Καταστροφή και γλώσσα, του Alfredo Bonanno

[μεταφραση: aixmi]

αναδημοσίευση από: https://artbloggr.wordpress.com/2015/10/04/1058/

(…) Η δομή της κυριαρχίας, οι όροι της σύγκρουσης και η σύνθεση της εκμεταλλευόμενης τάξης έχουν αλλάξει σε τέτοιο βαθμό ώστε μια επιχείρηση όπως «η κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων» με τη μαρξιστική έννοια ή μια απελευθέρωση από τα κάτω με τtumblr_n1996knoae1sgw0cbo1_500ην αναρχική έννοια έχουν γίνει εντελώς αδιανόητες. Αυτές οι δύο προσπάθειες είναι αντιθετικές, αλλά μοιράζονται την ιδέα της κατάληψης των μέσων παραγωγής και της παράδοσής τους στα χέρια των αντιπροσώπων της εκμεταλλευόμενης τάξης που θα οργανώσει την απελευθερωμένη κοινωνία. Τότε τί απομένει;

Αυτό που απομένει είναι η καταστροφική επίθεση… και αυτό είναι ένα πολύ διφορούμενο σημείο… Τί σημαίνει καταστροφή; Τί σημαίνει να καταστρέφεις έναν πυλώνα, όταν εκατό χιλιάδες, ίσως ένα εκατομμύριο από αυτούς είναι ακόμα όρθιοι; Ποιά είναι η σημασία της;

Νομίζω πως θα πρέπει να σκεφτούμε για λίγο, να κάνουμε ένα βήμα πίσω. Καθένας από μας έχει φτιάξει μια θετική και μια αρνητική αντίληψη της πραγματικότητας μέσα του. Ζούμε σε ένα πλαίσιο που λαμβάνουμε σαν πραγματικό (εκτός αν αποδεχόμαστε την ιδέα της πεταλούδας και του ονείρου), πραγματικό και θετικό, δηλαδή, αντίστοιχο με μια εποικοδομητική διάσταση προμηθευμένη με χαρακτηριστικά που εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου, και που ορίζουμε την εξέλιξη αυτή σαν ιστορία. Από την ομίχλη ενός υποθετικού αρνητικού σκοταδισμού, μεσαίωνα, έχουμε φτάσει στο σύγχρονο πολιτισμό. Τώρα υπάρχει η πενικιλίνη, και οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν πλέον από την πανώλη ή ακόμη από την ελονοσία, τουλάχιστον εντός ορισμένων ορίων, δεδομένου ότι εξακολουθούν να υπάρχουν μέρη στον πλανήτη όπου οι άνθρωποι πεθαίνουν από αυτά τα πράγματα.

Έτσι, μέσα μας, δίνουμε μια θετική αξία στην εποικοδομητική διάσταση, δεδομένου ότι είμαστε ένας οργανισμός (ακόμη και από βιολογική άποψη) και φοβόμαστε το θάνατο σαν την ακραία ιδέα της καταστροφής. Νομίζουμε ότι η ζωή μας είναι μια συσσώρευση θετικών. Είμαστε μωρά, μεγαλώνουμε, γινόμαστε πιο δυνατοί, γινόμαστε ενήλικες, μετά ηλικιωμένοι, και μετά πεθαίνουμε. Το τελευταίο πάντα μετατίθεται στο μέλλον, αλλά κατά τη διάρκεια της ζωής μας θέλουμε μόνο να αποκτήσουμε… αναγνώριση (αλλά όχι ακίνητη περιουσία, δεδομένου ότι ως αναρχικοί και επαναστάτες δεν κατέχουμε ιδιοκτησία). Αλλά αυτό δεν είναι εκείνο που θέλουμε να κάνουμε. Από τη στιγμή που σκεφτόμαστε την ανάπτυξη και την απόκτηση ως θετικές, θεωρούμε την ποσότητα θετική. Με άλλα λόγια, αν ξέρουμε τρεις γλώσσες, θεωρούμε τους εαυτούς μας καλύτερους από κάποιον που ξέρει μόνο μία ή δύο. Δεν συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει μια λειτουργιστική υπόθεση, μια υλιστική υπόθεση, σε όλα αυτά. Υπάρχουν υπολείμματα της παλιάς αυτής διαδικασίας του 18ου αιώνα η οποία νόμιζε ότι με την επιδίωξη αυτού που είναι χρήσιμο στο επιμέρους άτομο αυξάνεται συνολικά εκείνο που είναι χρήσιμο στην ανθρωπότητα. Αυτή είναι η πιο αισχρή ιδέα που είχε πολλές αρνητικές συνέπειες. Τί συμβαίνει όταν θεωρούμε την ποσότητα, την καθημερινή ποσότητα, σαν την ποιότητα της ζωής μας;

Στην αγωνιώδη επιθυμία να έχουμε κάτι στην κατοχή μας, έχουμε χάσει κάτι ώστε να είμαστε κάποιοι, έχουμε χάσει την ποιότητα του να είμαστε κάποιοι, και δεν είμαστε πλέον σε θέση να διακρίνουμε αυτή την πραγματικότητά μας, αυτό το πράγμα για το οποίο αξίζει τον κόπο να ζει κανείς.

Εδώ βρίσκεται ο λόγος που φοβόμαστε την καταστροφή: Πρώτον, διότι μας θυμίζει το θάνατο. Δεύτερον, διότι μας θυμίζει την άρνηση της λειτουργικότητας. Εκείνος που καταστρέφει δεν είναι λειτουργικός σε τίποτα.

Δεν είναι, στην πραγματικότητα, αλήθεια — τουλάχιστον όχι εντελώς — ότι καταστρέφοντας έναν πυλώνα προκαλείται πραγματική ζημιά στα συμφέροντα της ENEL (η ιταλική ενεργειακή εταιρία). Δεν υπάρχει εξίσωση με την οποία «ένας λιγότερος πυλώνας» ισούται με «μια μεγαλύτερη ζημιά στην ENEL.» Μια απόλυτη σχέση αυτού του είδους δεν υπάρχει, και όποιος προσπαθεί να αποδείξει μια τέτοια εξίσωση λέει ανοησίες. Γιατί λοιπόν φοβόμαστε την καταστροφή; Φοβόμαστε κάτι μέσα μας, όχι κάτι έξω από μας. Μπορούμε να κατανοήσουμε την ποσότητα, την ανάπτυξη και την απόκτηση μέσω της λογικής. Μπορούμε να κατανοήσουμε την κριτική όλων αυτών μέσω της λογικής, που οδηγεί στην αδύναμη σκέψη που ανέφερα προηγουμένως, στην αβεβαιότητα, την αμφιβολία, κλπ. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την καταστροφή μέσω της λογικής, διότι το να κατανοήσουμε την ιδέα της καταστροφής στην πιο ριζοσπαστική της έννοια, καθένας από μας θα έπρεπε να έχει μια αίσθηση αποστροφής για την προσβεβλημένη αξιοπρέπειά μας, προκειμένου να κατανοήσουμε τη σημασία της καταστροφής, ο καθένας μας θα έπρεπε να εμπλακεί σε προσωπικό επίπεδο.

Δεν μπορούμε να καταστρέψουμε κάτι αν δεν είμαστε πρόθυμοι να καταστρέψουμε τον εαυτό μας τη στιγμή που καταστρέφουμε αυτό το πράγμα. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η ιδέα της συμμετοχής στην καταστροφική πράξη. Μπορούμε να διαχωρίσουμε την άπληστη, εποικοδομητική πράξη από τον εαυτό μας και να πούμε: «Κοιτάξτε, έχω ένα σπίτι και μια βιβλιοθήκη 10.000 τόμων», αλλά δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την ιδέα της καταστροφής από τους εαυτούς μας. Με άλλα λόγια, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα για να αναδείξουμε την άπληστη ιδέα, το σπίτι, τα βιβλία, τον πολιτισμό, την ανάπτυξη, τις τρεις γλώσσες που έχουμε μάθει, αλλά δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα για να διευκρινίσουμε το πρόβλημα της καταστροφής. Οι λέξεις μου δεν έχουν κανένα νόημα. Αυτός είναι ο λόγος που πέφτουν βροχή στα κεφάλια σας σαν να στερούνται νοήματος, διότι το να μιλάς για καταστροφή δεν έχει κανένα νόημα παρά μόνον μέσω μιας άλλου είδους γλώσσας. Αυτό το άλλο είδος γλώσσας… δεν αποτελείται απλώς από λέξεις, αλλά από αυτόν τον εξαιρετικά πολύπλοκο συνδυασμό που πραγματώνεται μεταξύ θεωρίας και πράξης. Η ολότητα του καθενός μας, της ανθρώπινης ύπαρξής μας, η βαθύτερη ουσία του σώματός μας και της σκέψης μας, είναι η συνύπαρξη θεωρίας και πράξης, όχι μόνο το ρίσκο, αλλά επίσης η επιθυμία, η ευχαρίστηση, η λαχτάρα να ζήσουμε τη ζωή μας ολοκληρωμένα, αυτό είναι μια διαφορετική γλώσσα. Και δεν είναι μια γλώσσα που μπορεί να ταξινομηθεί σε λέξεις…

…Η καταστροφή δεν είναι μια μεταφυσική ιδέα. H καταστροφή έγκειται στο να πας σε ένα μέρος και να καταστρέψεις κάτι, αλλά η διαδικασία που μπορεί να μας επιτρέψει να πραγματοποιήσουμε αυτή την ενέργεια είναι μια διαδικασία που πρέπει να μας εμπλέξει στο σύνολό μας, ως ολοκληρωμένες ανθρώπινες υπάρξεις, όπως οι άνδρες και οι γυναίκες είναι ικανοί να εκφράζουν τους εαυτούς τους με πληρότητα, όχι στο διαχωρισμό που θέλει να μας διακρίνει από αυτό που έχουμε αποκτήσει, από αυτό που γνωρίζουμε, από αυτό που κατέχουμε, όχι σε αυτό το διαχωρισμό, διότι η γλώσσα των λέξεων κυριαρχεί σε αυτό τον διαχωρισμό. Και αυτή είναι μια γλώσσα που υπαγορεύεται από την ορθολογικότητα αιώνων καταπίεσης, εν ολίγοις, την Καρτεσιανή γλώσσα εκείνων που κατασκευάζουν φυλακές, βασανιστήρια, ανακρίσεις· τη γλώσσα των ιερέων, των Φραγκισκανών, των Δομηνικανών που έστειλαν τον Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά στην Campo di Fiori. Όμως στην καταστροφή άλλη γλώσσα επικρατεί, στην καταστροφή άλλη γλώσσα είναι απαραίτητη.

Στην καταστροφή, η γλώσσα της γενναιοδωρίας, της απογύμνωσης, η γλώσσα του μύθου, του Διονύσου, ανθεί. Ο Διόνυσος είναι ο θεός της παραδοξότητας, ο θεός που έρχεται σαν κλέφτης μέσα στη νύχτα, που διεισδύει μέσα μας. Ο Διόνυσος είναι ο θεός των γυναικών, όχι των ανδρών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή η ιδέα της καταστροφής είναι πιο κατανοητή στις γυναίκες παρά στους άνδρες που είναι πολύ πιο φοβισμένοι από τις γυναίκες.

Γιατί η ιδέα της καταστροφής συνδέεται με το Διόνυσο, το θεό που ήρθε μέσα στη νύχτα σαν κλέφτης, ο θεός που δεν είχε μέρος λατρείας αλλά ήταν ένας ξένος παντού και παντού διείσδυε στη λατρεία άλλων θεών; Επειδή η λατρεία του Διονύσου βασίζεται κυρίως στην καταστροφή, μάλιστα, στο σκίσιμο σε κομμάτια (σπαραγμός) του εχθρού. Το θύμα είναι διαμελισμένο, συντριμμένο, σπασμένο, και αυτή είναι η αποτελεσματική σημασία της καταστροφής, στην οποία βλέπουμε τη διονυσιακή συμμετοχή στην πρωτογενή πράξη της ριζικής καταστροφής του εχθρού στη βαθύτερη ρίζα της. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με ποσοτική επίθεση.

Για πρώτη φορά, μπαίνουμε σε μια σειρά προβλημάτων που είναι διαφορετικά, που δεν έχουν καμία σχέση με την παραδοσιακή κριτική του κόμματος, του συνδικάτου, κλπ. Φυσικά, όταν μιλάμε για καταστροφή, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα επικίνδυνο ναρκοπέδιο στο οποίο υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις, η συζήτηση θα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ άπειρον. Αυτός είναι ο λόγος που θέλω να τελειώσω λέγοντας ότι η ιδέα της καταστροφής είναι εκφράσιμη μέσα από το σύνολο του προσώπου που την πραγματώνει με πράξεις, και τη στιγμή που την πραγματώνει στην πράξη, είναι μια θεωρία, η δυνατότητα να γίνει κατανοητή από τους άλλους. Σε αντίθεση με την εποικοδομητική ιδέα, η οποία μπορεί να διαχωριστεί από αυτόν που την πραγματοποιεί, που μπορεί έπειτα να είναι πολύ καλός στο να μιλάει για τα προβλήματα που σχετίζονται με την κατασκευή, και ούτω καθεξής.

…Θέλω να γίνω πλήρως κατανοητός στο ότι δεν υπάρχει μόνο η γλώσσα των λέξεων που όλοι μας γνωρίζουμε, αλλά επίσης άλλες δυνατότητες για επικοινωνία. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο καθένας από μας έχει τη δική του γλώσσα. Γι’ αυτό, όταν καταλάβουμε τι είναι η καταστροφή, όταν αντιληφθούμε ότι δεν πρόκειται μόνο για σπάσιμο υπολογιστών, όταν γινόμαστε γνώστες του ότι αυτό είναι μόνο η παιχνιδιάρικη άποψη του προβλήματος, αλλά ότι υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να μελετήσουμε, κάτι που εμπλέκει εμάς προσωπικά στις βαθύτερες ρίζες μας, και ότι αυτό έχει την αρχική του ώθηση σε εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας που αναφέρεται στην πληγωμένη αξιοπρέπεια που σίγουρα γνωρίζουμε, διότι αλλιώς δεν θα ήμασταν εδώ, δεν θα είμασταν καν ένας από τους συντρόφους, τότε κατέχουμε ήδη την καταστροφική γλώσσα, μπορούμε να αρχίσουμε να γινόμαστε καταστροφικοί.

Έχετε ποτέ αναρωτηθεί γιατί αηδιάζετε όταν βλέπετε ένα φασίστα; Είναι ένας άνθρωπος, όπως εσείς, όπως εγώ. Ή μάλλον, αφού οι φασίστες είναι μερικές φορές ακόμα και όμορφοι νέοι άνδρες και γυναίκες, γιατί σας κάνουν να αηδιάζετε; Γιατί η αστυνομία σας αηδιάζει; Επειδή είναι επικίνδυνοι; Γι’ αυτά που λένε; Όχι. Αυτό είναι κάτι που δεν είναι πλήρως κατανοητό. Όταν είμαι στη φυλακή, το χειρότερο πράγμα που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου είναι ο άνθρωπος με τη στολή. Γι’ αυτό κλείνω την πόρτα μου ώστε να αποφύγω να τους βλέπω, να αποφύγω να τους ακούω να μιλάνε. Μπορεί να λένε ακόμα έξυπνα πράγματα (πράγμα δύσκολο από μόνο του), αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να κατανοηθεί, κάτι που αηδιάζει.

Όταν μιλάμε για το πρόβλημα της καταστροφής, υπάρχει επίσης η αντίρρηση ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει διάκριση μεταξύ του βάνδαλου που σπάει τα πάντα και του επαναστάτη που επιτίθεται ύστερα από μια ακριβή διαδικασία συλλογισμού. Το πρόβλημα παραμένει και δεν είναι εύκολα εντοπίσιμο. Μια «αντικειμενική» διαφορά μεταξύ της καταστροφικής επαναστατικής πράξης και της πράξης βανδαλισμού δεν μπορεί να καθοριστεί, δίχως να υπεισέλθουμε σε ορισμένες πολύ μεγάλες δυσκολίες. Δεν μπορούμε να επιδιώξουμε μια «αντικειμενική» διαφορά που να μας καθησυχάζει μια για πάντα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι σπάζοντας το βαν της αστυνομίας και καταστρέφοντας τον πυλώνα είναι επαναστατικές πράξεις από μόνες τους, ενώ μαλώνοντας στα γήπεδα είναι χουλιγκανισμός. Η γενναιοδωρία δεν αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για το πώς ένας αποφασίζει τη διάκριση μεταξύ χουλιγκανισμού και επαναστατικής πράξης. Αν ήταν, για ακόμη μια φορά η λειτουργιστική υπόθεση θα ήταν εκεί, ο στόχος που θα είχε επιτευχθεί θα καταλάμβανε εξ’ ολοκλήρου το χώρο του συλλογισμού. Αν νομίζουμε ότι με την καταστροφή ενός πυλώνα της ENEL, χτυπάμε την καρδιά του κράτους, τότε είμαστε πραγματικά χαμένοι στο διάστημα, ακόμη και αν ήταν εκατοντάδες πυλώνες. Δεν είναι η μαθηματική λογική που μετράει.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η διαφορά που υπάρχει πρέπει να αναζητηθεί στην ατομική ωριμότητα των ανθρώπων που πραγματοποιούν αυτές τις πράξεις, στο τί αισθάνονται, τί επιθυμούν, και ακόμα τί είναι ικανοί να προβάλλουν πρακτικά, μετατρέποντας το όνειρο σε συγκεκριμένη δραστηριότητα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο χούλιγκαν βρίσκει κανείς, και αντιτάσσεται, μια περίεργη συσσώρευση συναισθημάτων. Υπάρχει η γενναιοδωρία της πράξης, η άγνοια, η ανικανότητα του βάνδαλου να αντιληφθεί τα στοιχεία που καθορίζουν την πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Αλλά υπάρχει επίσης μια αίσθηση εξέγερσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η εξέγερση βρίσκεται σε προτεραιότητα, δεδομένου ότι συχνά στο χούλιγκαν, επικρατεί το ένστικτο της αγέλης. Δεν είναι, στην ουσία, αλήθεια ότι εκείνοι που μαλώνουν μεταξύ τους στα γήπεδα εξεγείρονται ατομικά. Είναι σχεδόν πάντα συνταγμένοι μέσω διαδικασιών συγκέντρωσης, χρηματοδοτούμενες από διάφορους συλλόγους, συγκεντρωμένοι μέσω των δομών της ομάδας, συμβόλων, συνθημάτων, υπολειμμάτων παλαιών ιδεολογιών, κλπ.

Ο σύντροφος που δρα επιτιθέμενος σε μια δομή του εχθρού, ενώ δεν θέλει να κάνει χρήση της ταυτότητας ενός καθαρά «αντικειμενικού» σχεδίου, ξεκινά από διαφορετικά κίνητρα, από μια πιο σύνθετη κοινωνική ωρίμανση. Αν, στην ατομική σφαίρα, ο χούλιγκαν δεν ξέρει πώς να περνάει ευχάριστα την Κυριακή, ο σύντροφος, αντίθετα, εμπλέκει ολόκληρη την ύπαρξή του επιτιθέμενος σε ένα στόχο. Εισερχόμενος στην καταστροφική διάσταση έρχεται σε ρήξη με την επίμονη παράδοση της ποσοτικής διάστασης, την ανάπτυξη και τη θεσμοθέτηση της ζωής που έχει συνταχθεί από άλλους. Αυτή είναι η διαφορά.

Κατά τη γνώμη μου, το κλειδί της εξήγησης βρίσκεται στις συμπεριφορές που έχουν μια υποκειμενική σπουδαιότητα, δίχως τέτοιες συμπεριφορές να εγκαταλείπονται, έτσι, στον ατομισμό, στη στοιχειώδη κατάσταση των ξεχωριστών στοιχείων δίχως συνοχή μεταξύ τους. Και είναι προφανές ότι φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε ότι είναι δυνατόν ένα μεμονωμένο κίνητρο να είναι ένα σημείο καμπής. Και φοβόμαστε διότι για εκατόν πενήντα χρόνια μας έχει επισημανθεί ότι δεν είναι απαραίτητο να ξεκινήσουμε από το άτομο, αλλά από την τάξη, από αντικειμενική ανάλυση, από την ιστορία, από τους εσωτερικούς μηχανισμούς της ιστορίας, από αυτό το πράγμα που ονομάζεται διαλεκτικός υλισμός. Δεν έχουμε απελευθερωθεί ακόμα από την κληρονομιά αυτή.

1996

Σημειώσεις: Κάτω από τον τίτλο Distruzione e linguaggio, το κείμενο αυτό πάρθηκε από μια σειρά τεσσάρων αυτο-διαχειριζόμενων ομιλιών που έλαβαν χώρα στη Σχολή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου La Sapienza στη Ρώμη από της 23 Φεβρουαρίου μέχρι και της 25 Μαρτίου 1996. Η σειρά των ομιλιών είχε τίτλο «Κυριαρχία και Εξέγερση στη Μετα-Βιομηχανική Κοινωνία: Εσωκλεισμένοι και Αποκλεισμένοι». Η μεταγραφή εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή στα Ιταλικά στο βιβλίο Dominio e rivolta (Κυριαρχία και Εξέγερση) από την Edizione Anarchismo, Κατάνια, Ιταλία, Δεκέμβριος 2000. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή στα Αγγλικά στο πρώτο (και μοναδικό μέχρι σήμερα) θέμα του Outsiders, δημοσιευμένο από τις Vagabond Publications (Όκλαντ) τον Ιανουάριο του 2009. Στα Ελληνικά κυκλοφορεί στο βιβλίο Κυριαρχία και Εξέγερση στη Μετα-Βιομηχανική Κοινωνία: Εσωκλεισμένοι και Αποκλεισμένοι από το Ελευθεριακό Ινστιτούτο Κοινωνικών Μελετών, Ιωάννινα, 2008.

ΠΗΓΗ-Άλφα στερητικό

Εξεγερτική Αναρχία κι Επαναστατική Οργάνωση.

2835B76500000578-3064272-image-a-19_1430504363698

Τα τελευταία χρόνια στο εσωτερικό του αναρχικού κινήματος, έχουν υπάρχει πολλές συζητήσεις σχετικά με την εξεγερτική μέθοδο οργάνωσης για την επανάσταση. (1) Συχνά όμως, οι συζητήσεις αυτές δεν φτάνουν σε λεπτομέρεις που αφορούν τις οργανωτικές λεπτομέρειες που προωθούν οι εξεγερσιακοί αναρχικοί. Το κείμενο αυτό ευελπιστεί να ρίξει λίγο φως σε αυτές τις οργανωτικές μεθόδους και να χρησιμεύσει ως μια εισαγωγή σε αυτά τα προτάγματα αλλά και την τάση στα πλαίσια της επαναστατικής αναρχικής σκέψης.

Φορμαλιστική εναντίον άτυπης οργάνωσης.

Μία από τις μεγαλύτερες αντιπαραθέσεις σχετικά με την εξεγερτική μέθοδο, υπήρξε αυτή για την αναγκαιότητα της φορμαλιστικής ή της άτυπης οργάνωσης. Δε χρειάζεται να σκάψει κανείς βαθειά για να δει ότι τέτοιες αντιπαραθέσεις αποτελούν ένα ψευδδή διχασμό. Στο υστερόγραφο του τεύχους 2 της σουηδικής εφημερίδας “Dissident” με τον τίτλο “Εξέγερση και Αναρχία”, η ομάδα Μπάτκο εξηγεί: “είναι σημαντικό να μην παγιδευτούμε στο ψευδές δίλημμα μεταξύ φορμαλιστικής ή άτυπης οργάνωσης. Η μορφή εξαρτάται πάντα απο τις δυνατότητες της πρωτοβουλίας. Οι φορμαλιστικές δομές μπορούν να χρησιμοποιούνται κάποιες φορές αρκεί να μη χάνεται η πρωτοβουλία. (2) “Όχι αντιπαράθεση. Ερωτήσεις κι απαντήσεις.”

Ακόμη κι ο πάτέρας του σύγχρονου εξεγερτικού αναρχισμού ο Αλφρέντο Μαρία Μπονάννο, γράφει σε ένα απο τα δοκίμια του με τον τίτλο “από τις ταραχές στην εξέγερση” :

Φυσικά, υπάρχει ακόμη η δυνατότητα χρησιμοποίησης της οργάνωσης σύνθεσης, της προπαγάνδας, της αναρχικής εκπαίδευσης και της συζήτησης- όπως κάνουμε και τώρα δηλαδή- γιατί όπως είπαμε αυτό αποτελεί ένα ζήτημα προτάγματος σε κίνηση, απόπειρας κατανόησης πραγμάτων πάνω σε ένα καπιταλιστικό σχέδιο που βρίσκεται σε εξέλιξη. Ως αναρχικοί επανστάτες όμως, είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε κατά νου αυτήν τη γραμμή εξέλιξης και να προετοιμάζουμε τους εαυτούς μας απο ‘δω και στο εξής ώστε να μετασχηματίσουμε τις άλογες καταστάσεις των ταραχών σε μια μια εξεγερτική και επαναστατική πραγματικότητα.” (3)

Θα ήταν αρκετά βοηθητικό αν το σύγχρονο αναρχικό κίνημα έδινε βάση στο άνωθεν παράδειγμα. Το απόσπασμα ήταν από ένα λόγο που δώθηκε σε ένα επίσημο συνέδριο σχετικά με την εφημερίδα “Anarchismo” της οποίας ο Μπονάννο ήταν ο βασικός εκδότης. Η άτυπη οργάνωση δεν προωθήθηκε για να γίνει δόγμα που θα ακολουθείται με κάθε κόστος, όπως κάνουν οι αμετανόητηοι πιστοί κομμάτων ή συνδικάτων, αλλά ως μια ιστορική τάση που ο Μπονάννο προσπαθούσε να αναλύσει εν (τη) εξελίξει (της).

Εκ των υστέρων, μπορούμε τώρα να δούμε, όπως ανέφερε η ομάδα Μπάτκο, ότι το αν θα παρεμβούμε στις ταξικές μάχες χρησιμοποιώντας φορμαλιστικές ή άτυπες πρακτικές, είναι ένα ζήτημα επιλογής των κατάλληλων μέσων για την επίτευξη των επιθυμητών σκοπών.

Αυτενέργεια και αυτοδιεύθυνση.

Ποια είναι λοιπόν τα μέσα που προτείνουν οι εξεγερτικοί αναρχικοί για την οργάνωση της επανάστασης; Αυτή ή οικεία στους περισσότερους επαναστάτες αναρχικούς, αυτοοργάνωση.

Οι εξεγερτικοί αναρχικοί δίνουν πολύ μεγάλη σημασία στο ότι η χειραφέτηση των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων μαζών πρέπει να είναι έργο που προκύπτει απ την ίδια τη δική τους αυτόνομη δραστηριότητα. Αυτό ισχύει είτε αφορά άτομα, ομάδες αναρχικών επαναστατών, είτε μεγάλα μαζικά σώματα εκμεταλλευόμενων που μάχονται για την αυτονομία τους.

Ο λόγος για τον οποίο αυτό είναι σημαντικό, είναι επειδή αποτελεί μια βασική ομοιότητα που μοιράζονται οι εξεγερτικοί αναρχικοί με το υπόλοιπο του αναρχικού επαναστατικού κινήματος. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον με το δεδομένο ότι αποτελεί ιστορικά ένα μέσο που οι περισσότεροι αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές έχουν επιθυμήσει, αν επανεξεταστεί όπως θα δούμε αργότερα στη συζήτηση των προτάσεών τους για τη μαζική οργάνωση. Η αυτενέργεια των εργατών δεν είναι απλά η προτιμώμενη μέθοδος αγώνα, αλλά και ο πυρήνας της αυτοοργανωμένης κοινωνίας που οι αναρχικοί επιθυμούν να δημιουργήσουν μέσα από την κοινωνική επανάσταση:

Η αυτοδιεύθυνση του αγώνα προηγείται, και ακολουθούν η αυτοδιεύθυνση της εργασίας και της κοινωνίας… Η επανάσταση της εργασίας είναι επομένως η αυτοδιευθυνόμενη οργάνωση αυτών των πρώτων στοιχείων της μελλοντικής κοινωνίας, των παραγωγικών πυρήνων βάσης που θα αναπτυχθούν μέσα από την αυτονομία των μαζών.” (4)

Ενεργή μειοψηφία: Ειδική Αναρχική Οργάνωση Συγγένειας.

Η σύγχρονη εξεγερτική σκέψη, ξεπήδησε μέσα από τις ιστορικές συνθήκες της μεταπολεμικής Ιταλίας. Στο ιταλικό αναρχικό κίνημα εκείνης της εποχής υπήρχε ιδιαίτερα έντονη διαμάχη ανάμεσα σε αυτούς που πίστευαν στην εγκυρότητα της ειδικής αναρχικής “οργάνωσης σύνθεσης” γύρω από την Ιταλική Αναρχική Ομοσπονδία (FΑΙ) που κατηγορούταν ως “καθαροί”, και σε εκείνους που υπερασπίζονταν το μοντέλο μιας ειδικής αναρχικής “οργάνωσης τάσης” γύρω από τις Αναρχικές Ομάδες Προλεταριακής Δράσης (GAAP). Και οι δύο ομάδες οργανώθηκαν γύρω από ένα ειδικό αναρχικό πρόγραμμα, είτε πλουραλιστικό (FAI) είτε πλατφορμιστικό (GAAP). (5)

Έμοιαζε εκτός πραγματικότητας το να ξεπηδήσει ένας τρίτος τύπος ειδικής οργάνωσης, γύρω από τοπικές ομάδες βασισμένες στη συγγένεια. Συγγένεια σε αυτήν την περίπτωση δε σήμαινε ότι οι αναρχικοί απλά θα έπρεπε να οργανώνονται μαζί με τους φίλους τους, ή να μην οργανώνονται καθόλου όπως οι αντιοργανωτικοί ατομικιστές, αλλά βασιζόταν σε ξεκάθαρη γνώση του πού βρίσκονταν οι σύντροφοι, μέσα από πολιτική συζήτηση, ανάλυση και κυρίως μέσα από την εμπειρία του να δουλεύει ο ένας με τον άλλο στον αγώνα. Με λίγα λόγια, στο επίκεντρο ήταν το χτίσιμο ενότητας με άλλο κόσμο μέσω της πράξης. Οι επαναστάτες αναρχικοί κάθε τάσης θα έπρεπε να σκεφτούν να προσπαθήσουν να μάθουν από τα καλύτερα στοιχεία τέτοιων στρατηγικών. Αντίθετα με το να συμφωνούν με πολιτικά προγράμματα (μινιμαρισμένα, μεταβατικά ή μαξιμαρισμένα) και τις απαράβατες εντολές τους, οι επαναστάτες αναρχικοί θα έπρεπε να αγωνίζονται να διατηρήσουν μια αναλυτική και οργανωτική πρακτική βασισμένη σε και επεξεργασμένη μέσα από τη συμμετοχή στον κοινωνικό αγώνα:

Από την άλλη, η ομάδα συγγένειας έχει πολύ μεγάλες προοπτικές και αφορά άμεσα την πράξη, βασιζόμενη όχι στην ποσότητα των φορέων της αλλά στην ποιότητα που γεννά η δύναμη ενός αριθμού ατόμων που εργάζονται μαζί για ένα σχέδιο που επεξεργάζονται μαζί όσο προχωρούν. Από το να είναι μια ειδική δομή του αναρχικού κινήματος και συνολικά της γκάμας δραστηριοτήτων που αυτό αφορά -προπαγάνδα, άμεση δράση, ίσως μια εφημερίδα, εργασία σε μια άτυπη οργάνωση- μπορεί επίσης να επιζητά το σχηματισμό ενπός πυρήνα βάσης ή κάποιων άλλων μαζικών δομών κι έτσι να παρέμβει πιο αποτελεσματικά στον κοινωνικό αγώνα.” (6)

Αυτόνομοι πυρήνες βάσης: Αυτοδιευθυνόμενες Συμμαχίες για την Αυτονομία των εργατών.

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, η αυτενέργεια των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων είναι απίστευτα σημαντική για τους εξεγερτικούς αναρχικούς. Αυτό φαίνεται μέσα από την ιδεώδη μορφή μαζικής οργάνωσης που προτείνουν, τους αυτόνομους πυρήνες βάσης. “Βάση” είναι μια άλλη λέξη για το “λαϊκό/σε επίπεδο λαού”. “Πυρήνας” είναι μια άλλη λέξη για το “κύτταρο”. Οι αυτόνομοι πυρήνες βάσης είναι ουσιαστικά αυτοδιευθυνόμενα λαϊκά κύτταρα ή συμμαχίες, ανεξάρτητες από οποιοδήποτε κόμμα ή συνδικαλιστική ένωση. Είναι μαζικές οργανώσεις βασισμένες στην πλήρη αυτονομία των εργατών και την αυτοδιεύθυνση.

Οι εξεγερτικοί αναρχικοί εργάζονται μέσα σε κοινοτικούς, εργασιακούς ή άλλους μαζικούς αγώνες με ενδιάμεσους στόχους, ενθαρρύνοντας πάντα τους εργάτες να οργανώνονται αυτόνομα αν αυτό είναι δυνατό. Παραδείγματα τέτοιων οργναώσεων στην πράξη ήταν οι αυτοδιευθυνόμενοι σύνδεσμοι που πολέμησαν ενάντια στην κατασκευή μιας πυραυλικής βάσης των Η.Π.Α. Στο Κομίσο της Ιταλίας . (6) Το Αυτόνομο Κίνημα Βάσης (των εργαζομένων στιυς σιδηροδρόμους) στο Τορίνο, αναφέρεται συχνά επίσης.

Υπήρξε συχνά η υπόνοια ότι τέτοιες δομές μιμούνται τις μετωπικές οργανώσεις που φτιάχνουν πολλά λενινιστικά κόμματα, αποδεικνύοντας οτι οι εξεγερτικοί αναρχικοί έχουν μια πρακτική υποκατάστασης και πρωτοπορίας. Αντιθέτως, το κάλεσμα για τέτοιες αυτοδιευθυνόμενες οργανώσεις με χαρακτηριστικά άμεσης δράσης (επίθεση), διαρκούς σύγκρουσης (κριτική της αντιπροσώπευσης) και όχι μόνο, δείχνει να αντανακλά την στρατηγική και τις τακτικές που υποστηρίζουν κάποιοι σύγχρονοι επαναστάτες αναρχικοί που θεωρητικοποίησαν μια πρακτική “άμεσων σωματείων”. (7)

Έχει επίσης υπάρξει μια αποπροσαναντολισμένη αντίληψη ότι ο εξεγερτικός αναρχισμός είναι μια πολιτική θεωρία και μέθοδος για την πρακτική επίθεση και καταστροφή της υπάρχουσας Αριστεράς στις διάφορες σωματειακές και συνδικαλιστικές οργανώσεις. Ίσως να αρκούσε μια ματιά στο “Κριτική των συνδικαλιστικών μεθόδων” του Μπονάννο για να δει κανείς ότι αυτό δεν είναι η πλήρης αλήθεια:

Ένα σχέδιο αποδιοργάνωσης των των εργατικών ενώσεων θα απαιτούσε μια καταστρεπτική λογική… Θα ήταν διασπαστικό να δοθεί ενέργεια (την οποία δεν κατέχουμε) σε μια τέτοια προοπτική, και όχι ο σωστός τρόπος να ασχοληθούμε με το πρόβλημα των εργατικών οργανώσεων. Γρηγορότερα και καλύτερα αποτελέσματα θα επιτυγχάνονταν από την πραγματοποίηση μιας ριζοσπαστικής κριτικής των σωματείων και της επέκτασής της εξίσου στον επαναστατικό αναρχοσυνδικαλισμό. (8)

Οι εξεγερτικοί αναρχικοί δε μάχονται ενάντια στο να δουλεύει κανείς μέσα από τέτοιες δομές, αλλά για να φέρουν τη δική τους ριζοσπαστική αναρχική κριτική και ιδέες σε αυτές τις οργανώσεις, προκειμένου αυτές να ξεπεράσουν το ιστορικό τέλμα όπου οι περισσότερες αντίστοιχες οργανώσεις βρίσκονται. Εργάζονται για την οικοδόμηση ευρύτερων ταξικά δομών που δεν περιορίζονται στους αγώνες ενός εργασιακού χώρου ή μιας κοινότητας, αλλά είναι εκεί όπου οι άνθρωποι μάχονται για τα ζητήματα και τους αγώνες τους, όχι απλά αμυντικά. Ένα πιο σύγχρονο παράδειγμα τέτοιων οργανώσεων μπορούν να βρεθούν στο μοντέλο του“δικτύου αλληλεγγύης” που ξεπήδησε πρόσφατα όπου οι εργάτες πολέμησαν ενάντια στα αφεντικά και τους ιδιοκτήτες, συμμετείχαν όμως και σε αγώνες ενάντια στην αστυνομία και σε δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων. (9)

Βάζοντας τους νεκρούς να ξεκουραστούν.

Συμπερασματικά, οι αναρχικοί θα έπρεπε να αναγνωρίσουν ότι οι υπαρκτές διαφορές μεταξύ των εξεγερτικών αναρχικών και άλλων ρευμάτων του αναρχισμού δεν έχουν το μέγεθος σχίσματος όπως συχνά περιγράφεται σε κάποιους κύκλους. Αυτά φαίνεται να απορρέουν από την άγνοια του εξεγερσιακού πλάνου είτε από τους υποστηρικτές είτε από τους αντιπάλους του, βασιζόμενα σε ιστορική σύγκριση με γνωστά αντίστοιχα ιστορικά ρεύματα. Ελπίζουμε ότι αυτή η εισαγωγή στις εξεγερτικές οργανωτικές μεθόδους για την επανάσταση, βοηθά στην αποσαφήνιση του πού υπάρχουν ομοιότητες και πού διαφορές, καθώς και στο γκρέμισμα διδεδομένων μύθων. Αντί να ταλαντεύεται μέσα σε μια διαρκή διαμάχη πάνω στην οργανωτική μορφή, μακάρι το αναρχικό κίνημα στο σύνολό του να αρχίσει να επικεντρώνει περισσότερο στους (αντι-)πολιτικούς στόχους και οράματα πάνω στα οποία συζητούν σήμερα οι επαναστάτες όλων των τάσεων.

Σημειώσεις.

  1. – Crimethinc’s Say You Want An Insurrection?, Peter Gelderloos’ Insurrection vs. Organization, and Joe Black’s Anarchism, insurrections and insurrectionalism.

  2. – Dissident #2 Postcript.

  3. – A.M. Bonanno From Riot to Insurrection.

  4. – A.M. Bonanno Looking Forward to Self-management.

  5. – Coordinadora Informal Anarquista Vivir la Anarquía.

  6. – Insurrection #4.

  7. – Libcom.org Direct Unionism.

  8. – A.M. Bonanno Critique of Syndicalist Methods.

  9. – Libcom.org Solidarity Networks.

    Λινκ απο το οποίο μεταφράστηκε το κείμενο – https://libcom.org/library/insurrectionary-anarchy-revolutionary-organization

Επιστροφή στα βασικά: άτομο-κοινότητα-κοινωνία, κάποιες βασικές σημειώσεις.

10365757_567645886714931_4250189439103496166_n

Πόσο και πόσο μελάνι έχει ξοδευτεί από ατομικιστές αναρχικούς και όχι μόνο, στην ιστορία, για να τονιστούν και να αναπτυχθούν οι θέσεις περί θεμελιακότητας του ατόμου. Πόσες και πόσες κουβέντες έχουν γίνει, επίσημες, φιλικές, έντονες, αφοριστικές, υμνητικές, σε καταλήψεις, σχολές, παρέες, για να αναπτυχθούν οι σχετικές απόψεις, καθώς το άτομο -όχι απλά η μονάδα, όχι ο ιδιώτης αλλά το άτομο ως ον ξεχωριστό και μοναδικό- οφείλει μακριά από ακαδημαϊκής πρέλευσης και κατάληξης υπερβολές να κατακτήσει τη θέση που του αξίζει. Και πόσα -κι από τα δύο- πρέπει ακόμα να γίνουν...

Το ζήτημα του ατόμου, η σύλληψη, η έννοια, η ερμηνεία και ό,τι το αφορά, δε θα πάψουν ποτέ να απασχολούν τα μυαλά εκείνων, που ψάχνουν να δημιουργήσουν δρόμους ζωής και αγώνα, ατομικά και συλλογικά μονοπάτια ελευθερίας. Εκείνων που την ελευθερία αυτή δεν την αναζητούν σε δοκιμασμένα αποτυχημένες αλλά και προκαθορισμένες συνταγές που το παραγκωνίζουν χάριν της μάζας -και όχι χάρην της συλλογικότητας όπως αρέσκονται οι θιασώτες αυτών να πιστεύουν-, αλλά το βρίσκουν να μάχεται εναντίον της, στο λόγο ή και στην πράξη.

Δε θα πάψει ποτέ, παράλληλα, να αποτελεί κι ένα σημείο τριβής ανάμεσα σε τόσο διαφορετικές μεταξύ τους κοσμοθεωρίες, αντιλήψεις, στάσεις ζωής. Λογικό μάλλον…

Άλλωστε για κάποιους άτομο και μοναδικότητα είναι βάση της ελευθερίας, το απαραίτητο πρώτο βήμα που παράλληλα οφείλει να παύει να είναι πρώτο συντροφεύοντας τους/τις αγωνιζόμενους/ες σε κάθε βήμα τους. Για άλλους αποτελούν δυνητικά απειλή για την ελευθερία, καθώς τα θεωρούν ως άλλωθι ακατάσχετων ακαδημαϊσμών και ένδειξη φιλελεύθερων ή και μικροαστικών νοοτροπιών που στρέφονται ουσιαστικά εναντίον της επανάστασης. Για κάποιους τρίτους είναι το ίδιο το ζητούμενο και αποτελούν ενα διαρκή αυτοσκοπό που επισκιάζει κάθε τί πέρα απ’ αυτό.

Χωρίς λοιπόν να αποτελεί πρόθεση η επιστημονικοποιημένη ανάλυση, το ίδιο συμβαίνει και με την απλουστευμένη κι επιφανειακή ματιά. Ούτε στα επιτηδευμένα “δύσκολα” λόγια κατανοητά μεταξύ μιας κλειστής κάστας αυτοεπίλεκτων διανοούμενων βρίσκεται η αναρχία μας, ούτε και στα υπερλαϊκευμένα σε μορφή και περιεχόμενο λόγια όσων αυτοψαλιδίζονται τόσο που φτάνουν να ενσωματώσουν το ψαλίδισμα…

Στο κείμενο που ακολουθεί κατατίθενται θέσεις, απόψεις αλλά και ερωτήματα, με σκοπό να καταστούν πιο σαφείς και ξεκάθαρες κάποιες ερμηνείες και τα αναλυτικά εργαλεία τους. Αναλυτικά εργαλεία απαλλαγμένα από τακτικίστικες “αναγκαιότητες”, απο πολιτικάντικες εμμονές, κι από κάθε είδους παρελθοντικά βαρίδια σοβαροφάνειας. Για να μπορούμε να κάνουμε πιο αποτελεσματικές τις δράσεις μας, πιο υγιείς τις μεταξύ μας σχέσεις, πιο εύκολη τη συνεννόησή μας. Στην τελική για να μπορούμε να βρίσκουμε στη ζωή και τους αγώνες όλο και μεγαλύτερα κομμάτια μας, κι όχι μια φτηνή ρουτινιάρικη αντανάκλασή μας. Για να μπορούμε να είμαστε κύριοι/ες των ζωών μας και να τις ζούμε εδώ και τώρα, όχι προσμένοντας κάποιο προκαθορισμένο μέλλον, αλλά ούτε και αδιαφορώντας γι’ αυτό.

Περί ατόμου.

Για τον γράφοντα, άτομο δε σημαίνει απομόνωση και υπεροψία, όπως επίσης συλλογικότητα και κοινότητα δε σημαίνει μάζα και απώλεια των ιδιατεροτήτων μας αντίστοιχα. Ίσως για κάποιους είναι ψιλά γράμματα διακρίσεις όπως αυτές ή απλές παιδιάστικες προσωπικές αναζητήσεις χωρίς ουσία ή πρακτικό αντίκρυσμα. Είναι όμως έτσι? Μπορούμε να αγνοούμε θεμελιακής σημασίας κομμάτια της αναρχικής σκέψης ή και να τα προσπερνάμε με την υπεροψία της ημιμάθειας? Τι πραγματικά προσφέρει μια τέτοια στάση είτε σ’ εμάς και την πορεία μας στη ζωή είτε στους αγώνες που θέλουμε να λέμε ΄τι ως αναρχικοί/ες διεξάγουμε?

Μια αλυσίδα για να είναι δυνατή πρέπει να έχει γερούς τους κρίκους της. Και από την άλλη, ένας κρίκος μόνος του δεν φτιάχνει αλυσίδα…

Είναι πλούσια τα παραδείγματα στην καθημερινή ζωή κάποιου/ας, που αφορούν το ζήτημα, που προκαλούν προβληματισμό και σκέψη πάνω σε αυτό. Κι έχουν να κάνουν με ποικίλες πτυχές της καθημερινότητας, τόσες που ίσως να μην το είχαμε καν σκεφτεί κάποιες φορές. Παραδείγματα που δοκιμάζουν την πρακτική εφαρμογή των θέσεών μας ή στρώνουν το έδαφος για νέες. Στιγμιότυπα που οι περισσότεροι/ες έχουμε βιώσει ή συναντήσει. Η θεωρία άλλωστε παράγεται μέσα από τη ζωή αλλά και βοηθάει παράλληλα στην καλύτερη κατανόησή της, σε μια διαρκή ενεργή αλληλεπίδραση με την πράξη. Αλλιώς παραμένει ανέξοδο μελάνι σε σελίδες χαρτιού αλλά και ευαγγέλιο για τους κάθε λογής βοσκούς και τα αντίστοιχα ποίμνια.

Στην οικογένεια λοιπόν, στο σχολείο, στην παρέα, στη δουλειά, στη γειτονιά, στο λάηφσταηλ, στο στρατό, στο ψυχιατρείο, στη φυλακή, παντού μα παντού μέσα σε αυτήν την κοινωνία αναπαράγεται η βάση της καταπίεσης της ατομικότητας. Αλλού πολύ κι αλλού λίγο, αλλού άμεσα κι αλλού έμμεσα. Ακόμη και σε εγχειρήματα που αποκαλούνται απελευθερωτικά, κάποιες φορές.

Κι εκεί είναι που δημιουργούνται, γιγανώνονται και βρίσκουν διέξοδο οι όποιοι προβληματισμοί. Αυτοί που βάζουν ή κρατούν το μυαλό σε κίνηση, σε εγρήγορση ενάντια στη σκουριά της ομογενοποίησης και στην υποκρισία της υποτιθέμενης -συνειδητής ή μη- ανωτερότητας.Αυτοί που αποτελούν το γόνιμο έδαφος στο οποίο ανθίζει ο σπόρος της άρνησης. Της μόνιμης βάσης για κάθε ανατρεπικό βήμα μας, σ’ ‘ενα μακρύ δρόμο που καθημερινά διαμορφώνουμε.

Περί κοινότητας.

Κοινότητα για τον γράφοντα, είναι το πρακτικό αποτέλεσμα, η πρακτική έκφραση της συνύπαρξης ανεξάρτητων αυτοκαθοριζόμενων και συνειδητά συνεργαζόμενων ατομικοτήτων. Η έννοια της κοινότητας δεν ταυτίζεται με αυτήν της κοινωνίας, είναι βάση για μια ζωή ελευθερίας και αλληλεγγύης, δεν διέπεται από τις συμβάσεις που διατρέχουν το κοινωνικό σώμα ακόμα και σε φαντασιακό επίπεδο. Οι όποιοι κανόνες της, είναι απλά κοινές συμφωνίες για την εξασφάλιση της ύπαρξης της, της συνύπαρξης των μελών της και την εξυπηρέτηση των επιθυμιών και των αναγκών τους. Η κοινότητα πρώτα απ όλα είναι έννοια και αντίληψη – η αίσθηση του να μοιράζεσαι ισότιμα κι ελεύθερα, μακριά από καταναγκασμούς κι έξωθεν ή άνωθεν επιβολές. Δεν καταπιέζει τη μοναδικότητα του κάθε ατόμου αλλά προσφέρει τα μέσα και τις συνθήκες -ή τουλάχιστον δεν αποκρύπτει αυτά- για την άνθιση των κλίσεων και των τάσεων του καθενός και της καθεμιάς μας. Συμπορεύεται με το άτομο αλληλοσυμπληρώνοντας το ένα το άλλο.

Κοινότητα, μεταξύ άλλων, είναι οι σχέσεις των μελών μιας ένοπλης οργάνωσης, των κατοίκων που πολεμούν ενάντια στην καταστροφή της φύσης στον τόπο τους, των συντρόφων που λειτουργούν έναν αυτοδιαχειριζόμενο χώρο, που μοιράζονται κοινά οράματα, κοινές ανησυχίες κτλ… Απ’ τους όρους που τις διέπουν καθορίζεται όχι μόνο η ποιότητα και το περιεχόμενό τους αλλά και η πορεία τους.

Περί κοινωνίας.

Κοινωνία από την άλλη δεν είναι το άθροισμα των κοινοτήτων ή και των ατόμων απλά. Ούτε και είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο, ενιαίο και ομοιογενές ώστε να μπορεί να υμνηθεί ως τέτοιο. Η κοινωνία χρειάζεται για την εδραίωσή και αναπαραγωγή της- μέσα στην πολυπλοκότητά της- αποδιοπομπαίους τράγους. Όσο θετικά φορτισμένη κι αν είναι γενικά, στην πράξη και κοιτώντας τα ιστορικά παραδείγματα διάφορων κοινωνιών μέχρι τώρα, η κοινωνία κατα κανόνα εννοείται ως από τη μία το σύνολο ατόμων, ομάδων και ιδεών ενός γεωγραφικού χώρου, και άρα ως τέτοια αν δεν υμνείται τουλάχιστον δεν καταδικάζεται στο βαθμκό που θα έπρεπε αποκτώντας ελφρυντικά για ευθύνες που σαφώς έχει. Από την άλλη εννοείται ως το σύνολο των κυρίαρχων αξιών και αντιλήψεων, ενίοτε και πρακτικών, μαζί με τους φορείς αυτών. Και στο βαθμό που -προφανώς είναι και η άποψη του γράφοντος- ισχύει το δεύτερο, δεν μπορεί παρά η πολύμορφη σύγκρουση με ό,τι καταστρέφει το ατομικό και απονοηματοδοτεί το συλλογικό,να είναι έντονη και καθημερινή.

Αυτό το “αυτή η κοινωνία προωθεί τη ρουφιανιά το γλείψιμο και την υποταγή” δεν το ανακάλυψαν φορείς αντικοινωνικών ιδεών και πρακτικών, είναι απλά μια πραγματικότητα. Και με αυτό το σύνθημα γίνεται πολύ αντιληπτό σε όποιον/αν θέλει να καταλάβει πέρα από εμμονές, το υπόβαθρο στο οποίο αναπτύχθηκαν οι όποιες σχετικές απόψεις και κινήσεις. Γιατί μπορεί να ζούμε μέσα σε αυτήν την κοινωνία αλλά δεν είμαστε όλοι/ες κομμάτι της. Είναι απαραίτητη η επίγνωση όχι μόνο των “δεινών” αυτής, αλλά και των δικών μας ατελειών, ώστε ο αγώνας για την καταστροφή της και την δημιουργία (μέσα και από την ατομική εξέλιξη) μιας ζωής που θα την ζούμε με όρους που θα θέτουμε εμείς και καμιά εξουσία ό,τι κι αν χρησιμοποιεί για βιτρίνα, να μην είναι σαν αυτόν του σίσσυφου, να ριζώσει βαθιά σε συνειδήσεις και να επεκταθεί καταστρέφοντας τις νευρικές απολήξεις του κρατικού/ καπιταλιστικού τέρατος και της εθελοδουλείας ως βασικού συστατικού του.

΄Ατομο-ατομικό-συλλογικό.

Ατομικό και συλλογικό συνυπάρχουν. Όχι υποχρεωτικά και για κάθε στιγμή της ζωής μας φυσικά. Μόνος, ουσιαστικά μόνος δεν καταφέρνεις ούτε σκοπούς και σχεδιασμούς να πραγματοποιήσεις, ούτε και να ολοκληρώνεσαι ως άτομο εκτός αν δεν υπάρχει ενδιαφέρον για κάτι τέτοιο.

Πέρα από αυτά, η παρεξήγηση της θεμελιώδους έννοιας του ατόμου εκτρέπει τις ερμηνείες άρα και τις σχετικές αποφάσεις προς ατραπούς που μόνο φιλικές δεν είναι προς την αναρχία. Για παράδειγμα, το να αρνηθώ να δεσμευτώ για κάποια δράση ή σε κάποιο εγχείρημα επειδή με …καταπιέζει, γίνεται τις περισσότερες φορές, η ιδεοληπτική επικάλυψη της ανευθυνότητας και της χομπίστικης νοοτροπίας αρκετών, το ίδιο αν όχι πιο ενοχλητική απ την αδράνεια άλλων.

Η αλληλοβοήθεια πχ, πέρα από την αρρωστημένη χριστιανική εκδοχή της και τις διάφορες “φιλικές” ή μη προς εμάς παραλλαγές της, είναι απαραίτητη, είναι ένδειξη αλληλεγγύης, αξία και στάση ζωής. Η συνεργασία δε σημαίνει περιορισμός της ατομικής ελευθερίας κάποιου/ας, αλλά ενδεχομένως ακόμα μεγαλύτερη ανάπτυξη των δυνατοτήτων του/της. Όχι νομοτελειακά βέβαια, καθώς όλα κρίνονται από τους όρους με τους οποίους διεξάγεται.

Συλλογικό δε σημαίνει μαζικό. Ουσιαστικά, το συλλογικό αντιμάχεται το μαζικό σαν όρο, έννοια και συνθήκη. Όταν κάτι γίνεται μαζικά, χάνεται η προσωπική πινελιά του καθενός. Σταματά να αναγνωρίζει κάποιος τον εαυτό του εκεί μέσα εκτός αν έχει ήδη αποδεχτεί συνειδητά ή όχι, τις αρχές της αντιπροσώπευσης και της ανάθεσης. Με λίγα λόγια το συλλογικό προϋποθέτει αλλά και αναδεικνύει τις δυνατότητες του καθενός και μπορεί να τις πάει πολύ μπροστά, ενώ το μαζικό απονοηματοδοτεί τη συλλογικότητα καταπιέζει την ατομικότητα, δεν είναι αντιπροσωπευτικό κανενός και στην ουσία είναι ένας θολός, ξένος, και εύκολα κατευθυνόμενος απο ηγέτες κι εξουσίες μέσος όρος. Γκρεμίζουμε τα θεμελια της καταπιεσης, μόνο όταν τα αναγνωρίζουμε.

Κλείνοντας.

Όλα αυτά δε γράφτηκαν απλά για εξωτερίκευση σκέψεων. Γράφτηκαν για τη μετάδοσή τους, για τη γέννηση νέων προβληματισμών και κυρίως πράξεων. Και ενώ το μεγαλύτερο μέρς τους είχε γραφτεί πάνω από ένα χρόνο πριν, η μπροσούρα του Γεράσιμου Τσάκαλου «Ατομικότητα και αναρχική ομάδα» ξανάδωσε το κίνητρο να τελειώσει το κείμενο (δύναμη και καλή λευτεριά).

Και προφανώς δεν “ξεχειλώθηκαν” στη γραφή, γιατί η ακαδημαϊκού τύπου αναρχολογία δε μας αφορά, όσο δε μας αφορά και η οικειοποίηση ξένων προς την αναρχία αντιλήψεων, στο βωμό της αποτελεσματικότητας…

Είναι άμεση η επίδραση του πώς βλέπουμε αυτά τα ζητήματα – αν τα βλέπουμε- στον τρόπο που αναλύουμε τη ζωή και τους αγώνες μας. Διαμορφώνει, ανάλογα τις επιλογές δέσμευσης, το πώς κινούμαστε και δρούμε.

Διαφορές ανάμεσα στα αναρχικά ρεύματα υπήρχαν και θα υπάρχουν. Συχνά μεγάλες και κάποιες φορές θεμελιώδεις σε “θεωρητικά” ζητήματα. Οι πολιτικές διαφορές όμως είναι υγεία, και είναι απ τα στοιχεία που ομορφαίνουν την αναρχία. Όσο αυτές δε γίνονται η δικαιολογία για εξυπηρέτηση προσωπικών φιλοδοξιών ή εξωτερίκευση εμμονών, τότε στα πλαίσια της πολυμορφίας που οφείλει να διέπει τον αγώνα μας δεν αποτελούν εμπόδιο αλλά προωθητικό στοιχείο.

Ούτε φιλόσοφοι του καναπέ και πύρινοι πληκτρολόγοι, ούτε μπολσεβίκοι – απλά αναρχικοί/ές.

 

Kείμενο έναρξης απεργίας πείνας του Νίκου Ρωμανού.

Ασφυξία για μια ανάσα ελευθερίας.

Την περασμένη άνοιξη έδωσα πανελλήνιες εξετάσεις μέσα από τη φυλακή και πέρασα σε μια πανεπιστημιακή σχολή στην Αθήνα. Με βάση τους δικούς τους νόμους, λοιπόν, από τον Σεπτέμβρη δικαιούμαι να αρχίσω να παίρνω εκπαιδευτικές άδειες από τη φυλακή για να παρακολουθώ το πρόγραμμα της σχολής.

Όπως είναι λογικό, οι αιτήσεις που έχω κάνει έχουν καταλήξει στα αζήτητα, γεγονός που με οδηγεί να διεκδικήσω αυτό το αίτημα με οδόφραγμα το σώμα μου.

Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσω το πολιτικό μου σκεπτικό ώστε να μπει ένα πλαίσιο γύρω από την επιλογή που πραγματοποιώ.

Οι νόμοι, εκτός από εργαλεία ελέγχου και καταστολής, αποτελούν ταυτόχρονα και μια διατήρηση ισορροπιών ή αλλιώς αυτό που επιγραμματικά ονομάζουμε κοινωνικά συμβόλαια, αντανακλούν κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς και διαμορφώνουν τμηματικά ορισμένες θέσεις διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου.

Γι’ αυτό και η επιλογή που κάνω θέλω να είναι όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαρη: δεν υπερασπίζομαι τη νομιμότητά τους· αντίθετα, απευθύνω έναν πολιτικό εκβιασμό ώστε να κερδίσω ανάσες ελευθερίας από την ισοπεδωτική συνθήκη του εγκλεισμού.

Σε αυτό το σημείο ανοίγει ένα ζήτημα που αφορά τις διεκδικήσεις μας σε καθεστώς αιχμαλωσίας. Είναι δεδομένο πως αντιφάσεις πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν σε τέτοιες συνθήκες. Εμείς, για παράδειγμα, συμμετείχαμε στη μαζική απεργία πείνας των κρατουμένων ενάντια στο νέο νομοσχέδιο ενώ είμαστε φανατικοί εχθροί όλων των νόμων· αντίστοιχα πολλοί σύντροφοι έχουν διαπραγματευτεί με οδόφραγμα το σώμα τους τους όρους του εγκλεισμού τους («παράνομες» προφυλακίσεις, άρνηση σωματικού ελέγχου, παραμονή σε μία φυλακή), και πολύ καλά έκαναν.

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι, από τη συνθήκη που βρισκόμαστε, πολλές φορές είμαστε αναγκασμένοι να μπούμε σε ένα στρατηγικό πόλεμο θέσεων που είναι αναγκαίο κακό εδώ που βρισκόμαστε.

Με αυτή μου την επιλογή, τα πολιτικά χαρακτηριστικά της οποίας συγκεκριμενοποιούνται στον ίδιο τον τίτλο του κειμένου, δίνεται η δυνατότητα να ανοίξει ένα μέτωπο αγώνα σε μια χρονική συγκυρία ιδιαίτερα κρίσιμη για όλους μας.

«Ακριβώς, η ποίηση είναι η τέχνη του ατόφιου. Είναι αυτή που παραμένει ανυπότακτη, όταν η τάξη του διαφανούς έχει υποτάξει όλα τα άλλα είδη του λόγου. Όταν οι λέξεις έχουν προσεκτικά απολυμανθεί και στολιστεί σα μαρκησίες της αυλής, αφού θα καταλήξουν στο κρεβάτι του πρίγκιπα, όσο κι αν αυτό τις τρομάζει, και θα παραστήσουν τις σεμνές, θα υποκριθούν ότι έχουν αρετές που έχουν χάσει από καιρό στο βούρκο του συμβιβασμού και της εκπόρνευσης. Η ποίηση ή είναι ασυμβίβαστη ή δεν είναι τίποτα». (Ζαν-Μαρκ Ρουγιάν)

Συντρόφισσες και σύντροφοι, εδώ και καιρό μας εγκλωβίζουν. Από τα αστυνομικά μπλόκα και τα αντιτρομοκρατικά πογκρόμ, στα συμβούλια των οικονομολόγων που εξοντώνουν όσους δε χωράνε στις στατιστικές τους. Από τους έλληνες βιομηχάνους που αντιστέκονται στην επέλαση των πολυεθνικών κολοσσών στηρίζοντας τον όψιμο σοσιαλισμό του ΣΥΡΙΖΑ, στο καθεστώς έκτακτης ανάγκης, με πολιτικούς που προβάρουν το κοστούμι του υπερ-πατριώτη πάντα δουλικού για το καλό του τόπου, από τους μπάτσους και το στρατό που εξοπλίζονται με όπλα τελευταίας τεχνολογίας για την καταστολή εξεγέρσεων, στις φυλακές υψίστης ασφαλείας.

Ας πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους: αν κάτι εκμεταλλεύεται το κράτος, αυτό δεν είναι άλλο από την αδράνεια που πλέον έχει μονιμοποιηθεί ως μια φυσιολογική συνθήκη.

Σε λίγο θα είναι πια αργά, και η εξουσία με το μαγικό ραβδί της θα δίνει έλεος μόνο σε όσους γονατίζουν υποτακτικά μπροστά στην παντοδυναμία της.

Το σύστημα οραματίζεται ένα μέλλον όπου οι επαναστάτες θα θάβονται ζωντανοί σε «καταστήματα κράτησης εντατικού σωφρονισμού», μέσα στα οποία θα επιχειρείται η σωματική, ψυχική και ηθική καταστροφή τους.

Ένα πρωτότυπο μουσείο ανθρώπινης φρίκης όπου τα ζωντανά εκθέματα θα έχουν κρεμασμένη πάνω τους την ταμπέλα «παραδείγματα προς αποφυγή», ανθρώπινα πειραματόζωα πάνω στα οποία θα δοκιμαστούν όλες οι σαδιστικές προθέσεις της εξουσίας.

Ο καθένας απαντάει στα διλήμματα και κάνει τις επιλογές του. Ή θεατές σε απομονωμένες πολυθρόνες μιας ευνουχισμένης ζωής ή δράστες των γεγονότων που διαμορφώνουν την εξέλιξη της ιστορίας.

*

Εκείνο το βράδυ με το βλέμμα καρφωμένο στον ορίζοντα είδαμε πολλά αστέρια να πέφτουν διαγράφοντας τις δικές τους χαοτικές διαδρομές. Κι εμείς μετρούσαμε και ξαναμετρούσαμε, κάναμε ευχές, υπολογίζαμε τις πιθανότητες. Το ξέραμε ότι η επιθυμία μας για μια ελεύθερη ζωή έπρεπε να περάσει πάνω από όλα όσα μας καταπιέζουν, μας δολοφονούν, μας καταστρέφουν, γι’ αυτό βουτήξαμε στο κενό, όπως ακριβώς τα αστέρια που βλέπαμε να πέφτουν.

Από τότε άπειρα αστέρια πέσαν, μπορεί να ήρθε η ώρα να πέσει και το δικό μας, ποιος ξέρει; Αν είχαμε έτοιμες τις απαντήσεις δε θα γινόμασταν αυτό που είμαστε αλλά ιδιοτελή καθάρματα που θα διδάσκαμε στους ανθρώπους τρόπους να γίνουν τρωκτικά που τρώγονται μεταξύ τους όπως κάνουν σήμερα.

Τουλάχιστον εμείς παραμένουμε ακόμα απόλυτοι και πεισματάρηδες όπως οι άνθρωποι της πάστας μας. Και όσοι από εμάς με έναν πόνο έκλεισαν τα μάτια τους και ταξίδεψαν μακριά, παραμένουν με το βλέμμα κολλημένο σε εκείνον το βραδινό ουρανό που κοιτάζαμε και εμείς. Και μας βλέπουν να πέφτουμε, αστέρια όμορφα και λαμπερά. Τώρα ήρθε η σειρά μας. Τώρα πέφτουμε χωρίς δισταγμό.

Από τη Δευτέρα 10/11 ξεκινάω απεργία πείνας χωρίς να κάνω βήμα πίσω, με την αναρχία πάντα στην καρδιά μου.

Υπεύθυνο για κάθε μέρα απεργίας πείνας, και ό,τι συμβεί από εδώ και μπρος, είναι το συμβούλιο της φυλακής που αποτελείται από τον εισαγγελέα Νικόλαο Ποιμενίδη, τη διευθύντρια Χαραλαμπία Κουτσομιχάλη, καθώς και την κοινωνική λειτουργό.

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΠΙΘΕΣΗ

ΥΓ. Προς όλους τους «αγωνιστές» των σαλονιών, τους επαγγελματίες ανθρωπιστές, τις «ευαίσθητες» προσωπικότητες της διανόησης και του πνεύματος: προκαταβολικά στα τσακίδια.

Νίκος Ρωμανός
Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, Ε Πτέρυγα, 18110 Κορυδαλλός, Αθήνα

Εντουάρντο «Μπαλένο» Μασσάρι – Μαρία-Ρόσσας Σολενταντ.

Περιεχόμενο αφίσας του 1998.

Στην ενωμένη ευρώπη των αφεντικών

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ δολοφονεί επίσημα, είναι ο μόνος τρομοκράτης.

Μεταξύ 27 και 28 μαρτίου του 1998 στις φυλακές «βαλλέτε» του τορίνο στην ιταλία, ο αναρχικός Εντουάρντο «Μπαλένο» Μασσάρι 34 ετών, βρέθηκε νεκρός κάτω από ύποπτες συνθήκες.

Μετά από λίγες βδομάδες, η συγκρατούμενη συντρόφισά του Μαρία-Ρόσας Σολεντάντ, αφού προφυλακίστηκε κάνοντας απεργία πείνας, δολοφονήθηκε στο σπίτι της.

 

 

ΔΕ ΘΑ ΚΑΤΑΦΕΡΟΥΝ ΝΑ ΜΑΣ ΓΟΝΑΤΙΣΟΥΝ

Η ΘΕΛΗΣΗ ΜΑΣ ΝΑ ΠΟΛΕΜΑΜΕ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΕΞΟΥΣΙΑ

ΘΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ, ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ.

ΤΙΜΗ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥΣ ΕΝΤΟΥΑΡΝΤΟ ΜΑΣΣΑΡΙ

ΜΑΡΙΑ-ΡΟΣΑΣ ΣΟΛΕΝΤΑΝΤ.

edosoledad 2

 

 

 

 

 

 

 

— — — — — — — — — — — — — — — —

σχετικό λινκ : http://www.squathost.com/a_deltio/gr/d1_italy.htm

Κείμενο για την απελευθέρωση των ζώων

Αναδημοσίευση από εδώ http://diskordia.squat.gr/2014/01/07/%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%AD%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B6%CF%8E%CF%89%CE%BD/

67

Την δεκαετία του 60 παρατηρείται μια άνθηση κινηματικών μορφωμάτων για τα δικαιώματα των ζώων. Κάποιοι κατάφεραν να μετατρέψουν την ευαισθησία τους σε βαθιά πολιτικές πρακτικές με απώτερο στόχο το γκρέμισμα των σπισιστικών αρχών που διέπουν την σχέση των ανθρώπων-ζώων, και άλλοι εγκλωβισμένοι στα πλαίσια της νομιμότητας ζητούσαν μεταρρυθμίσεις για τις συνθήκες ευζωίας.

Η ρεφορμιστική προσέγγιση του μεγαλύτερου κομματιού οδήγησε στη δημιουργία νομοθετημάτων για την βελτίωση των συνθηκών σφαγής, μεταφοράς και κράτησης κυρίως για τα βοοειδή και τα πτηνά, στην πιο ανθρώπινη εκμετάλλευση ζώων που βρισκόταν σε καταφύγια και χώρους «διασκέδασης»,στην μείωση του αριθμού ζώων για πειράματα ζωοτομίας σε εργαστήρια πολυεθνικών και σχολεία, την πτώση στις πωλήσεις γούνας και την υπεράσπιση ειδών που βρίσκονταν υπό εξαφάνιση. Η καθημερινότητα του κρατουμένου θα βρωμάει λιγότερο ανία, η γυναίκα θα ξεπιάνεται στον δρόμο για την κρεβατοκάμαρα και τα ζώα ευτυχισμένα από το φρέσκο σανό θα στριμώχνονται στα κλουβιά λιγότερο. Η ουσία παραμένει, εγκλεισμός, εξευτελισμός και η εκμετάλλευση σαν κεντρική ιδέα ενός ολόκληρου συστήματος .

Στα μέσα του 16ου αιώνα γίνεται η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας νόμων που θα ορίζουν την εύρυθμη λειτουργία μεταξύ ανθρώπων και ζώων. Οι νόμοι αυτοί εξυπηρετούσαν κυρίως την γεωργία και την κτηνοτροφία και περιλάμβαναν κανονισμούς και άδειες για κτηνοτροφικές μονάδες, το κυνήγι, το ψάρεμα, την σφαγή, την μεταφορά, την βυρσοδεψία και τις αγορές. Ακόμη περιείχε και την απομάκρυνση των σφαγείων από τις κατοικημένες περιοχές, πρακτικές υγιεινής και διαχείρισης ζωικών αποβλήτων. Τα νομοθετήματα του μεσαίωνα το πόσα ζώα, ποιά είδη και ποιά κομμάτια τους οι πολιτισμένοι άνθρωποι θα φορούν και θα καταναλώνουν. Έξω τα σφαγεία από τις κατοικημένες περιοχές, η οσμή του ψόφιου και οι κραυγές μας κόβουν την όρεξη, η μπουρζουαζία υποφέρει σιωπηλά.

Τώρα η σύγχρονη κοινωνία, που με την παρακαταθήκη του μεσαίωνα ξέρεις τι θα φοράς και τι θα τρως, φώτισε αυτήν την σκοτεινή εποχή της ιστορίας και φώναξε συντονισμένα «Ζήτω η ιερά εξέταση!». Αφήνοντας το μεσαιωνικό έμεσμα φτάνουμε στην σύγχρονη εγκληματολογία και την εισαγωγή του ζητήματος της κακοποίησης ζώων σε αυτήν μετά από τόσους αγώνες των νομοταγών ζωόφιλων. Όλες οι ειρηνιστικές τους προσπάθειες δεν κατέληξαν άκαρπες. Κατάφεραν την αστική δικαιοσύνη να συμπεριλάβει και την κακοποίηση και επιτέλους να «πληρώσουν» οι βασανιστές για τα εγκλήματα τους. Έτσι χάρη στις «πιέσεις» το κράτος κατάφερε να ενισχύσει το κοινωνικό του προσωπείο, δείχνοντας την ευαισθησία του και στεκούμενο αμείλικτα μπροστά σε ακραίες συμπεριφορές. Αυτό που δεν έγινε ξεκάθαρο είναι ότι τα ζώα εισήχθησαν στην εγκληματολογία σαν αντικείμενα, των οποίων η ταυτότητα ιδιοκτησίας κλάπηκε, φθάρθηκε και καταστράφηκε. Η κακοποίηση των ζώων δεν έχει καμία σημασία διότι δεν είναι αντιληπτή ως «πραγματικό» έγκλημα, αλλά σαν προσβολή της ιδιοκτησίας κάποιου ανθρώπου.

Συμπερασματικά οποιαδήποτε πρακτική που ακούει στην νομιμότητα δεν αλλάζει την πραγματικότητα κανενός εκμεταλλευόμενου, αλλά συντηρεί την κρατική αντίληψη ότι οι άνθρωποι, τα ζώα και η φύση είναι ιδιοκτησία του. Όπως ούτε η κοινωνιολατρική νόσος των ρεφορμιστών θα προκαλέσει καμία ρήξη και συνειδητοποίηση κανενός, αντιθέτως διαιωνίζει της σχέσεις εξουσίας. Απέναντι στον κρατικό μηχανισμό και την κοινωνική σαπίλα στήριξης του εξουσιαστικού συμπλέγματος προτάσσουμε την ολική απελευθέρωση ζώων, ανθρώπων και φύσης και την ολική καταστροφή του υπάρχοντος. Κάθε βιτρίνα που ραγίζει, κάθε κολαστήριο που καίγεται, είναι ένα βήμα στον δύσβατο δρόμο της ουτοπίας, είναι μία σύμπραξη για την αναρχία.

εν δυνάμει
(κείμενο από εξωτερικό)

 

[Ιταλία] Αλφρέντο Μαρία Μπονάννο: «Ας μην αιθεροβατούμε, παρακαλώ»

Αναδημοσίευση από  ContraInfo  :  http://gr.contrainfo.espiv.net/2012/12/24/alfredo-maria-bonanno-lets-keep-our-feet-on-the-ground-please/

no retreat

 

Αν προσυπογράφεις την ιδέα της καταστροφής της εργασίας, πάντοτε θα βρεις κάποιον, ακόμη και μεταξύ αναρχικών, που θα πει: «Κι αύριο; Αν δε δουλέψουμε, τι θα φάμε αύριο;»

Αν λοιπόν πάρεις μια τέτοια απάντηση, σημαίνει ότι μιλάς σ’ έναν πραγματιστή αναρχικό ή μάλλον σε κάποιον που πατάει τα πόδια του γερά στο έδαφος· σ’ έναν απ’ αυτούς τους τύπους που, μόλις τον ρωτήσεις αν εξακολουθεί να θεωρεί το ρόλο της εργατικής τάξης σημαντικό στη σύγκρουση μεταξύ κυριαρχημένων και κυριάρχων, θα σου πει «Εννοείται!»

Μην πάρεις όμως το ρίσκο να τον ρωτήσεις τι σημαίνει να ’ναι κανείς ρεαλιστής ή πραγματιστής. Η απάντησή του μπορεί να διαταράξει τα όνειρά σου για πολύ καιρό.

Θα σου πει ότι χρειάζεται να σέβεσαι τις συνθήκες της ταξικής πάλης, αντί να τοποθετείς τον εαυτό σου ιδεολογικά πάνω απ’ τα μυαλά των γύρω σου, ώστε να μη γίνεις μια πρωτοπορία του προλεταριάτου – προσθέτοντας εκεί αρκετά πειστικά πως αυτό δεν το κάνεις από μια ανάγκη να έχεις αποδοτικότητα στον αγώνα ή να πάρεις άμεσα αποτελέσματα, αλλά επειδή είναι απαραίτητο να συνεχίσεις να στηρίζεις τους εκμεταλλευομένους στο μέρος όπου δείχνουν τη μεγαλύτερη δυνατή ικανότητα να ανταπαντήσουν στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, δηλαδή στο χώρο εργασίας.

Βέβαια, εσένα θα σου ’ρθει να πεις (που σε συμβουλεύω να το κρατήσεις για τον εαυτό σου): «Μα αυτό δεν είναι καμουφλαρισμένη ιδεολογία, μ’ άλλα λόγια ιδέες που έχουν χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα;» Και θα θελήσεις να πεις πως η εργατική τάξη δεν υπάρχει πλέον, ότι έχει διαλυθεί απ’ την ιστορική συνάντηση του Κεφαλαίου με τις νέες τεχνολογίες, κι έτσι κάθε ρεφορμιστική πρακτική, όπως η υποβολή αιτημάτων ή η προάσπιση κεκτημένων, απλώς στηρίζει αυτήν τη στρατηγική της κυριαρχίας και του αφανισμού. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν άσκοπο να μιλήσεις. Ο ρεαλισμός, ή ο πολιτικός πραγματισμός, είναι αρρώστια που δεν παλεύεται. Υπαινίσσεται την πρακτική εκείνων που βλέπουν τα πράγματα μονάχα υπό αιτιώδεις, σχηματικούς όρους. Δεν μπορούν να ξεφύγουν από τέτοια προαπαιτούμενα. Για να λέμε την αλήθεια, ο γκραντουαλισμός μπορεί να είναι εξαιρετικά πειστικός. Η θεωρία του βαθμιαίου δίνει έστω μια παρηγοριά ως προς τι θα μπορούσε να συμβεί βραχυπρόθεσμα, καταστέλλοντας το φόβο του μέλλοντος.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, αυτό που μας λέει ο ρεαλιστής, πραγματιστής μας σύντροφος είναι ότι ένα ουσιαστικό σημείο της πάλης είναι να διασφαλίσουμε πως δε θα επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος. Ποτέ ξανά φασισμός! Κι ανατρέχοντας στις παλιότερες μορφές του φασισμού παραλείπουν να δούνε τις καινούργιες, που σε καμία περίπτωση δεν προσομοιάζουν μ’ αυτές του παρελθόντος, αλλά ενδεχομένως είναι κι ακόμα χειρότερες. Ο σύντροφος αυτός σκοπίμως σου πετάει πως αν δε δουλέψεις δε θα ’χεις να φας, για να σε αποστομώσει, και πως είναι επικίνδυνο και μη ρεαλιστικό να επιμένεις ως προς την καταστροφή της δουλειάς, αφού υποστηρίζει μια θέση που παραμένει αγκιστρωμένη στην πραγματικότητα του παρόντος, την οποία και καταλήγει να δικαιολογεί χωρίς καν να το συνειδητοποιεί. Δεν τον ενδιαφέρει να κουβεντιάσει ιδέες ή ζητήματα μεθόδου. Το μόνο που θέλει να ξέρει είναι τ’ αναμενόμενα αποτελέσματα, τα οποία είναι σε θέση να υπολογίζει μόνο από ποσοτική άποψη: να προσμετρώνται άνθρωποι και πράγματα, να συμπίπτουν δεδομένα της πραγματικότητας με εγχειρήματα, να γίνεται κατανοητή η κοινωνική δυναμική. Αυτές είναι οι ιδέες και οι μέθοδοι που απέδωσαν καρπούς στο παρελθόν. Δεν παίζει τώρα να υπάρχει κάτι σαν κριτική σκέψη ή κάτι που θα μπορούσε να τις θέσει υπό αμφισβήτηση.

Πρέπει να απομονωθεί κάθε ιδέα που θα μπορούσε ν’ απειλήσει την αναζήτησή του για τη συναίνεση των εκμεταλλευομένων ή που θα μπορούσε με κάποιον τρόπο να παρουσιάσει τους αναρχικούς επαναστάτες ως υπονομευτές της συντεταγμένης τάξης, συμπεριλαμβανομένης της θεμιτής απαλλοτρίωσης των μέσων παραγωγής· γιατί, αν δεν αποκλειστεί κάθε παρόμοια ιδέα, έχετε γεια, απαλλοτρίωση και ειρηνική μετάβαση στην ελεύθερη κοινωνία του μέλλοντος. Πειραματισμοί μπορούν να διεξαχθούν μονάχα ανά μικρές ομάδες, θα πει αυτός ο σύντροφος με το φωτισμένο, πραγματιστικό όραμα που ’χει για τον αγώνα, και τούτες είναι ασήμαντες απ’ τη σκοπιά της ταξικής πάλης.

Αυτή η νοοτροπία έχει μια σειρά από άλλα χαρακτηριστικά. Πρώτον, ανταποκρίνεται σε μια αντίληψη της πραγματικότητας η οποία εξαρτάται από ορισμένες προϋποθέσεις, μια εξέλιξη την οποία κάποιος βοηθά παρέχοντας απλώς ευκαιρίες για βελτιώσεις. Η λειτουργία τού απολύτως άλλου δε λαμβάνεται υπόψη. Ό,τι ξεκίνησε ως μία άποψη των πραγμάτων δε θ’ αργήσει να γίνει καταδίκη και να αποστασιοποιηθεί μόλις ο πειραματισμός που γίνεται προς αυτή την κατεύθυνση αποκτήσει κάποια σημαντική μορφή και συνέπεια. Δεύτερον, η ίδια νοοτροπία αποδέχεται την τεχνολογία ως το κύριο στοιχείο που ενυπάρχει σε οποιαδήποτε αστική συμβίωση, έτσι δύναται μονάχα να φανταστεί τη μελλοντική κοινωνία ως ορμώμενη από μια εναλλακτική χρήση της σημερινής τεχνολογίας. Τρίτον, δε δύναται ν’ απαλλαγεί απ’ το δικό της θεσμικό καθήκον, αυτό του εξορκισμού κάθε φόβου μπροστά στο άγνωστο. Οποιαδήποτε απόπειρα να επιταχυνθεί αυτός ο γκραντουαλισμός αντιμετωπίζει ανυπέρβλητα προβλήματα, κάνοντας το άγνωστο να φαντάζει σαν εχθρός και το γνωστό (δηλαδή τη διατήρηση του υπάρχοντος) σαν κάτι που πρέπει να προστατεύεται μην τυχόν και πέσει στα χέρια των βαρβάρων.

Συχνά, ακόμα και το ν’ απαντήσεις σε αυτούς τους τύπους μέσα από τις δικές μας θέσεις για το απολύτως άλλο είναι πλήρες χάσιμο χρόνου. Η βαριά σκιά των γραφειοκρατών έχει περάσει πάνω από κάθε εποχή, ήδη από τις σκοτεινές απαρχές της ιστορίας. Κάτι άλλο χρειάζεται να γίνει.

πηγή  :  http://pantagruel-provocazione.blogspot.gr/2010/01/lets-keep-our-feet-on-ground-please.html

Alfredo M. Bonanno, Per favore, restiamo con i piedi per terra, άρθρο που δημοσιεύτηκε στην αναρχική εφημερίδα Canenero, τ. 26, 12.5.1995 —η απόδοση στα ελληνικά έγινε από την αγγλική μετάφραση της Τζην Ουίρ [Jean Weir] στην έκδοση Let’s destroy work, let’s destroy the economy («Ας καταστρέψουμε τη δουλειά, ας καταστρέψουμε την οικονομία»), Elephant Editions, Λονδίνο

 

 

Ενάντια στον κοινωνικό ρεφορμισμό

http://theparabellum.squat.gr/2012/12/10/%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%81%CE%B5%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C/

 

Αυτό που καθορίζει την “πολιτική εικόνα” του αναρχικού κινήματος στις διάφορες περιόδους δεν είναι τόσο πολύ οι πάγιες αντιεξουσιαστικές του θέσεις, οι οποίες στα βασικά τους χαρακτηριστικά είναι λίγο-πολύ γνωστές, αλλά η νοοτροπία που τις εκφράζει και τις διαχέει τη δεδομένη ιστορική στιγμή. Επίσης τίθεται και ένα ζήτημα, κατά πόσο αυτές οι θέσεις εμπλουτίζονται και μετασχηματίζονται ή κατά πόσο μένουν στάσιμες και μετατρέπονται σε “ιδεολογία”.

Ποια είναι λοιπόν η πραγματικότητα εντός του αναρχικού κινήματος σήμερα. Νομίζω σημαντικό στοιχείο που απλοποιεί αρκετά κάποια ενδεχομένως περίπλοκα φαινόμενα είναι ο παράγοντας “κρίση”. Σε καιρούς σχετικής ευημερίας όπως οι προηγούμενες δύο δεκαετίες τα “οικονομικά” ζητήματα καταλάμβαναν μικρότερο χώρο στην πολιτική ατζέντα της αναρχίας. Το ίδιο ισχύει και με την “εργασία”. Βέβαια ανέκαθεν υπήρχαν κινητοποιήσεις με οικονομικά και εργατικά χαρακτηριστικά και αιτήματα αλλά μόνο εν μέσω κρίσης συζητούνται η οικονομία και η εργασία κατεξοχήν ως συνθήκες και ως κοινωνικές σχέσεις.

Και δυστυχώς ο αναρχικός χώρος έπεσε στην πολιτική “λούμπα” των ακροαριστερών του καταβολών από της οποίες ένα μεγάλο κομμάτι του ποτέ δε ξέκοψε οριστικά. Σήμερα σχεδόν ολόκληρος ο αναρχικός λόγος περιστρέφεται γύρω από οικονομίστικες και εργατίστικες αντιλήψεις. Φαίνεται να ξεχνιέται σιγά-σιγά η κριτική που ασκούσε ο αναρχικός χώρος στην κοινωνία και στην εργατική τάξη μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης και να μπαίνει αισχρά κάτω από το χαλί ώστε να πάρει τη θέση της ένας νεόκοπος κοινωνισμός που θέτει ως ύψιστο καθήκον του αναρχικού επαναστάτη τη ζύμωση με οποιοδήποτε υποκείμενο δέχεται οικονομική καταπίεση και εκμετάλλευση ή χάνει η δουλειά του, το εισόδημα του κλπ.

Πάνω λοιπόν στον πανικό να προβάλλει ο χώρος, σαν άλλη αριστερά, “ένα όραμα για μια άλλη κοινωνία”, ξεχύθηκε στις μάζες δημιουργώντας  ή συμμετέχοντας σε διάφορα εγχειρήματα όπως  κουζίνες, αντιμαθήματα, παζάρια, καλλιέργειες, εργαστήρια κατασκευών κ.α. Το ζήτημα βέβαια είναι πως αφενός κανένα από τα παραπάνω δεν έχει πολιτικό χαρακτήρα εάν δε συμμετέχουν πολιτικοποιημένα άτομα και αφετέρου κανένα δεν έχει συνάφεια με τον σταθερό αναρχικό στόχο της επανάστασης. Μια αυτοοργανωμένη κουζίνα παραμένει ένας τρόπος κάλυψης της ανάγκης για φαγητό όσοι αναρχικοί και να συμμετέχουν. Επίσης τα προλεταριακά και κοινωνικά κομμάτια  που ίσως συμμετέχουν, έρχονται να καλύψουν αυτήν τους ακριβώς την ανάγκη και όχι να συνωμοτήσουν για την επανάσταση. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί κάλλιστα αύριο να φάει στο συσσίτιο την τοπικής ενορίας ή του δήμου. Όσες πολιτικές συζητήσεις και να λαμβάνουν χώρα σε αυτές τις εκδηλώσεις δεν αμφισβητείται πρακτικά καμία σοβαρή όψη της κυριαρχίας, ούτε μετασχηματίζεται η συνείδηση του κόσμου.

Επίσης ξεφύτρωσαν διάφορες “λαϊκές” συνελεύσεις. Με λίγα λόγια καλείται ένας αναρχικός να “ζυμωθεί” με δεκάδες διαφορετικά, αλληλοεχθρικά και εχθρικά προς την επανάσταση υποκείμενα, τα οποία τυχαίνει σε κάποια χρονική συγκυρία να έχουν ένα κοινό πρόσκαιρο συμφέρον. Το συμφέρον είναι λέξη κλειδί γιατί μπορεί να θεωρηθεί και ως το ακριβώς αντίθετο της συνείδησης.

Το σοβαρότερο όμως πρόβλημα είναι σιγά-σιγά ξεμακραίνει η πιθανότητα του επαναστατικού πολέμου καθώς η ολιστική απόρριψη του σήμερα πάει περίπατο λόγω της οικονομίστικης/εργατίστικης εμμονής. Επανέρχεται αυτή η σιχαμερή ρεφορμιστική ιδεοληψία των αντικειμενικών συνθηκών και της προτεραιότητας της αφύπνισης των μαζών.

Όμως ο πόλεμος δεν είναι θεωρητική άποψη αλλά γεγονός. Και αν ακόμα κάποιες τάσεις ή άτομα δε θεωρούν απλά και μόνο την ύπαρξη του σημερινού συστήματος αιτία πολέμου δεν μπορούν πλέον να κλείνουν τα μάτια στην πραγματικότητα που ξετυλίγεται άγρια μπροστά μας. Είμαστε στο στόχαστρο του κράτους. Και είμαστε ως αναρχικοί, όχι σαν προλετάριοι ή σαν φοιτητές κλπ. Και η ανάμειξη με τη μάζα δε θα μας σώσει, ούτε μας έσωσε ποτέ.

Ο πόλεμος λοιπόν υπάρχει ακόμα και αν το μεγαλύτερο κομμάτι του χώρου δεν πολεμάει. Και δε θα μπορέσει να πολεμήσει αν δεν αποβάλλει τώρα που έχει ακόμα χρόνο τις αριστερές ρεφορμιστικές του αυταπάτες. Η επανάσταση δεν είναι μελλοντικό γεγονός, είναι ζήτημα του σήμερα, του τώρα. Η επανάσταση ή θα στοχεύει στην εκμηδένιση του κρατικοκαπιταλιστικού συμπλέγματος και της κοινωνίας και του πολιτισμού του ή θα είναι κατ’ ευφημισμόν επανάσταση. Η ζωή εκδηλώνεται στο τώρα και δεν περιμένει τις μάζες για τις οποίες δεν είμαστε και σίγουροι ότι θα εξεγερθούν κάποια στιγμή. Και δεν θα την ελευθερώσουμε από το σημερινό της κλουβί για να τη θέσουμε και πάλι πίσω από τα κάγκελα μιας κοινωνίας που θα έχει μετασχηματιστεί απλά παραγωγικά, διατηρώντας όλο το υπόλοιπο πολιτιστικό εξάμβλωμα και τη νοοτροπία της κοινωνίας-μάζας.

Συνηθίζουν πολλοί να λένε με χαιρέκακο στόμφο πως ”η επανάσταση δεν είναι θέμα μιας χούφτας φωτισμένων”. Λοιπόν δεν είναι ούτε υπόθεση γενικά και αόριστα των μαζών, οι οποίες συντηρούν το σύστημα και στην καλύτερη περίπτωση θέλουν ένα νέο σύστημα καλύτερο και πιο συμφέρον από το σημερινό.

Η επανάσταση είναι η απάντηση των συνειδητοποιημένων και ελεύθερων ατομικοτήτων στον πόλεμο που κήρυξε η εξουσία εναντίον τους. Η επανάσταση είναι ο δικός τους τωρινός, πραγματικός πόλεμος ενάντια στον τωρινό, πραγματικό πόλεμο των τυράννων. Η επανάσταση είναι η κραυγή των εξεγερμένων ατομικοτήτων, όσες και να είναι, για αναρχία και ελευθερία εδώ και τώρα. Ας θάψουμε μια για πάντα τις αντιλήψεις του κεφαλαίου, της εξουσίας και των σκλάβων τους. Ας επιτεθούμε με ατόφιο μίσος στο πολιτισμικό και κοινωνικό οικοδόμημα τώρα που “μπάζει” από παντού.  Ας διαρρήξουμε τις στεγανές ταυτότητες και τους ρόλους που μας έχουν επιβληθεί, με τη δύναμη του εξεγερμένου εγώ. Η ήττα ή η νίκη δεν παίζει τόσο ρόλο. Η συνείδηση δεν κρίνεται εκ του αποτελέσματος αλλά από τις πράξεις. Το δίλημμα δεν είναι πλέον επανάσταση ή όχι, αλλά ατομικιστικός μηδενισμός ή κοινωνικός ρεφορμισμός.