειξη φιλελεύθερων ή και μικροαστικών νοοτροπιών που στρέφονται ουσιαστικά εναντίον της επανάστασης. Για κάποιους τρίτους είναι το ίδιο το ζητούμενο και αποτελούν ενα διαρκή αυτοσκοπό που επισκιάζει κάθε τί πέρα απ’ αυτό.

Χωρίς λοιπόν να αποτελεί πρόθεση η επιστημονικοποιημένη ανάλυση, το ίδιο συμβαίνει και με την απλουστευμένη κι επιφανειακή ματιά. Ούτε στα επιτηδευμένα “δύσκολα” λόγια κατανοητά μεταξύ μιας κλειστής κάστας αυτοεπίλεκτων διανοούμενων βρίσκεται η αναρχία μας, ούτε και στα υπερλαϊκευμένα σε μορφή και περιεχόμενο λόγια όσων αυτοψαλιδίζονται τόσο που φτάνουν να ενσωματώσουν το ψαλίδισμα…

Στο κείμενο που ακολουθεί κατατίθενται θέσεις, απόψεις αλλά και ερωτήματα, με σκοπό να καταστούν πιο σαφείς και ξεκάθαρες κάποιες ερμηνείες και τα αναλυτικά εργαλεία τους. Αναλυτικά εργαλεία απαλλαγμένα από τακτικίστικες “αναγκαιότητες”, απο πολιτικάντικες εμμονές, κι από κάθε είδους παρελθοντικά βαρίδια σοβαροφάνειας. Για να μπορούμε να κάνουμε πιο αποτελεσματικές τις δράσεις μας, πιο υγιείς τις μεταξύ μας σχέσεις, πιο εύκολη τη συνεννόησή μας. Στην τελική για να μπορούμε να βρίσκουμε στη ζωή και τους αγώνες όλο και μεγαλύτερα κομμάτια μας, κι όχι μια φτηνή ρουτινιάρικη αντανάκλασή μας. Για να μπορούμε να είμαστε κύριοι/ες των ζωών μας και να τις ζούμε εδώ και τώρα, όχι προσμένοντας κάποιο προκαθορισμένο μέλλον, αλλά ούτε και αδιαφορώντας γι’ αυτό.

Περί ατόμου.

Για τον γράφοντα, άτομο δε σημαίνει απομόνωση και υπεροψία, όπως επίσης συλλογικότητα και κοινότητα δε σημαίνει μάζα και απώλεια των ιδιατεροτήτων μας αντίστοιχα. Ίσως για κάποιους είναι ψιλά γράμματα διακρίσεις όπως αυτές ή απλές παιδιάστικες προσωπικές αναζητήσεις χωρίς ουσία ή πρακτικό αντίκρυσμα. Είναι όμως έτσι? Μπορούμε να αγνοούμε θεμελιακής σημασίας κομμάτια της αναρχικής σκέψης ή και να τα προσπερνάμε με την υπεροψία της ημιμάθειας? Τι πραγματικά προσφέρει μια τέτοια στάση είτε σ’ εμάς και την πορεία μας στη ζωή είτε στους αγώνες που θέλουμε να λέμε ΄τι ως αναρχικοί/ες διεξάγουμε?

Μια αλυσίδα για να είναι δυνατή πρέπει να έχει γερούς τους κρίκους της. Και από την άλλη, ένας κρίκος μόνος του δεν φτιάχνει αλυσίδα…

Είναι πλούσια τα παραδείγματα στην καθημερινή ζωή κάποιου/ας, που αφορούν το ζήτημα, που προκαλούν προβληματισμό και σκέψη πάνω σε αυτό. Κι έχουν να κάνουν με ποικίλες πτυχές της καθημερινότητας, τόσες που ίσως να μην το είχαμε καν σκεφτεί κάποιες φορές. Παραδείγματα που δοκιμάζουν την πρακτική εφαρμογή των θέσεών μας ή στρώνουν το έδαφος για νέες. Στιγμιότυπα που οι περισσότεροι/ες έχουμε βιώσει ή συναντήσει. Η θεωρία άλλωστε παράγεται μέσα από τη ζωή αλλά και βοηθάει παράλληλα στην καλύτερη κατανόησή της, σε μια διαρκή ενεργή αλληλεπίδραση με την πράξη. Αλλιώς παραμένει ανέξοδο μελάνι σε σελίδες χαρτιού αλλά και ευαγγέλιο για τους κάθε λογής βοσκούς και τα αντίστοιχα ποίμνια.

Στην οικογένεια λοιπόν, στο σχολείο, στην παρέα, στη δουλειά, στη γειτονιά, στο λάηφσταηλ, στο στρατό, στο ψυχιατρείο, στη φυλακή, παντού μα παντού μέσα σε αυτήν την κοινωνία αναπαράγεται η βάση της καταπίεσης της ατομικότητας. Αλλού πολύ κι αλλού λίγο, αλλού άμεσα κι αλλού έμμεσα. Ακόμη και σε εγχειρήματα που αποκαλούνται απελευθερωτικά, κάποιες φορές.

Κι εκεί είναι που δημιουργούνται, γιγανώνονται και βρίσκουν διέξοδο οι όποιοι προβληματισμοί. Αυτοί που βάζουν ή κρατούν το μυαλό σε κίνηση, σε εγρήγορση ενάντια στη σκουριά της ομογενοποίησης και στην υποκρισία της υποτιθέμενης -συνειδητής ή μη- ανωτερότητας.Αυτοί που αποτελούν το γόνιμο έδαφος στο οποίο ανθίζει ο σπόρος της άρνησης. Της μόνιμης βάσης για κάθε ανατρεπικό βήμα μας, σ’ ‘ενα μακρύ δρόμο που καθημερινά διαμορφώνουμε.

Περί κοινότητας.

Κοινότητα για τον γράφοντα, είναι το πρακτικό αποτέλεσμα, η πρακτική έκφραση της συνύπαρξης ανεξάρτητων αυτοκαθοριζόμενων και συνειδητά συνεργαζόμενων ατομικοτήτων. Η έννοια της κοινότητας δεν ταυτίζεται με αυτήν της κοινωνίας, είναι βάση για μια ζωή ελευθερίας και αλληλεγγύης, δεν διέπεται από τις συμβάσεις που διατρέχουν το κοινωνικό σώμα ακόμα και σε φαντασιακό επίπεδο. Οι όποιοι κανόνες της, είναι απλά κοινές συμφωνίες για την εξασφάλιση της ύπαρξης της, της συνύπαρξης των μελών της και την εξυπηρέτηση των επιθυμιών και των αναγκών τους. Η κοινότητα πρώτα απ όλα είναι έννοια και αντίληψη – η αίσθηση του να μοιράζεσαι ισότιμα κι ελεύθερα, μακριά από καταναγκασμούς κι έξωθεν ή άνωθεν επιβολές. Δεν καταπιέζει τη μοναδικότητα του κάθε ατόμου αλλά προσφέρει τα μέσα και τις συνθήκες -ή τουλάχιστον δεν αποκρύπτει αυτά- για την άνθιση των κλίσεων και των τάσεων του καθενός και της καθεμιάς μας. Συμπορεύεται με το άτομο αλληλοσυμπληρώνοντας το ένα το άλλο.

Κοινότητα, μεταξύ άλλων, είναι οι σχέσεις των μελών μιας ένοπλης οργάνωσης, των κατοίκων που πολεμούν ενάντια στην καταστροφή της φύσης στον τόπο τους, των συντρόφων που λειτουργούν έναν αυτοδιαχειριζόμενο χώρο, που μοιράζονται κοινά οράματα, κοινές ανησυχίες κτλ… Απ’ τους όρους που τις διέπουν καθορίζεται όχι μόνο η ποιότητα και το περιεχόμενό τους αλλά και η πορεία τους.

Περί κοινωνίας.

Κοινωνία από την άλλη δεν είναι το άθροισμα των κοινοτήτων ή και των ατόμων απλά. Ούτε και είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο, ενιαίο και ομοιογενές ώστε να μπορεί να υμνηθεί ως τέτοιο. Η κοινωνία χρειάζεται για την εδραίωσή και αναπαραγωγή της- μέσα στην πολυπλοκότητά της- αποδιοπομπαίους τράγους. Όσο θετικά φορτισμένη κι αν είναι γενικά, στην πράξη και κοιτώντας τα ιστορικά παραδείγματα διάφορων κοινωνιών μέχρι τώρα, η κοινωνία κατα κανόνα εννοείται ως από τη μία το σύνολο ατόμων, ομάδων και ιδεών ενός γεωγραφικού χώρου, και άρα ως τέτοια αν δεν υμνείται τουλάχιστον δεν καταδικάζεται στο βαθμκό που θα έπρεπε αποκτώντας ελφρυντικά για ευθύνες που σαφώς έχει. Από την άλλη εννοείται ως το σύνολο των κυρίαρχων αξιών και αντιλήψεων, ενίοτε και πρακτικών, μαζί με τους φορείς αυτών. Και στο βαθμό που -προφανώς είναι και η άποψη του γράφοντος- ισχύει το δεύτερο, δεν μπορεί παρά η πολύμορφη σύγκρουση με ό,τι καταστρέφει το ατομικό και απονοηματοδοτεί το συλλογικό,να είναι έντονη και καθημερινή.

Αυτό το “αυτή η κοινωνία προωθεί τη ρουφιανιά το γλείψιμο και την υποταγή” δεν το ανακάλυψαν φορείς αντικοινωνικών ιδεών και πρακτικών, είναι απλά μια πραγματικότητα. Και με αυτό το σύνθημα γίνεται πολύ αντιληπτό σε όποιον/αν θέλει να καταλάβει πέρα από εμμονές, το υπόβαθρο στο οποίο αναπτύχθηκαν οι όποιες σχετικές απόψεις και κινήσεις. Γιατί μπορεί να ζούμε μέσα σε αυτήν την κοινωνία αλλά δεν είμαστε όλοι/ες κομμάτι της. Είναι απαραίτητη η επίγνωση όχι μόνο των “δεινών” αυτής, αλλά και των δικών μας ατελειών, ώστε ο αγώνας για την καταστροφή της και την δημιουργία (μέσα και από την ατομική εξέλιξη) μιας ζωής που θα την ζούμε με όρους που θα θέτουμε εμείς και καμιά εξουσία ό,τι κι αν χρησιμοποιεί για βιτρίνα, να μην είναι σαν αυτόν του σίσσυφου, να ριζώσει βαθιά σε συνειδήσεις και να επεκταθεί καταστρέφοντας τις νευρικές απολήξεις του κρατικού/ καπιταλιστικού τέρατος και της εθελοδουλείας ως βασικού συστατικού του.

΄Ατομο-ατομικό-συλλογικό.

Ατομικό και συλλογικό συνυπάρχουν. Όχι υποχρεωτικά και για κάθε στιγμή της ζωής μας φυσικά. Μόνος, ουσιαστικά μόνος δεν καταφέρνεις ούτε σκοπούς και σχεδιασμούς να πραγματοποιήσεις, ούτε και να ολοκληρώνεσαι ως άτομο εκτός αν δεν υπάρχει ενδιαφέρον για κάτι τέτοιο.

Πέρα από αυτά, η παρεξήγηση της θεμελιώδους έννοιας του ατόμου εκτρέπει τις ερμηνείες άρα και τις σχετικές αποφάσεις προς ατραπούς που μόνο φιλικές δεν είναι προς την αναρχία. Για παράδειγμα, το να αρνηθώ να δεσμευτώ για κάποια δράση ή σε κάποιο εγχείρημα επειδή με …καταπιέζει, γίνεται τις περισσότερες φορές, η ιδεοληπτική επικάλυψη της ανευθυνότητας και της χομπίστικης νοοτροπίας αρκετών, το ίδιο αν όχι πιο ενοχλητική απ την αδράνεια άλλων.

Η αλληλοβοήθεια πχ, πέρα από την αρρωστημένη χριστιανική εκδοχή της και τις διάφορες “φιλικές” ή μη προς εμάς παραλλαγές της, είναι απαραίτητη, είναι ένδειξη αλληλεγγύης, αξία και στάση ζωής. Η συνεργασία δε σημαίνει περιορισμός της ατομικής ελευθερίας κάποιου/ας, αλλά ενδεχομένως ακόμα μεγαλύτερη ανάπτυξη των δυνατοτήτων του/της. Όχι νομοτελειακά βέβαια, καθώς όλα κρίνονται από τους όρους με τους οποίους διεξάγεται.

Συλλογικό δε σημαίνει μαζικό. Ουσιαστικά, το συλλογικό αντιμάχεται το μαζικό σαν όρο, έννοια και συνθήκη. Όταν κάτι γίνεται μαζικά, χάνεται η προσωπική πινελιά του καθενός. Σταματά να αναγνωρίζει κάποιος τον εαυτό του εκεί μέσα εκτός αν έχει ήδη αποδεχτεί συνειδητά ή όχι, τις αρχές της αντιπροσώπευσης και της ανάθεσης. Με λίγα λόγια το συλλογικό προϋποθέτει αλλά και αναδεικνύει τις δυνατότητες του καθενός και μπορεί να τις πάει πολύ μπροστά, ενώ το μαζικό απονοηματοδοτεί τη συλλογικότητα καταπιέζει την ατομικότητα, δεν είναι αντιπροσωπευτικό κανενός και στην ουσία είναι ένας θολός, ξένος, και εύκολα κατευθυνόμενος απο ηγέτες κι εξουσίες μέσος όρος. Γκρεμίζουμε τα θεμελια της καταπιεσης, μόνο όταν τα αναγνωρίζουμε.

Κλείνοντας.

Όλα αυτά δε γράφτηκαν απλά για εξωτερίκευση σκέψεων. Γράφτηκαν για τη μετάδοσή τους, για τη γέννηση νέων προβληματισμών και κυρίως πράξεων. Και ενώ το μεγαλύτερο μέρς τους είχε γραφτεί πάνω από ένα χρόνο πριν, η μπροσούρα του Γεράσιμου Τσάκαλου «Ατομικότητα και αναρχική ομάδα» ξανάδωσε το κίνητρο να τελειώσει το κείμενο (δύναμη και καλή λευτεριά).

Και προφανώς δεν “ξεχειλώθηκαν” στη γραφή, γιατί η ακαδημαϊκού τύπου αναρχολογία δε μας αφορά, όσο δε μας αφορά και η οικειοποίηση ξένων προς την αναρχία αντιλήψεων, στο βωμό της αποτελεσματικότητας…

Είναι άμεση η επίδραση του πώς βλέπουμε αυτά τα ζητήματα – αν τα βλέπουμε- στον τρόπο που αναλύουμε τη ζωή και τους αγώνες μας. Διαμορφώνει, ανάλογα τις επιλογές δέσμευσης, το πώς κινούμαστε και δρούμε.

Διαφορές ανάμεσα στα αναρχικά ρεύματα υπήρχαν και θα υπάρχουν. Συχνά μεγάλες και κάποιες φορές θεμελιώδεις σε “θεωρητικά” ζητήματα. Οι πολιτικές διαφορές όμως είναι υγεία, και είναι απ τα στοιχεία που ομορφαίνουν την αναρχία. Όσο αυτές δε γίνονται η δικαιολογία για εξυπηρέτηση προσωπικών φιλοδοξιών ή εξωτερίκευση εμμονών, τότε στα πλαίσια της πολυμορφίας που οφείλει να διέπει τον αγώνα μας δεν αποτελούν εμπόδιο αλλά προωθητικό στοιχείο.

Ούτε φιλόσοφοι του καναπέ και πύρινοι πληκτρολόγοι, ούτε μπολσεβίκοι – απλά αναρχικοί/ές.

 

Λίγα λόγια με αφορμή την ανάληψη ευθύνης για την εκτέλεση του χαμπίμπι

σχετικο λινκ  http://mpalothia.net/liga-logia-aformi-tin-analipsi-efthynis-gia-tin-ektelesi-tou-chabibi/

Λίγα λόγια με αφορμή την ανάληψη ευθύνης για την εκτέλεση του χαμπίμπι.

Επειδή πάρα πολλά έχουν ήδη ειπωθεί και θα ειπωθούν ακόμη περισσότερα, ένα ακόμα κείμενο γεμάτο ύμνους ή αφορισμούς δε θα είχε τίποτα να προσθέσει και να προσφέρει.

Γι’ αυτό, εδώ θα γραφτούν, με αφορμή τα γεγονότα του τελευταίου καιρού, μόνο όσα κρίνεται απαραίτητο για το πριν το τώρα και το μετά μιας κατάστασης που αφορά άμεσα όχι μόνο την πλατεία και τον κόσμο εκεί αλλά όλους κι όλες μας. Δημόσια και ανοιχτά, όχι εκθέτοντας ή λασπώνοντας άτομα κι εγχειρήματα. Και σίγουρα όχι με περισσή ευκολία ή έπαρση όπως συνηθίζεται.

Το τί συμβαίνει στην περιοχή των εξαρχείων (και όχι μόνο) με το εμπόριο και τις μαφίες, το γνωρίζει όλος ο κόσμος χρόνια τώρα. Κι όντως, έπρεπε κάτι επιτέλους ν’ αρχίσει να γίνεται απο πλευράς α/α για το ζήτημα, γιατί δεν μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια σε μια τέτοια φθοροποιό και υποτιμητική κατάσταση. Είναι όντως κατάντια και πρέπει ν’ αλλάξουν πολλά, κι αυτό δε γίνεται ανώδυνα και ειρηνικά σε καμία περίπτωση. Οι όποιες διαφωνίες πάνω σε χειρισμούς και ατομικές ή λιγότερο ατομικές στάσεις, συμπεριφορές και νοοτροπίες σχετικά με το θέμα αυτό, δεν είναι καθόλου μα καθόλου ασήμαντες, αλλά επίσης, δεν είναι προς τέρψιν κανιβαλιστικών ορέξεων σε δημόσια φόρουμ ανευθυνότητας.

Στο ζουμί λοιπόν.

Αρχικά, μια παραδοχή μάλλον αυτονόητη: Κανείς δε λυπήθηκε για το θάνατο του χαμπίμπι. Οι φιλανθρωπικού τύπου ευαισθησίες περί δολοφονίας και χαμένης ανθρώπινης ζωής είναι από απλά φωνές του σαλονιού και ρεφορμιστικές παράφωνες κορώνες, ως και κατευθυνόμενες. (Το ποιός πώς και γιατί τον έφαγε και το πού και αν αυτό οδηγεί, είναι σαφώς άλλη παράμετρος, που αφορά εσωτερικές κουβέντες ενός χώρου ή κινήματος). Για να τεθεί ευγενικά: ο κάθε χαμπίμπι θα λείψει μόνο στ’ αφεντικά του, δηλαδή στο κράτος και τις μαφίες.

Για να μην ξεχνάμε όμως και τ’ αυτονόητα, θα πρέπει να ξεκαθαρίζουμε κάποια πράγματα.

Ερχόμαστε λοιπόν στην ανάληψη ευθύνης… Πέρα από κάποιες γενικά και ίσως επιφανειακά διατυπωμένες θέσεις που πιο πολύ δείχνουν να γράφτηκαν για να εκμαιεύσουν στήριξη ή συμπάθεια από πλευράς αναρχικών, το κείμενο βρίθει απολυταρχικών νοοτροπιών που παραπέμπουν σε καθεστώτα και λειτουργίες που μόνο ξένες είναι προς κάθε αναρχικό/ή, προς κάθε έννοια της λέξης απελευθερωτικό κίνημα.

Από πότε μια τέτοια λογική αποτελεί μέρος του πολιτικού (με ή χωρίς εισαγωγικά) αγώνα? Ποιος αναρχικός ή κομμουνιστής μπορεί να νιώθει κοντά σε μια ανοιχτή διατύπωση απειλών για χρήση βίας σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τας υποδείξεις? Κι όχι απειλών προς το κράτος, όχι προς φασίστες ή δικαστικούς, ρουφιάνους των μ.μ.ε. ή μπάτσους, αλλά προς τοξικομανείς ή απλούς “καπνιστές”. Πώς μπορεί να θεωρεί κανείς ότι αντιπροσωπεύεται αξιακά από έναν λόγο που προκρίνει την αντιμετώπιση των εξαρτημένων μέσω της βίαιης απομάκρυνσή τους ή που εξισώνει ψυχικά ασθενείς με δολοφόνους?

Είναι θεμιτό να παραγνωρίζουμε ότι το κράτος επιδιώκει τον διαχωρισμό ανθρώπων σε κοινωνικά στρατόπεδα, την περιθωριοποίηση των «προβληματικών» που αλλοιώνουν την εικόνα μιας εύρυθμης, λειτουργικής και απαστράπτουσας – μα τόσο υποκριτικής τελικά- κοινωνίας? Πώς γίνεται να μην ανα-γνωρίζουμε τις μεθοδεύσεις του κράτους προκειμένου “εγκληματίες”, παράνομοι και «ψυχάκηδες» να στιγματιστούν αμετάκλητα και να βρεθούν στις φυλακές και τα ψυχιατρεία ξεθωριάζοντας στη λήθη χωρίς καμιά βοήθεια, χωρίς την αναγκαία σε αρκετές περιπτώσεις θεραπεία? Ποιος αναρχικός δεν ανα-γνωρίζει τελικά ότι εξαρτημένοι και ψυχικά ασθενείς αποτελούν θύματα του ίδιου του καπιταλισμού?

Εν ολίγοις η ελαφρά τη καρδία χρήση όρων όπως «παρανοϊκός», ψυχωτικός» και ακόμα περισσότερο ο συσχετισμός αυτών με «δολοφόνους» και «καθάρματα» είναι συνδέσεις που χρησιμοποιεί η κυριαρχία και οι κάθε λογής εξουσιαστές, είτε από άγνοια αφού το προφίλ του ψυχωτικού αιμοσταγή δολοφόνου έχει προμοταριστεί με άκρως επιδέξιο τρόπο κυρίως από τα μίντια διαστρεβλώνοντας την πραγματική εικόνα σε σχέση με τις ψυχικές νόσους, είτε επιτηδευμένα αφού οι εξαρτήσεις από ναρκωτικά, φάρμακα, ουσίες και η παθητικοποίηση χρηστών και παθόντων είναι ένα ακόμα κατασταλτικό μέσο του κράτους.

Υπάρχει κάποια αναρχική επαναστατική αξιακή συγκρότηση που να μπορεί ν’ ανέχεται αυτήν την αβίαστη, πρωτοφανή και αδιάκριτη γενίκευση εκ μέρους αυτόκλητων σωτήρων και εκκαθαριστών σκληρής σταλινικής λογικής (στην καλύτερη περίπτωση)?

Αλλά και σχετικά με τις αναφορές σε «αντικοινωνισμό» και «απειθαρχία», ποιος οριοθετεί τα πλαίσια μέσα στα οποία η αναρχική διάδραση και δράση (δεν) κρίνεται μεμπτή? Ποιος ορίζει τα πλαίσια μιας κάποιας αναρχικής πειθαρχίας? Ποιος στην τελική θεωρεί ότι μπορεί να υφίσταται ένας κεντρικός μπούσουλας ή μια πεπατημένη έξω από την οποία ένα υποκείμενο θα χαρακτηρίζεται απείθαρχο και θα αντιμετωπίζεται ως τέτοιο?

Όμως στο κείμενο της ανάληψης τα προβλήματα δε σταματούν εδώ… Δε στέκει με κανένα βάσιμο ειρμό σκέψης η σύγκριση των συνθηκών στα εξάρχεια με αυτά του ira ή της Τουρκίας που αναφέρονται, καθώς εκεί τα σχετικά παραδείγματα αφορούν ριζωμένα κινήματα, τα οποία είναι σε ανοιχτό πόλεμο με το κράτος τους. Αν θέλουμε να έιμαστε ειλικρινείς τότε η όποια σύγκριση μάλλον θα πρέπει να θεωρείται δυσανάλογη και άστοχη… Άλλωστε το πρόβλημα δεν είναι μόνο της πλατείας, ούτε καν μόνο των εξαρχείων ευρύτερα. Δε νοείται να λέμε για ”ανακούφιση” μιας γειτονιάς απλά ,γιατί έτσι θα υπάρξει μετακίνηση και όχι λύση του όποιου προβλήματος. Και κοιτώντας ακόμα πιο βαθιά το ζήτημα, δεν μπορεί παρα να μας ενοχλούν και οι παλαιότερες “εξυγιαντικές” απόπειρες μαγαζατόρων και δήθεν κατοίκων(μεγαλοϊδιοκτητών) της περιοχής, που μπορεί να μην είναι τόσο εξώφθαλμες, είναι όμως στα πλαίσια μιας βολικής για το κράτος και την οικονομία λογικής…

Όλοι -ή σχεδόν- και όλες, συμφωνούμε ότι όντως υπάρχουν ζητήματα είτε κατά καιρούς είτε πιο μόνιμα με άτομα, συμπεριφορές και νοοτροπίες που κακώς ανθούν στο χώρο μας, αλλά και γενικότερα στην πολύπαθη κι αγαπημένη μας πλατεία και τα πέριξ. Αλλά οι διαπιστώσεις είναι το εύκολο, είτε γίνονται «ακαδημαϊκά» για χάρη της ίδιας της ανάλυσης, είτε συνοδεύονται από κάποια πράξη μέσω της οποίας προκύπτουν και επιμέρους πορίσματα. Ακόμα όμως κι όταν αφορούν τη δεύτερη περίπτωση, δεν χρησιμεύουν χωρίς ουσιώδεις αντιπροτάσεις ή όταν συνοδεύονται από αοριστολογίες. Όταν ακόμα ακόμα δεν υπάρχει ανάλυση εκ των βάθρων για καταστάσεις όπως οι ψυχικές ασθένειες και όταν η ανάλυση αυτή δεν ξεπερνά μια κατ επίφαση εκτίμηση τύπου ο παρανοϊκός είναι δολοφόνος και κάθαρμα, εκτίμηση που ταυτίζεται με εκείνη της ίδιας της εξουσίας αλλά και της πλειονότητας της κοινωνίας που τους αντιμετωπίζει, είτε επιθετικά είτε παθητικά, σαν παράσιτα και ενίοτε σαν εχθρούς.

Κανείς δεν προωθεί την ανοχή στις μαφίες, ούτε τη χουλιγκανοποίηση της δράσης μας. Αλλά από αυτό το σημείο μέχρι την άκρως ιεραρχικοποιημένη και κυριαρχική λογική των συγγραφέων της ανάληψης ευθύνης, υπάρχει τεράστιο χάσμα. Ποιό κοντινό μας επαναστατικό σχέδιο οργάνωσης έχει ποτέ ξαναεκφραστεί με αυτήν την εξουσιαστική γλώσσα? Σε ποιας επανάστασης το όνομα εξαπολύονται διάχυτες απειλές ωμής καταστολής? Ποια αναρχία μιλάει σα να ξεκαθαρίζει λογαριασμούς?

Όταν κάτι δε μας αρέσει πολιτικά κι ανθρώπινα, αγωνιζόμαστε και πολεμάμε να το αλλάξουμε ή να το καταργήσουμε. Με τι κόστος όμως? Με τί περιεχόμενο? Ο σκοπός εξυπηρετείται από οποιοδήποτε μέσο ή από μέσα που συμβαδίζουν με αυτόν, όποιο κι αν είναι το προσωπικό τους κόστος? Είμαστε άνθρωποι ή ρομποτάκια? Όταν το πολιτικό και αξιακό περιεχόμενο είναι τόσο κραυγαλέα μη οικείο μας, τότε είτε η ποιότητα χάθηκε στο δρόμο κυνηγώντας τον σκοπό είτε δεν υπήρξε ποτέ.

Οι προτάσεις, οι λογικές, τα σχέδια, και η συνείδηση που μέσα από αυτά προκύπτει ή και εκφράζεται, αυτά είναι που καίνε… Εκεί είναι που φαίνεται όντως αν τα λόγια κι οι πράξεις συμβαδίζουν κινούμενα προς αναρχική απελευθερωτική κατεύθυνση ή αν απ’ την άλλη εκφράζουν λογικές τελείως ξένες προς αυτή.

Κάποιες φορές ενώ νομίζουμε ότι το πρόβλημά μας είναι απέναντι, αυτό βρίσκεται μέσα ή ανάμεσά μας.

Καλή μας δύναμη. Πόλεμος σε κάθε μαφία και κάθε εξουσία.

Πρωτοβουλία συντρόφων και συντροφισσών από τον αναρχικό χώρο

Για τα 25 χρόνια από την εκτέλεση του Μπακογιάννη.

παμπακ

26/9 . Σαν σήμερα η Ε.Ο. 17Ν εκτέλεσε τον Παύλο Μπακογιάννη.
Σαν σήμερα πριν 25 χρόνια, κάποιοι, ένοπλοι αντάρτες, με τις όποιες κι όχι ασήμαντες διαφορές που έχουμε πολιτικά, επέλεξαν να δώσουν μια δυναμική απάντηση, ένα καίριο χτύπημα στην σιχαμένη αντίληψη της «εθνικής συμφιλίωσης».
Ο εμφύλιος ξεθώριασε, η χούντα πέρασε, η σκατοκρατία αποκαταστάθηκε, και κάπως έπρεπε να καναλιζαριστεί η όποια πιθανή ανάφλεξη αντίστοιχων «παθών», ιδιαίτερα σε μια περίοδο επερχόμενης ανάπτυξης.
Τί πιο αποτελεσματικό από την συμφιλίωση? ομορφη λέξη. αγάπες και λουλούδια, συγχώρεση, μεγαλοψυχία, το κκε πλέον νόμιμο χρόνια πριν, όλα βολικά.
Πέρα από αυτά,το καλοκαιρι του 89 μορφοποιήθηκε μια ακόμα πτυχή της ..εθνικής συμφιλίωσης, η κυβέρνηση τζανετάκη. Για τους πασόκους ήταν το βρώμικο 89, στην ουσία το στρώμα που έστρωσαν οι ίδοι να κοιμηθούν. Για το κκε ήταν μια συμμαχία με το διάβολο που λεγε κι οΧαρίλαος για να έρθει η κάθαρση. για το τότε κόμα της αριστεράς και της προόδου, ήταν απλά ξεβράκωμα. Διάχυτη η προσπάθεια να πειστεί ο «γλαρωμένος γίγαντας» λαός ότι πρέπει να τελειώνουν τα μίση κι ότι αυτά μας πάνε πίσω σαν έθνος και λαό.
Αφού λοιπον τα κοινωνικά εργατικά κι άλλα κινήματα της εποχής, υστερούσαν σε ανατρεπτική/επαναστατική ανάλυση και πρακτική,όντας πάνω στη θολούρα των νέων εξελίξεων, κάποιοι αποφάσισαν να δράσουν.
Και το έκαναν. Με τις όποιες ενστάσεις μπορεί ο καθένας να έχει για τις οπτικές και τις θέσεις τους. ήταν όμως εκεί, και πήραν τα ρίσκα τους. Ήταν εκεί και κάναν κάτι που θα θέλαν πολλοί να κάνουν. Κι έπρεπε να γίνει. Και πρέπει να γίνεται οτιδήποτε στέλνει στο παρελθόν τους φορείς της εθνικής συμφιλίωσης. Καμία ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει όσο υπάρχει κράτος. Καμία δικαιοσύνη όσο υπάρχουν εξουσίες. Καμία ισότητα όσο υπάρχει καπιταλισμός. Μόνο με πόλεμο αλλάζουν αυτά. Άλλωστε το λέει το τραγούδι «από στόμια βγαίνει η δύναμη όχι απο στόματα» τελεια και παύλα.

υ.γ. το λέγαμε τότε , το λέμε και τώρα : σκατά στον τάφο του κάθε μπακογιάννη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΡΑΜΠΟΥΚΝΙΤΕΣ ΣΤΟ ΒΟΛΟ…

Δε χρειάζεται να ειπωθούν πολλά για τις νοοτροπίες των κόκκινων φασιστών της κνε.
Ούτε πχ για το ρόλο τους σε καταλήψεις (πχ Χημείο), πορείες (πχ Πολυτεχνειο ’98), εξεγερτικά γεγονότα (πχ προβοκατορολογία κτλ), περιφρούρηση κοινοβουλίου (σε προ διετίας πορεία), κ.α.
Ίσως ούτε καν για το κόμμα/εργοδότη (πχ απολύσεις στον 902). Είναι όλα γνωστά σε όποιον/α σηκώνεται συχνά-πυκνά από τον καναπέ και συμμετέχει στα “κοινά”. Κι αν κάποιος δεν τα βλέπει, έιναι βλάκας, κνίτης ή και τα δύο.
Θα σταθώ μόνο στο πρόσφατο παράδειγμα τραμπουκισμού τους στο Βόλο. Όχι σαν παράπονο ή κλάψα, όχι για να δειχτεί τι κακοί και αυταρχικοί που είναι. Αλλά για να μην ξεχνάμε ούτε στιγμή τί αντιπροσωπεύει αυτός ο άθλιος κομματικός μηχανισμός. Για να μην ξεχνάμε ότι η στάση τους στους αγώνες των εργατών που τόσο θωπεύουν λεκτικά, είναι φυσικό αποτέλεσμα τους πώς αντιμετωπίζουν την ίδια τη ζωή σε κάθε πτυχή και έκφανσή της. Να μην ξεχνάμε ότι μια κόκκινη σημαία και ένα χαμηλό είσοδημα δεν κάνουν κάποιον έστω και εν δυνάμει σύμμαχο.
Πρόσφατα λοιπόν, το ιερατείο του Περισσού -ή και περιττού- έβγαλε μια ανακοίνωση ενάντια στο σύμφωνο συμβίωσης όταν αφορά ομόφυλα ζευγάρια και στο δικαίωμα αυτών να υιοθετούν παιδί. Φαίνεται, η αξιοπρέπεια κι η ποιότητα των ανθρώπων, κρίνεται από το φύλο και τις ερωτικές επιλογές τους. Παιδί με δυό μπαμπάδες ή με δυό μαμάδες δε νοοείται. Άλλωστε ο πατερούλης , ο φιντέλ και άλλα εικονίσματα, το έλυναν συνοπτικότατα το ζήτημα: Φυλακή, ξύλο περιθωριοποίηση.
Σαν μια πρώτη αντίδραση, βγήκαν δύο σατυρικά αυτοκόλλητα τα οποία και παραθέτω εδώ, αναδεικνύοντας το θέμα. Καυστικά, δηκτικά, ενοχλητικά, αθυρόστομα. Αλλά με άποψη. Όχι με επίκληση στην κοινή κινηματική λογική ώστε να προβληματιστούν ίσως οι κνίτες και να βάλουν μυαλό (τέτοιες αυταπάτες έχουν ψοφήσει χρόνια τώρα). Αλλά με ένα σκεπτικό που λέει ότι αυτοί οι νεκροθάφτες ανθρώπων και αγώνων, αυτά τα όρθια κόκκινα ντουβάρια, έχουν τόση σχέση με ο,τιδήποτε απελευθερωτικό, όση και η Λωζάνη με την Κοζάνη. Φαινομενική.
Τα αυτοκόλλητα αυτά κολλήθηκαν σε διάφορα σημεία της πόλης του Βόλου, και φυσικά κολλήθηκαν και στην είσοδο των γραφείων του κώματος. Αυτό προφανώς ενόχλησε, και μάλιστα πολύ, τα δίποδα απόβλητα του Στάλιν. -Μα τόσο θράσος πια? Τέτοια ασέβεια προς το ιστορικό κόμμα του λαού?
Η απάντηση στην βάρβαρη αυτή δράση των αυτοκόλλητων ήταν άμεση και δραστική. 5 κνίτες της πόλης, 5 νέοι γεμάτοι με όρεξη για αγώνα και ανατροπή, 5 πιστοί πατριώτες, κινήθηκαν την Τετάρτη το μεσημέρι προς κατάστημα όπου καθόταν ο “δράστης”, με απειλητικές διαθέσεις. Ο τσοπάνης του εν λόγω κοπαδιού, λίγο πιο θρασύς, ήταν μάλλον και ο μόνος που ήξερε να μιλάει. Μπήκε κραδαίνοντας ένα κομματικό αυτοκόλλητο (βαρύ ωσάν πυρότουβλο) και έφτασε σε απόσταση αναπνοής:
-θα σ αρέσει ρε να σου κολλήσω κι εγώ το αυτοκόλλητο στη μάπα?
-εγώ σε τοίχο το έβαλα, εκτός αν η μάπα σου είναι ντουβάρι /η απάντηση.

-Τί νομίζετε ότι κάνετε ρε κωλόπαιδα και κολλάτε αυτά? Νομίζετε ότι είναι αστείο?
-Ας μη βγάζατε τέτοιες ανακοινώσεις να μέναμε ήσυχοι /η απάντηση.

-Σε είδα ρε που τα κόλλησες, και σ έχω ξαναπροσέξει, να ξέρεις ότι θα σ έχουμε υπόψη μας και να προσέχεις. Άμα ξανακάνεις μαλακία …εδώ είμαστε.
-Ωραία και τί θα κάνεις, θα βαρέσεις? Ή μήπως θα με γαμήσετε κι όλας? Αν βέβαια το επιτρέπει το κόμμα/η απάντηση.

-Κάνουμε και χιούμορ ρε? Μαζέψου γιατί θα μας δεις αλλιώς. Εντάξει… αγαπούλα?
-Ανταποδίδω, και να ξέρεις ότι η πόλη είναι μικρή και όλοι είναι γνωστοί. Έτσι κι απλώσεις χέρι δε θα είμαι εγώ που θα μετανιώσω.
Αυτά είναι κάποιοι ενδεικτικοί από τους διαλόγους που εκτυλίχθηκαν κατά τα 5 λεπτάκια της επίσκεψης από τους κνίτες. Η οποία, πέρα από τη λεκτική ένταση περιείχε και μια λάητ σωματική επαφή – δυστυχώς μείναμε στις υποσχέσεις… Πέρα λοιπόν από το ότι έγιναν ρόμπα στον κόσμο που βρισκόταν εκεί, απέδειξαν ότι η απόσταση από τα μέλη/στελέχη τους ως την κορυφή του κκε είναι μηδενική. Όσο βρωμάει το κεφάλι βρωμάει και το υπόλοιπο ψάρι.
Κι επί του συγκεκριμένου θέματος των αυτοκόλλητων δυο λόγια.
Χαλινάρι στις επιθυμίες κάποιου και το πώς θα διαθέσει το κορμί του, δε θα βάλει κανένα κόμμα, καμία θρησκεία, καμία ιδεολογία. Το φύλο του συντρόφου που επιλέγει κάποιος θα το καθορίσουν οι δυο τους και κανένα π.γ. ή κ.ε. ή κάποιος/α γ.γ. Αν τα λοβοτομημένα μπατσάκια του περισσού θεωρούν περιθώριο και ίσως μίασμα τους γκέη, τις λεσβίες, τις τρανς, δεν είναι δικό τους πρόβλημα – είναι δικό μας που τους ανεχόμαστε. Όταν μάλιστα βγάζουν ξετσίπωτα προς τα έξω αντίστοιχο λόγο και πρακτικές, τότε η η θιγμένη μας αξιοπρέπεια ενδέχεται να αντιδράσει ποικιλότροπα…
Το περιεχόμενο των κομματικών ευαγγελίων, όχι μόνο δεν είναι προς ακολούθηση από ανθρώπους που λένε ότι αγωνίζονται ενάντια στην κρατική και καπιταλιστική κυριαρχία, αλλά πρέπει να πολεμιέται με κα΄θε ευκαιρία. Η πανούκλα του σταλινισμού, είναι εχθρική προς κάθε τί που σκέπτεται και δρα ελεύθερα και αυτόνομα. Ως τέτοια οφείλει να αντιμετωπίζεται, με το λόγο και τις πράξεις.10533454_546888738774181_609893934163128255_n

Περί μηδενισμού και άλλων δαιμόνων…(με αφορμή κείμενο που ανέβηκε πρόσφατα σε μηδενιστικό μπλογκ

63
Πολύς ο λόγος εσχάτως για το μηδενισμό. Προφανώς όχι γενικά στην …κοινωνία, αλλά στα πλαίσια του α/α χώρου και κατά κύριο λόγο σε αυτόν του αθηναϊκού κέντρου.
Καταδικαστική κατά κανόνα η ετυμηγορία των αναρχοδικείων, του αποδίδει την ευθύνη για τα όποια κουτσά, στραβά κι αναποτελεσματικά του χώρου, καθιστώντας αυτόν και τους –κάθε μορφής- εκφραστές του συλλογικά , αποδιοπομπαίους τράγους. Τον χρησιμοποιεί , μέρος των α/α, ως χαλάκι κάτω από το οποίο κρύβει τα προβλήματα του, αντί να αντιμετωπίσει κατάματα και να τα καταπολεμήσει.
Φυσικά και αναντίρρητα κανείς δεν είναι τέλειος, άμεμπτος και αλάνθαστος. Κάθε ένας και μία από εμάς, κάθε ομάδα , κατάληψη, οργάνωση, κάνει και λάθη, άλλοι λίγα άλλοι πολλά, άλλοι ασυνείδητα άλλοι συνειδητά. Υπάρχουν όμως κάποιες βασικές αξιακές σταθερές που στη συγκεκριμένη περίπτωση καταστρατηγούνται αν όχι κατακρεουργούνται. Κι αυτό συνοδεύεται από συμπεριφορές και πρακτικές που μόνο πολύ περιληπτικά θα αναφερθούν στο παρόν κείμενο – η ουσία άλλωστε πρέπει να αναλύεται κυρίως στην καθημερινή ζωή και δράση κάποιου/ας, όχι απλά σε μια κόλα χαρτί.
Διαχωρισμός. Η επιθυμία για κάτι τέτοιο αρχικά και μόνο πατάει σε κάτι υγειές. Εννοείται πως το «όλοι μαζί» αυτή η οριακά ανόητη φαντασιακή ενότητα έχει πεθάνει εδώ και χρόνια. Μόνο που δε θάφτηκε όσο βαθιά θα έπρεπε και η δυσωδία της αναδύεται ακόμη κατά καιρούς. {Η όποια ενότητα, οφείλει να βασίζεται σε ειλικρινείς προθέσεις και καθαρές εξηγήσεις και όχι σε ευκαιριακές και θολές συνεργασίες κα συμμαχίες}. Η ουσία όμως δε βρίσκεται στο να μετατραπεί αυτό σε μονομανία και αυτοσκοπό, αλλά να γίνει με όρους που θα βοηθήσουν τον αγώνα μας κι εμάς τους /τις ίδιους/ες, να πάμε ατομικά και συλλογικά μπροστά.
Είναι άλλο να κατακρίνει κανείς , όσο σκληρά κι αν το κάνει, νοοτροπίες και πρακτικές έχοντας πολιτικό υπόβαθρο κα στόχευση και άλλον να δαιμονοποιεί συλλογικά τάσεις ή κομμάτια α/α. Κομμάτια μάλιστα που συμφωνούμε ή διαφωνούμε, υπήρξαν πάντα ζωντανά κομμάτια της αναρχικής επαναστατικής ιστορία. Η αναρχική ιστορία άλλωστε, γράφεται πολυμορφικά και όχι μονοτασικά, κι εκεί είναι η ομορφιά της… όσο τη μικραίνουμε τόσο την φτωχαίνουμε.
Η πρεμούρα λοιπόν για …αποκήρυξη από μικρή μερίδα ατόμων σημαίνει απλά ότι το «αγνό» αγωνιστικό προσωπείο ξεπλένει το μαύρο λεκέ που του χαλάει το αποτέλεσμα της κρέμας κοινωνικού προσώπου που με τόσο κόπο κι αριστερόστροφη αγωνία κατασκεύασε. Έτσι η κατά κανόνα φοβισμένη κοινωνία θα μπορέσει να προσεγγίσει – ο σκύλος δε δαγκώνει αδιάκριτα… Και τα μικροσυλλογικά καβούκια μας θα κλείσουν ακόμα πιο ερμητικά, θα διωχτούν τα φαιδρά βαρίδια από το στιβαρό κινηματικό μας αερόστατο.
Μέσα λοιπόν στο θεόστραβο αυτό γιαλό, κάποιοι έρχονται ν’ αρμενίσουν εξίσου στραβά αλλά από την άλλη μπάντα. Έρχονται να βγάλουν τα μάτια τους από μόνοι τους αδιαφορώντας ή αγνοώντας επιδεικτικά για το ότι βγάζουν και μάτια άλλων.
Για τον γράφοντα, ο μηδενισμός είναι φιλοσοφικό ρεύμα, στάση-μα όχι τρόπος- ζωής, και πολύ χρήσιμο αναλυτικό εργαλείο. Αλλά μέχρι εκεί. Απέχει αφάνταστα από το να αποτελεί μια ακόμη πολιτική ιδεολογία, ένα ακόμη σιδερόφραχτο δόγμα, που υπεροπτικά και με περίσσεια θα κατακεραυνώνει ανελέητα τους πάντες και τα πάντα. Απέχει όμως εξ’ ίσου και από το να αποτελεί στέγαστρο και «ορμητήριο» λογοτεχνιζόντων διανοούμενων, ποιητών του τίποτα και του πουθενά.
Αν δηλαδή ο φορέας του δε βάζει το χέρι κι όχι μόνο στη φωτιά, μετατρέπεται μέσα από τη συνειδητή ή όχι υποκρισία του ε μηδενικό πιθανότερο και όχι σε μηδενιστή. Προσβάλλει την ιστορία του ίδιου του μηδενισμού γενικότερα αλλά και πιο συγκεκριμένα του αναρχικού μηδενισμού. Αυτού που ποθεί να ισοπεδώσει τον παλιό κόσμο κι όχι τον κόσμο γενικά. Που αποτελεί την ολική άρνηση των κυρίαρχων ηθών κα αξιών και όχι όλων των αξιών.
Αυτού που κατανοεί ότι οι λύκοι ούτε ήταν, ούτε είναι, ούτε και θα γίνουν ποτέ μοναχικοί αλλά ζουν και θα ζουν σε αγέλες. Γιατί το Εγώ που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τις συνθήκες γύρω του ψάχνει κι άλλα Εγώ ώστε να χαράξουν μαζί και παράλληλα το δρόμο για την ελευθερία και τον αυτοκαθορισμό αυτού και όλων, για την Αναρχία. Δεν οχυρώνεται πίσω από πομπωδέστατους βερμπαλισμούς, πάνω από πληκτρολόγια και στο πλάι της επιτηδευμένης μελαγχολίας. Μισεί αλλά όχι τυφλά, αγαπά αλλά όχι χριστιανικά, αγωνίζεται αλλά όχι δογματκά. Κι έχει πείσμα, πάθος κι επιμονή.
Υ.γ. Όσο αφορά το κομμάτι στο κείμενο όπου ασκείται «κριτική» στη Νέα Αναρχία, δύο μόνο λόγια. ΔΕΝ είναι θέμα ταύτισης, απόλυτης συμφωνίας ή οπαδικής υποστήριξης στους συντρόφους της Σ.Π.Φ. –δε θα μπορούσε άλλωστε. Η όποια κριτική όμως, για να θεωρείται σοβαρή θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να έχει απτές και συμπαγείς βάσεις και όχι λόγια του αέρα. Και θα πρέπει να συμπορεύεται με την πράξη αν δε θέλει να απορρίπτεται εξ’ αρχής ως αβάσιμη, ανούσια κι αδιέξοδη. Εκτός αν αδιαφορεί για την ουσιαστική προώθηση απελευθερωτικών σχέσεων, ιδεών και πρακτικών και στοχεύει απλά στην αυτοανύψωση του αφηρημένου αλλά και θεοποιημένου εγώ, μέχρι τις απομακρυσμένες από τα πάντα βουνοκορφές της άρνησης, ιερής, άνυδρης και αυτοαναφορικής.
Κρίνοντας πάντα υποκειμενικά, η Ν.Α. δεν διεκδίκησε ποτέ άλλωστε το αλάθητο, δεν πλασαρίστηκε ως νέο δόγμα, δε μίλησε αβάσιμα και αφηρημένα-αν μη τι άλλο. Με τα όποια λάθη ή υπερβολές, τις καλές και κακές επιλογές, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε τη συνεισφορά της στον Αγώνα για ατομική και συλλογική Ελευθερία.
Κι αν για κάποιους αυτά είναι λίγα ή λάθος, η συνεισφορά με ποιότητα και ειλικρίνεια, η βουτιά στην πράξη, είναι προτιμότερη και πιο αποτελεσματική από την αφ’ υψηλού και σαλονιού «κριτική».
Αυτά προς το παρόν, και η πρό-σ-κληση για δημιουργική συνέχεια διαλόγου και αλληλεπίδρασης, είναι ανοιχτή.
A-politiko.