ΧΑΟΣ, Ή Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ;

 

66

Από το αμερικανικό περιοδικό «Sovereign Self», τεύχος 3, Νοέμβρης 2011.

Χάος! Ως εξεγερμένος που βαρέθηκα την τάξη που μου επιβάλλεται, ως άτομο που θέλω να επιδιώξω τη δημιουργία της ζωής μου με τους δικούς μου όρους, μπορώ να βρω μι συγκεκριμένη ποιητική ομορφιά σε αυτήν τη λέξη. Δείχνει ν’ ανοίγει το πεδίο προς το παιχνίδι και την εξερεύνηση.

Όταν όμως το σκέφτομαι περαιτέρω τη χρήση της λέξης αυτής από άλλους εξεγερμένους, βλέπω ένα μείζον πρόβλημα. Κάθε
άνθρωπος που ανατράφηκε μέσα σε αυτήν την κοινωνία, έχει μάθει να πιστεύει ότι η εξουσία είναι κάτι αυθύπαρκτο, 
πέρα από εμένα κι εσένα. Συχνά, οι εξεγερμένοι αυτοί που επικαλούνται το χάος, δείχνουν να επικαλούνται απλά μια 
εξωτερική δύναμη, η οποία υποτίθεται ότι “είναι στο πλευρό μας”. Αυτό θυμίζει κάτι από προσευχή, κάτι θρησκευτικό. 
Κάθε δύναμη που βρίσκεται έξω από 'μένα, είναι για εμένα εχθρός. Δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στο χάος ως κάτι τέτοιο. Η παρούσα κυρίαρχη τάξη πραγμάτων αναπτύχθηκε μέσα από το χάος και βεβαίως συνεχίζει να τροφοδοτείται από αυτό. 
Οι τρόποι με τους οποίους το κράτος και το καπιταλιστικό σύστημα χρησιμοποιούν τις καταστροφές για να εξαπλώσουν τηνεξουσία και τα κέρδη τους, το καθιστούν ξεκάθαρο. Το χάος επομένως δεν εγγυάται τίποτα από μόνο του. 
     Στο βαθμό που εμπιστεύομαι ο,τιδήποτε, εμπιστεύομαι και τη συνειδητή, αποτέλεσμα θέλησης, προταγματική 
δημιουργικότητα των ατόμων που μισούν την κυριαρχία,  και την ικανότητα των ατόμων αυτών να υφαίνουν από κοινού 
τα πλάνα τους για δημιουργική καταστροφή. Ακόμα όμως και η λέξη “εμπιστοσύνη” είναι υπό αμφιβήτηση. Για την 
ακρίβεια, αυτά είναι τα πράγματα για τα οποία θα στοιχηματίσω τη ζωή μου , αφού αυτά είναι που εκφράζουν την 
δημιουργική μου επιθυμία.
    Απορρίπτω την πνευματική παθητικότητα που αποζητά μια εξωτερική δύναμη στην οποία να πιστέψει, είτε η δύναμη 
αυτή είναι το χάος, μια επερχόμενη συντριβή,  ο υποτιθέμενος ορθολογισμός της ιστορίας που εγγυάται ποιό θα είναι 
το τέλος, ή μια ντε φάκτο επαναστατική τάξη. Η λογική της πίστης σε μια τέτοια άποψη είναι μια λογική παθητικότητας.
Κι αυτό είναι που βοηθάει στην αναπαραγωγή της παρούσας κατάστασης.  Μόνο εξασκώντας την ίδια μου την αυτονομία, 
δρώντας διαρκώς για να πάρω πίσω τη ζωή μου και να την επαναδημιουργήσω για τον εαυτό μου ενάντια στην τάξη του 
πολιτισμού, και ενωνόμενος ελεύθερα με άλλους  για τον ίδο σκοπό, θα έχω τότε κάποια πιθανότητα να αποκτήσω το 
σθένος για τη δημιουργία μιας ορμητικής δύναμης που θα πορευτεί κόντρα σε αυτό που τώρα κυριαρχεί στον πλανήτη, 
γιατί η δημιουργία ενός αντίθετου πόλου απαιτεί συνειδητή, με θέληση και διαρκή δραστηριότητα σε κάθε σφαίρα της 
ζωής..

ANΑΪΣ ΝΙΝ : Η ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ (ΑΠΡΙΛΗΣ 1974)

33

της Cresencia Desafio, από το τρίτο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού «Sovereign Self», Νοέμβρης 2011.

Όπως πολλοί, η πρώτη μου επαφή με τα γραπτά της Αναϊς Νιν ήρθε μέσα από τα ερωτικά της. Το “Δέλτα της Αφροδίτης” δεν ήταν το πρώτο δείγμα ερωτικής λογοτεχνίας που συναντούσα στη ζωή μου, σίγουρα όμως ήταν το πιο παράλογο και προκλητικό. Απλά δεν μπορούσα να το παρατήσω, όσο γραφικό ή ξένο προς τις “παραστάσεις” μου κι αν μου φαινόταν. Διαβάζω συνεχώς αυτές τις μικρές ιστορίες ξανά και ξανά, μαγεμένος απόλυτα. Όταν τελείωσα λαχταρούσα κι άλλο. Ερευνώντας, ανακάλυψα ότι τα ερωτικά της επισκίασαν το καλύτερο (και δυστυχώς πιο άγνωστο) γραπτό της. Κατά τη διάρκεια της ζωής της έγραψε υπέροχα, συχνά σε πρόζα, μικρές ιστορίες, νουβέλες και δοκίμια πάνω σε διάφορα και ζητήματα, και το ημερολόγιό της. Όταν άνοιξα την πόρτα προς τα γραπτά της Νιν, ανακάλυψα πως δεν μπορούσα να σταματήσω να τα ..καταβροχθίζω βιβλίο το βιβλίο, δοκίμιο το δοκίμιο.

Πήρα πολύ πρόσφατα μια συλλογή με δοκίμιά της, με τίτλο “Για χάρη του ευαίσθητου ανθρώπου και άλλα δοκίμια”, και ένα από αυτα το “γυναίκα”, με άγγιξε βαθιά. Όντας προορισμένο για διάλεξη, μιλάει για τις οπτικές της πάνω στο φεμινισμό, συνδυασμό με την καλλιτεχνική έκφραση : θέματα που πολύ δύσκολα θα τραβούσαν την προσοχή μου.Οι “νέες γυναίκες” έλεγε, θα θα προσέγγιζαν καλύτερα της ζωή τους, αν επέλεγαν πρώτα να αναζητήσουν την έμπνευση στις ίδιες τους τις εαυτές – να βρουν δύναμη σην ίδια τους τη θέληση, παρά τους χρόνιους μύθους περί των περιορισμένων ικανοτήτων μιας γυναίκας – χρησιμοποιώντας την τέχνη ως μέσο τους. Αυτό που μ’ εξιτάρησε σχετικά με το δοκίμιο αυτό, δεν ήταν τόσο η συζήτηση για τις ικανότητες της “νέας γυναίκας”, όσο ο τρόπος που μίλησε για τον “καλλιτέχνη”, τον οποίο αρνήθηκε να περιορίσει στο στερεότυπο (ζωγράφος, μουσικός, συγγραφέας κτλ), δηλώνοντας ότι ο καλλιτέχνης είναι “ το δημιουργικό πνεύμα σε κάθε του εκδήλωση”.

Η λογική της αντανακλάται στο σκεπτικό της όταν γράφει : Πιστεύω ότι κάποιος γράφει έπειδή έπρεπε να δημιουργήσει έναν κόσμο στον οποίο να μπορεί να ζήσει. Δεν θα μπορούσα να ζήσω σε κανέναν από τους κόσμους που μου προσφέρονται – τον κόσμο των γονιών μου, τον κόσμο του πολέμου, τον κόσμο της πολιτικής. Έπρεπε να δημιουργήσω έναν δικό μου κόσμο… στον οποίο θα μπορούσα να αναπνεύσω, να “βασιλεύω”, και να ξεκουράζω τον, κατεστραμμένο από την επιβίωση, εαυτό μου”.

Αρχικά, όταν ξεκίνησα να διαβάζω αυτό το έργο είχα ακαριαία δύο αντιδράσεις : απ τη μία τα μάτια μου γούρλωσαν με την αναφορά στη “νέα γυναίκα” κι έναν υπερήφανο χλευασμό προ; αυτό που θεωρούσα ότι αποτελούσε μια προώθηση του αναχωρητισμού. Συνεχίζοντας όμως, ξεκίνησα να βλέπω ότι αυτό που πραγματικά προωθούσε ήταν η σημαντικότητα της καλλιτεχνικής έκφρασης ως μια υπενθύμιση διαλείμματος και εσωτερικής αναζήτησης κάθε ανθρώπου, με σκοπό να βρει καταφύγιο στην απόλυτα δική του ερμηνεία του κόσμου – ως ένα μέσο να θεμελιώσει γερά κάποιος τον εαυτό του παρά το ότι ζει στον κόσμο που του προσφέρεται.

Γνωρίζω ότι μεταξύ των αναρχικών είναι διαδεδομένο να εκφράζεται ένα μίσος προς την τέχνη, εξ’ αιτίας της ανελέητης ικανότητας του καπιταλισμού να μπασταρδεύει τα πάντα και οτιδήποτε. Παρόλα αυτά, η οπτική της Νιν πάνω στη χρησιμότητα της τέχνης ως μέσο εξύψωσης του εαυτού, ήταν μια αναζωογονητική υπενθύμιση του γιατί την θεωρώ ως μια πτυχή που εμπλουτίζει τη ζωή μου. Επιτρέπει μια αίσθηση παύσης, διαλογισμού και συλλογισμού, σε ένα περιβάλλον πουείναι πάντα βιαστικό για απαντήσεις βασισμένες στον εξωτερικό κόσμο.

Ήρθε λοιπόν το έργο και έδεσε όμορφα με τις συζητήσεις που είχα πρόσφατα αναφορικά με τη βαρύτητα της ατομική γνώσης του εαυτού – αυτό πάνω απ’ όλα, πρέπει κανείς να γνωρίζει τον εαυτό του και μάλιστα καλά προκειμένου να μπορέσει πιο αποτελεσματικά να κινηθεί μέσα στο περιβάλλον (σ.τ.μ. που του δίνεται). Ειδάλλως , δεν θα γνωρίσουμε ποτέ αυτό που πολεμάμε, και αναμφίβολα θα ξεμείνουμε απογοητευμένοι όταν δεν θα έχουμε πετύχει τους στόχους μας. Παρ’όλο που το έργο αυτό δε δημιούργησε μέσα μου τη σπίθα μιας διαφώτισης που μου άλλαξε τη ζωή, θεωρώ ότι σαφώς αξίζει να διαβαστεί όπως και τα υπόλοιπα δοκίμια που βρίσκονται στο μικρό αυτό βιβλίο.

Υπάρχει μια παραδοχή του ότι χρειαζόμαστε τροφή για να συντηρήσουμε στη ζωή το πνεύμα, έτσι ώστε να μπορούμε να πράξουμε στον κόσμο, δεν εννοώ όμως να γυρίσουμε το πρόσωπο προς την άλλη πλευρά. Εννοώ ότι πρέπει να κατακτήσουμε τη δύναμη και τις αξίες μας μέσω της ανακάλυψης και της ανάπτυξης του εαυτού μας. Ενάντια στους .. οιωνούς, ενάντια στα εμπόδια, ενάντια στην αίθουσα του τρόμου που αποκαλούμε ιστορία, ο άνθρωπος συνέχισε να ονειρεύεται και να απεικονίζει τ’ αντίθετό του… Δε χρησιμοποιούμε τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και την τέχνη ως αποδράσεις – κινούμαστε προς τα εκεί για να αποκαταστήσουμε τους κατακερματισμένους μας εαυτούς σε μια ολότητα.